ΙΕΡΑ ΜΕΓΙΣΤΗ MONH ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Μεγίστης Βατοπαιδίου καὶ τὰ κειμήλιά της

Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου ἀντικρύζει τὴ θάλασσα τῆς βορειοανατολικῆς ὄψεως τοῦ Ἄθω ἀπὸ ἕνα παραθαλάσσιο ὕψωµα. Ἡ µονὴ ἱδρύθηκε περὶ τὸ 972-985 πιθανῶς ἀπὸ τρεῖς πλουσίους ἄρχοντες, τοὺς Ἀθανάσιο, Νικόλαο καὶ Ἀντώνιο, οἱ ὁποῖοι ἦρθαν καὶ µόνασαν στὸ Ἅγιον Ὄρος στὰ χρόνια τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου ποὺ ἵδρυσε τὴ Μεγίστη Λαύρα. Στο Β´ Τυπικὸ (1045) κατακτᾶ τὴ δεύτερη θέση τὴν ὁποία συνεχίζει να κατέχῃ καὶ σήμερα.

Τὸν 12ο καὶ 13ο αἰώνα ἐκεῖ µόνασαν οἱ ἐθναρχικὲς µορφὲς τοῦ σερβικοῦ λαοῦ ἅγιοι Σάββας καὶ Συµεών. Ὁ κράλης τῆς Σερβίας Στέφανος κατὰ τὸν 14ο αἰώνα ἀνάµεσα στὶς πολλὲς δωρεὲς ποὺ πρόσφερε στὴ µονὴ ἦταν καὶ ὁ συνοικισµὸς Ἅγιος Μαµανας, ἐνῶ καὶ τὸν ἐπόµενο αἰώνα ἄλλοι Σέρβοι ἡγεµόνες συνέχισαν τὴν θεοφιλὴ τακτικὴ τῶν ἀφιερώσεων καὶ δωρεῶν στο μοναστήρι.

Στὴν ἔνδοξη πορεία τῆς µονῆς δὲν ἔλειψαν καὶ οἱ δύσκολες στιγµές, ὅπως οἱ ἐπιδροµὲς καὶ λεηλασίες Φράγκων πειρατῶν, Καταλανῶν (1307) καὶ ἀργότερα ὀθωµανικῶν φυλῶν. Ὅµως αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ κακοτυχίες δὲν ἀνέστειλαν τὴν αὔξηση καὶ προκοπὴ τῆς µονῆς. Ἀπεναντίας, κατὰ καιροὺς ὑπὸ τὴν κατοχή της περιῆλθαν οἱ µονὲς Χαλκέως, Βεροιώτου, Ἱεροπάτορος, Καλέτζη, Ἁγίου Δηµητρίου, Ξύστρου, Τριπολίτου, καὶ Τροχαλᾶ. Οἱ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες ἐπίσης δὲν ὑστέρησαν σὲ γενναιοδωρία, ἐνῶ δυτικοὶ ἡγεµόνες στοὺς µεταβυζαντινοὺς χρόνους ἐνδιαφέρθηκαν γιὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς µονῆς. Στὰ τέλη τοῦ 15ου αἰώνα τὸ Βατοπέδι ἔθρεψε στοὺς κόλπους του τὸν φωτιστὴ τῶν Ῥώσων ἅγιο Μάξιµο τὸν Γραικό. Τὸ 1749 στὴ µονὴ ἱδρύθηκε ἡ γνωστὴ Ἀθωνιάδα Σχολή, ποὺ σὲ ἐποχὲς δίσεκτες γιὰ τὸ Γένος προσέφερε γνώση καὶ µόρφωση πνευµατική.

Τὸ ὡραῖο Καθολικὸ τῆς µονῆς τιµᾶται στὸν Εὐαγγελισµὸ τῆς Θεοτόκου καὶ χτίστηκε τὸ 10ο αἰώνα. Οἱ παλαιότερές του ἁγιογραφίες, ποὺ ἔχουν ὡστόσο ἐπιζωγραφηθεῖ κατὰ τὸ 18ο καὶ 19ο αἰώνα, ἀνάγονται στὸν 14ο αἰώνα. Ἡ µονὴ διαθέτει 12 ἐξωκκλήσια καὶ 21 παρεκκλήσια, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 5 εἶναι ἐνσωµατωµένα στὸ Καθολικό. Τὸ κωδωνοστάσιο τῆς µονῆς ἀνηγέρθει περὶ τὸ 1427 καὶ εἶναι τὸ παλαιότερο σωζόµενο. Ἡ µονή γνώρισε συχνὲς καὶ ὀλιγόχρονες µεταβολὲς ἀπὸ τὸ κοινοβιακὸ στὸ ἰδιόρρυθµο σύστηµα καὶ ἀντίστροφα ἤδη ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 14ου αἰώνα. Τὸ 1989 ἐπανῆλθε στὸ κοινοβιακὸ σύστηµα.

Ἀπὸ τὰ κειµήλια τῆς µονῆς ἰδιαίτερα γνωστὸ εἶναι ἡ τιµία Ζώνη τῆς Παναγίας, ποὺ φυλάσσεται ἐκεῖ ἀπὸ τὸν 14ο αἰώνα. Πολύτιµο ἀνάθηµα εἶναι καὶ ὁ " Ἴασπις ", ἕνα ποτήρι, δῶρο µᾶλλον τοῦ Μανουὴλ Β´ Παλαιολόγου, ποὺ ἔχει τὴν ἰδιότητα νὰ µετατρέπῃ τὸ νερὸ σὲ γαλάκτωµα ἰαµατικὸ γιὰ τὸ δάγκωµα φιδιοῦ, καθὼς ἐπίσης καὶ πολλὰ περίτεχνα ἄµφια καὶ ἐκκλησιαστικὰ σκεύη. Ἀλλὰ καὶ µία σειρὰ ἀπὸ θαυµατουργὲς εἰκόνες τῆς Θεοτόκου ὅπως τῆς Ἐλαιοβρύτισσας, τῆς Κτητόρισσας, τῆς Ἐσφαγµένης καὶ τῆς Παραµυθίας στολίζουν ἐξαίρετα τὸ μοναστήρι. Ἡ βιβλιοθήκη τῆς Βατοπαιδίου ἔχει 1536 χειρόγραφα, 25 εἰλητάρια, ἕνα µἐγάλο ἀριθµὸ ἐγγράφων καὶ ἔντυπα ποὺ ξεπερνοῦν τὶς 25,000. Ἐξαρτήµατα τῆς µονῆς εἶναι 24 Κελλιὰ καὶ οἱ ἱστορικὲς σκῆτες τοῦ Ἁγίου Δηµητρίου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα (Σεράϊ), παρά τὶς Καρυές. Οἱ µοναχοὶ τῆς µονῆς ἀνέρχονται στους 50 καὶ ἀρκετοὶ κατάγονται ἀπὸ τὴν Κύπρο.


 


Πίσω