ΙΕΡΑ ΜΕΓΙΣΤΗ MONH ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Ἵδρυση καὶ ἱστορία

Βρίσκεται κοντὰ στὴ θάλασσα, ἀνάμεσα στὶς Μονὲς Ἐσφιγμένου καὶ τοῦ Παντοκράτορα. Ἡ ὀνομασία της δὲν εἶναι γνωστὸ ἀπὸ ποὺ προέρχεται. Πιθανῶς ὅμως ἔχει σχέση μὲ τὰ βάτα ποὺ ἀφθονοῦν στήν περιοχὴ (βάτος-πεδίον). Χτίστηκε στὴ θέση τῆς ἀρχαίας πόλης Δίον, τῆς ὁποίας ἀρκετὰ λείψανα διακρίνονται καὶ σήμερα (ἰδιαίτερα σαρκοφάγοι, ἀρχιτεκτονικὰ κομμάτια καὶ ἀγάλματα, ποὺ ἐνσωματώθηκαν στὶς οἰκοδομὲς τῆς μονῆς). Κατὰ τὴν παράδοση, ἡ μονὴ ἱδρύθηκε μεταξὺ 972 καὶ 985 ἀπὸ τρεῖς Ἀδριανουπολίτες μοναχούς, τὸν Ἀθανασιο, τὸν Νικόλαο καὶ τὸν Ἀντώνιο, μαθητὲς τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου. Σὲ σύντομο χρόνο πῆρε τὴ δεύτερη θέση στὴν τάξη τῶν μονῶν, θέση ποὺ διατηρεῖ μέχρι σήμερα.

Τὸν 11ο αἰώνα βρισκόταν σὲ μεγάλη ἀκμή, μὲ πολλοὺς μοναχοὺς καὶ ἰδιαίτερα προνόμια. Τὴν ἴδια ἐποχὴ περιῆλθαν στὴ δικαιοδοσία της οἱ μικρὲς Μονὲς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τοῦ Ξύστρου, τοῦ Τροχαλᾶ κ.ἄ. Στὸ τέλος τοῦ 12ου αἰώνα ἔγιναν μοναχοὶ τῆς μονῆς οἱ κτίτορες τῆς Μονῆς Χιλιανδαρίου, Συμεὼν καὶ Σάββας, καὶ ἀπὸ τότε χρονολογοῦνται οἱ στενὲς σχέσεις τῶν δύο μονῶν. Τοὺς ἑπομένους αἰῶνες πέρασε τὴν κρίση τῶν πειρατικῶν ἐπιδρομῶν καὶ τῶν Καταλανῶν, χωρὶς ὅμως ποτὲ νὰ ἐρημωθῇ. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀνδρόνικου Β´ Παλαιολόγου μέχρι σήμερα ἀκολουθεῖ τὴ μοίρα τῶν ἄλλων μονῶν, μὲ περιόδους ἀκμῆς καὶ παρακμῆς. Μέχρι τὸ 1541 φαίνεται ὅτι ἦταν κοινόβιο, ἀλλὰ ἡ προσπάθεια τοῦ πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σιλβέστρου, τὸ 1575, να ἐπαναφέρῃ τὸν κοινοβιακὸ τρόπο ζωῆς, φανερώνει ὅτι στὸ μεταξὺ εἶχε ἤδη μετατραπεῖ σὲ ἰδιόρρυθμη. Ἀργότερα ἐμφανίστηκε πάλι ὡς ἰδιόρρυθμη καὶ ἔτσι παραμένει μέχρι σήμερα, παρὰ τὸ ἰσχυρὸ ῥεῦμα ποὺ ὑπάρχει στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ οἱ διάφορες μονὲς μετατρέπονται, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη, σὲ κοινόβια.

