ΙΕΡΑ ΜΕΓΙΣΤΗ MONH ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Ἵδρυση καὶ ἱστορία

Οἱ ἀπαρχὲς τῆς Μονῆς ἀνάγονται στὸ ἔτος 972, δέκα χρόνια δηλαδὴ ἀργότερα ἀπὸ τὴν ἵδρυση τῆς Μεγίστης Λαύρας (963). Κτίτορές της ὑπῆρξαν τρεῖς μοναχοὶ - μαθητὲς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου: ὁ Ἀθανάσιος, ὁ Ἀντώνιος καὶ ὁ Νικόλαος, ποὺ διετέλεσε καὶ ἡγούμενός της. Εἶναι κτισμένη σὲ ἕναν ὑπήνεμο σχετικὰ ὄρμο τῆς βορειοανατολικῆς ἀκτῆς τῆς Ἀθωνικῆς χερσονήσου, 50 μέτρα ἀπὸ τὴ θάλασσα. Ἀπέχει δύο ὧρες ἀπὸ τὶς Μονὲς Ἐσφιγμένου καὶ Παντοκράτορoς. Ἡ ἀνέγερσή της ἀργότερα ἔγινε δυνατὴ χάρη στὴ γενναία χορηγία τοῦ αὐτοκράτορος Μανουὴλ Α´ Κομνηνοῦ (1143-1180). Σημαντικὰ κτιριακὰ ἔργα προσετέθησαν στὸ τέλος τοῦ 12ου αἰῶνος  ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς Σάββα καὶ Συμεών, μετέπειτα ἱδρυτῶν τῆς Μονῆς Χιλιανδαρίου.  Ἀπὸ τότε χρονολογοῦνται οἱ στενὲς ἀδελφικὲς σχέσεις τῶν δύο Μονῶν.

Σημαντικὲς καταστροφὲς ὑπέστη ἡ Μονὴ  ἀπὸ Καταλανοὺς μισθοφόρους ποὺ εἶχαν μετάσχει στὴ Δ´ Σταυροφορία, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Ἀνδρονίκου Β´ (1282-1328), μετὰ  ἀπὸ παρακίνηση τοῦ Πατριάρχου Ἰωάννου Βέκκου, τὸν ὁποῖο οἱ Ἀθωνίτες μοναχοὶ μισοῦσαν, ἐπειδὴ ἦταν φανατικὸς ἑνωτικός. Ὁ Ἀνδρόνικος, ὅμως, συνετέλεσε γενναία στὴν ἀνακαίνισή της, ἐνῶ στοὺς κατοπινοὺς αἰῶνες ἡ Μονὴ δέχθηκε τὴν πλουσιοπάροχη ἐνίσχυση τοῦ τελευταίου βασιλιὰ τῆς Σερβίας Λαζάρου Α´, τοῦ ἡγεμόνος τῆς Μολδαβίας Στεφάνου τοῦ Μεγάλου (1457-1504). Ἡ σημερινὴ μεγαλειώδης μορφὴ τῶν κτισμάτων ὀφείλεται στὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰῶνος, ποὺ ἡ Μονὴ εἶχε ἀνθήσει οἰκονομικά, χάρη καὶ  στὴ συμβολὴ τῶν Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως Κυπριανοῦ καὶ Ἀλεξανδρείας Γερασίμου Β´. Ἀργότερα πέρασε νέα κρίση κι᾽ ἀναγκάσθηκε νὰ πουλήσῃ κτήματά της στὴν Ἑλλάδα κι᾽ἄλλες χῶρες, γιὰ νὰ ἐπιβιώσουν οἱ μοναχοί, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἵδρυση καὶ λειτουργία (1743) τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς καὶ τὶς γενναιόδωρες χορηγίες τῶν τσάρων τῆς Ρωσίας, ἀνέκαμψε οἰκονομικά, γιὰ νὰ γνωρίσῃ νέες δοκιμασίες μετὰ τὴν ἔκρηξη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως (1821).