Τὸν 17ο αἰώνα ἀριθμοῦσε 300 μοναχοὺς καὶ στὶς δυσκολίες ἐμφανίζονταν ὡς ἰσχυροὶ προστάτες τόσο οἱ τσάροι τῆς Ῥωσίας, ὅσο καὶ οἱ ἡγεμόνες τῶν παραδουνάβιων περιοχῶν. Τὸν 18ο αἰώνα γνώρισε ἰδιαίτερη ἀκμὴ καὶ ἐκτὸς ἀπό τὶς ἐκτεταμένες ἀνακαινίσεις τῶν κτηρίων της, χρηματοδότησε τὴ λειτουργία τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς, ποὺ εἶχε ἰδρυθεῖ τὸ 1743, σὲ χωριστὸ κτήριο, κοντὰ στὴ μονή. Ἀπὸ τὸ κτήριο τῆς Ἀθωνιάδος σώζονται σήμερα ἀρκετὰ ἐρείπια.

 Τὸ καθολικό

Τὸ καθολικό, μέσα στὴν εὐρύχωρη αὐλή, εἶναι κτίσμα τοῦ 10ου-11ου αἰώνα καὶ ἀκολουθεῖ σε γενικὲς γραμμὲς τὸν ἀρχιτεκτονικὸ τύπο τοῦ καθολικοῦ τῆς Λαύρας. Ἀπὸ τὰ ἔργα τέχνης ποὺ ὑπάρχουν στὸ καθολικό, τὴν πρώτη θέση κατέχουν χωρὶς ἀμφιβολία οἱ ψηφιδωτὲς παραστάσεις στοὺς τοίχους, ποὺ εἶναι καὶ τὰ μοναδικὰ παρόμοια δείγματα στὸ Ἅγιον Ὄρος. Πρόκειται γιὰ τὴν παράσταση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, τῆς Δεήσεως καὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Κατὰ τὴν παράδοση, ὅλος ὁ ναὸς ἦταν σκεπασμένος μὲ ψηφιδωτά, ἄλλα καταστράφηκαν ἀπὸ πυρκαγιὰ καὶ σώθηκαν μόνο ὅσα φαίνονται σήμερα. Ἡ ἴδια παράδοση ἀναφέρει ὅτι ἀρχικὰ ὁ ναὸς εἶχε χτιστεῖ πρὸς τιμὴν τῆς μνὴμης τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ μετὰ τὴν πυρκαγιὰ καὶ τὴ διάσωση τῶν ψηφιδωτῶν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἀποφασίστηκε καὶ καθιερώθηκε στὴ μνήμη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου.


Οἱ τοιχογραφίες ἔγιναν τὸ 1312, ἀλλὰ ἐπιζωγραφήθηκαν ἀρκετὲς φορὲς καὶ γιὰ τελευταία φορὰ τὸ 1819 ἀπὸ τὸν Γαλατσάνο ζωγράφο Βενιαμίν. Πίσω ἀπὸ τὸ σημερινὸ ξυλόγλυπτο τέμπλο (1788) σώζεται τὸ ἀρχαῖο μαρμάρινο. Τὸ κωδωνοστάσιο μπροστὰ στὸ καθολικὸ χτίστηκε, σύμφωνα μὲ ἐπιγραφή, τὸ 1427. Στὴν κόγχη τοῦ Ἱεροῦ Βήματος βρίσκεται ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τῆς Βρεφοκρατούσης (Κτιτόρισσα ἢ Βηματάρισσα). Ἀπὸ τὰ διάφορα παρεκκλήσια τῆς μονῆς, 5 εἶναι ἐνσωματωμένα στὸ καθολικὸ καὶ πολλὰ ἄλλα σκορπισμένα στὴν αὐλὴ καὶ στὶς πτέρυγες τῶν κελιῶν. Ἰδιαίτερα ἀναφέρεται τὸ παρεκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Παραμυθίας (στὸ καθολικό), ποὺ χτίστηκε καὶ τοιχογραφήθηκε τὸ 1 678 μὲ ἔξοδα τοῦ ἐπισκόπου Λαοδικείας Γρηγορίου. Σ᾽ αὐτὸ γίνεται ἡ κουρὰ τῶν νέων μοναχῶν.