Ἡ Μονὴ Βατοπαιδίου προκαλεῖ τὸ θαυμασμὸ μὲ τὸ μέγεθος καὶ τὴ μεγαλοπρέπεια τῶν πολυαρίθμων κτισμάτων της, ποὺ ἀπαρτίζουν μιὰ μικρὴ πολιτεία. Καθὼς πλησιάζει ὁ προσκυνητὴς ἐντυπωσιάζεται  ἀπὸ τοὺς πύργους, τοὺς τρούλλους, τὰ κελλιά, τὶς πτέρυγες τῶν οἰκοδομημάτων καὶ τὴν τεράστια αὐλή, σωστὴ πλατεία μιᾶς παλιᾶς πολιτείας. Πρὶν  ἀπὸ τὸν πυλώνα βρίσκεται τὸ ξύλινο «περίπτερο» γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τῶν ἐπισκεπτῶν, τὶς ὧρες ἀναπαύσεως τῶν μοναχῶν. Ἐντυπωσιακὴ ἡ εἴσοδος (πυλώνας) μὲ διπλὴ πύλη καὶ «διαβατικό», πάνω ἀπὸ  τὸ ὁποῖο ὑπάρχει καὶ παρεκκλήσιο, ἐνῶ δεξιὰ κι᾽ ἀριστερὰ ὑψώνονται πύργοι, ποὺ σ᾽ ἄλλες ἐποχὲς ἀποθάρρυναν τοὺς ποικίλους ἐπιδρομεῖς. Μετὰ τὴν εἴσοδο ξανοίγεται ἡ τεράστια αὐλή.

 Τὸ καθολικό

Τὸ μεγάλο Καθολικό, ἐπ᾽ ὀνόματι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, εἶναι βασικὰ κτίσμα τοῦ τέλους τοῦ 10ου αἰῶνος, κατ᾽ ἀπομίμηση τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μεγίστης Λαύρας, στὴν πρώτη του μορφή, μὲ μικρὲς τροποποιήσεις. Στὴ διάρκεια τῶν δέκα αἰώνων ἔγιναν σ᾽ αὐτὸ προσθῆκες, ἀνακαινίσεις, τροποποιήσεις: τοῦ 14ου αἰῶνος, τοῦ 1426 (προσθήκη τοῦ διωρόφου ἐξωνάρθηκος), τοῦ 1427 (προσθήκη τοῦ κωδωνοστασίου, ὕψους 35 μ.), τοῦ 1788 (προσθήκη τοῦ ξυλογλύπτου τέμπλου μπροστὰ  ἀπὸ τὸ μαρμάρινο). Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὴν ἁγιογράφηση τοῦ ναοῦ. Ἀρχικὰ ἔγινε ψηφιδογράφηση (σώζονται μερικὰ δείγματα ἀρίστης τεχνικῆς). Τὸν 12ο αἰώνα ἔγινε τοιχογράφηση καὶ τὸ 1312 ἀνατοιχογράφηση. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ κυρίως ναοῦ καὶ τοῦ ἐξωνάρθηκος ἐπιζωγραφήθηκαν τὸ 1819. Ὁ θόλος στηρίζεται σὲ τέσσερις κίονες, κατασκευασμένους  ἀπὸ πορφυρίτη λίθο τῆς Ἰταλικῆς Ραβέννας. Ὁ κεντρικὸς πολυέλαιος, μὲ τὰ πολυάριθμα κηροπήγια καὶ λυχνοπήγια, κατασκευάσθηκε στὴ Βιέννη τὸ 1882, ἐνῶ τὸ θαυμασμὸ προκαλοῦν καὶ τὰ περίτεχνα μαρμαροθετήματα τοῦ δαπέδου.

 Ἐξαρτήματα

Στὸν κεντρικὸ ναὸ εἶναι ἐνσωματωμένα τὰ παρεκκλήσια: Ἁγίου Δημητρίου (μὲ τοιχογραφίες τοῦ 1721), Ἁγίου Νικολάου, Παναγίας Παραμυθίας, Ἀρχαγγέλων καὶ Ἁγίας Τριάδος. Ἀκόμη δέκα τέσσερα παρεκκλήσια σὲ διάφορα σημεῖα τοῦ κτιριακοῦ συγκροτήματος, ἐνῶ στὸν αὔλειο χῶρο τῆς Μονῆς ὑπάρχει τὸ ἐσωκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Γερασίμου καὶ τῆς Ἁγίας Ζώνης, μὲ τὸ θαυμάσιο εἰκονοστάσιο τοῦ 19ου αἰῶνος, ὅπου εἶναι ἀποθησαυρισμένη ἡ Ἱερὰ Ζώνη τῆς Θεοτόκου. Ἡ ὕφανσίς της ἀποδίδεται στὴν αὐτοκράτειρα Ζωή, σύζυγο Λέοντος Στ´ τοῦ Σοφοῦ, καὶ ἦταν κατατεθειμένη στὶς Βλαχέρνες ἀρχικά, στὴν Ἁγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως ἀργότερα. Παραλήφθηκε  ἀπὸ ἐκπροσώπους τοῦ βασιλιὰ τῶν Βουλγάρων Καλοϊωάννη καὶ δωρήθηκε στὴ Μονὴ Βατοπαιδίου  ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα τῶν Σέρβων Λάζαρο Α´ (1372-1389).

Ἡ τράπεζα

Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει καὶ ἡ τράπεζα, ἔργο τοῦ 12ου αἰῶνος, ἀπέναντι  ἀπὸ τὸ Καθολικό, ὄχι μόνο γιὰ τὶς τοιχογραφίες της (τοῦ ἔτους 1786), ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ τραπέζια  ἀπὸ πορφυρίτη, τὰ μόνα ποὺ διασώθηκαν σὲ Ἀθωνικὴ Μονή. Ἀξιοπαρατήρητος καὶ ὁ «ἀράπης», «ἐξωτικὴ ἀνδρικὴ μορφὴ μὲ τουρκικὴ ἐνδυμασία», ποὺ μὲ ἕνα σφυρὶ κτυπᾶ τὴν καμπάνα γιὰ νὰ γνωστοποιῇ τὴν ὥρα τὴν ὁποία δείχνει τὸ ρολόϊ στὸν πύργο τοῦ Καθολικοῦ, κάτω ἀπ' τὴ σκεπὴ τῆς ἐξωτερικῆς πλευρᾶς. Τὸ κωδωνοστάσιο, δίπλα στὸ ναό, εἶναι τοῦ 1427, ἐνῶ ἡ φιάλη ἐνσωματωμένη σχεδὸν στὸ νάρθηκα, ἔχει διακοσμημένο  ἀπὸ τὸ 1810 τὸ θόλο της μὲ τὴ βάπτιση τοῦ Κυρίου καὶ τὴν Πεντηκοστή.

Ἡ Μονὴ κατέχει καὶ τιμᾶ δεόντως πέντε θαυματουργὲς εἰκόνες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου: Τὴν Παναγία Παραμυθία, τὴν Ἀντιφωνήτρια, τὴν Ἐσφαγμένη, τὴν Κτιτόρισσα καὶ τὴ Βηματάρισσα ποὺ ἀνάγεται στὸν 9ο ἢ 10ο αἰώνα καὶ τιμᾶται στὶς 21 Ἰανουαρίου. Πλουσιότατο εἶναι τὸ ἱερὸ Σκευοφυλάκιο τῆς Βατοπαιδίου, ὅπου εἶναι ἀποθησαυρισμένα, μεταξὺ ἄλλων: Τεμάχια τιμίου Ξύλου, ἡ Ζώνη τῆς Παναγίας, μέρος τοῦ καλάμου στὸν ὁποῖο εἶχε στερεωθεῖ ὁ σπόγγος μὲ τὸ ξύδι, ὁ Ἴασπις, δηλαδὴ πολύτιμο κύπελλο, δῶρο τοῦ Μανουὴλ Κατακουζηνοῦ Παλαιολόγου τοῦ Μυστρᾶ (1349-1380) κ.ἀ. Στὴ Βιβλιοθήκη φυλάσσονται μὲ ἐπιμέλεια ἀνεκτίμητοι πνευματικοὶ θησαυροί: Ὀρισμένοι  ἀπὸ τοὺς ἀρχαιότερους χάρτες τοῦ Πτολεμαίου, τοὺς ὁποίους φιλοτέχνησε ὁ Στράβων. 1700 περίπου χειρόγραφα κι᾽ ἀνάμεσα τους 625 διακοσμημένοι καὶ εἰκονογραφημένοι περγαμηνοὶ κώδικες καὶ περισσότερα  ἀπὸ 10.000 ἔντυπα βιβλία,  ἀπὸ τὰ πρῶτα μετὰ τὴν ἐφεύρεση τῆς τυπογραφίας, ἐκδομένα στὴ Βενετία, Τεργέστη, Βιέννη, Λειψία κ.ἀ.

Ταχυδρομικὴ διεύθυνσις: Ἱερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου, 63086 Καρυές,
Τηλέφ. 203770 / 61219.

 

Ἡμέρες πανηγύρεων: Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου (25 Μαρτίου),
 Παναγίας τῆς Βηματάρισσας (21 Ἰανουαρίου).

Εὐάγγελος Π. Λέκκος - Θεολόγος-Νομικὸς


Πίσω