 Ἡ τράπεζα - Ἡ φιάλη - Ἡ βιβλιοθήκη

Ἡ τράπεζα, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ καθολικό, σώζει τοιχογραφίες τοῦ 1786. Ἡ φιάλη ἀνακαινίστηκε τὸ 1810. Ἡ βιβλιοθήκη εἶναι ἀπὸ τὶς πλουσιότερες τοῦ Ἁγίου Ὅρους τόσο σὲ ἔντυπα, ὅσο καὶ σὲ χειρόγραφα, πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα διατηροῦν ἄριστες  μικρογραφίες βυζαντινῆς καὶ μεταβυζαντινῆς τέχνης. Ἡ συλλογὴ τῶν φορητῶν εἰκόνων εἶναι οὐσιαστικὰ ἄγνωστη ἀκόμη, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ γνωστὰ παραδείγματα φαίνεται ὅτι περιλαμβάνει ἀριστουργήματα τῆς ζωγραφικῆς τέχνης. Ἀπὸ τὰ ἄλλα πολύτιμα σκεύη τῆς μονῆς εἶναι ὁ Ἴασπις (πολύτιμο κύπελλο, δῶρο τοῦ Μανουὴλ Παλαιολόγου), ἡ Ζώνη τῆς Θεοτόκου (στὸ ὁμώνυμο παρεκκλήσι), τὰ νινία τῆς Θεοδώρας (δίπτυχο μὲ εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου) κ.ἄ.

 Ἐξαρτήματα

α) Ἡ Σκήτη τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Βρίσκεται μισὴ ὥρα δυτικὰ τῆς μονῆς καὶ κατοικεῖται ἀπὸ ἐλαχίστους μοναχούς. Ὁ κυριακὸς ναὸς τοιχογραφήθηκε τὸ 1755. Στὴ βιβλιοθήκη σώζονται 73 χειρόγραφα.

β) Ἡ Σκήτη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου (Σεράγιον). Βρίσκεται πολὺ κοντὰ στὶς Καρυὲς καὶ εἶναι σήμερα ἔρημη, ἂν ἐξαιρέσει κανεὶς τὸν φύλακα καὶ τὴν Ἀθωνιάδα Σχολή, ποὺ στεγάζεται στὴ νότια πτέρυγα τῶν κελιῶν της. Κατὰ τὴν παράδοση, στὴ θέση αὐτὴ βρισκόταν τὸ ἀρχαῖο  μονύδριο τοῦ Ξέστρου, τὸ ὁποῖο περιῆλθε στὴ δικαιοδοσία τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου πρὶν ἀπὸ τὸν 15ο αἰώνα. Τὸ 1761 ὁ πατριάρχης Σεραφεὶμ ὁ Β´ οἰκοδόμησε ἐκεῖ ἕνα εὐρύχωρο κελί, ποὺ ἀπὸ τότε ὀνομάστηκε Σεράγιον. Τὸ 1842 τὸ κελὶ πουλήθηκε στον Ῥῶσο Βησσαρίωνα καὶ τὴ συνοδεία του καὶ ἀπὸ τότε ἄρχισαν οἱ ἐνέργειες για τὴ μετατροπή του σὲ κοινόβια σκήτη. Οἱ Ῥώσοι μοναχοὶ αὐξήθηκαν σὲ ἑκατοντάδες καὶ μὲ πλούσιες οἰκονομικὲς καὶ ἄλλες ἐνισχύσεις ἔχτισαν πολυώροφες οἰκοδομὲς καὶ τὸν μεγαλύτερο ναὸ τῆς Ἀνατολῆς μετὰ τὸν 16ο αἰώνα. 

ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΠΥΡΟΣ – ΛΑΡΟΥΣ - ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ


Πίσω