ΙΕΡΑ ΜΕΓΙΣΤΗ MONH ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Βυζαντινά γκόλπια II

 ΩΟΕΙΔΕΣ ΕΓΚΟΛΠΙΟ

Θεοτόκος Ἁγιοσορίτισσα - Σταυρὸς

Μελίχρους λίθος, πιθανῶς ἀμέθυστος, ἀσήμι ἐπίχρυσο,

μαργαριτάρια, πράσινες πέτρες, σμάλτο

Υ. 43 – Πλ. 33 – Πχ. 9

          12ος - 13ος αἰώνας

 

Τυπολογία μορφῶν καὶ τεχνικὲς 

Τὰ ἐγκόλπια εἶναι μικρὰ ἀντικείμενα ποὺ προορίζονταν γιὰ ἀνάρτηση. Τὰ περισσότερα συγκρατοῦνταν ἀπὸ ἕναν κινητὸ δακτύλιο. Συχνὸ γνώρισμα ἀποτελεῖ ὁ ἐλεύθερος δακτύλιος ἀνάρτησης, ποὺ πλαισιώνεται ἀπὸ ἕνα ζευγάρι μαργαριταριῶν ἢ ἀπὸ πολύτιμους λίθους. Ἡ χρονολόγηση τῶν στοιχείων τῆς ἀνάρτησης ποικίλλει ἀπὸ τὸν 9ο ἕως τὸν 15ο -16ο αἰώνα. Λιγότερο συνήθης εἶναι ὁ ῥαβδωτὸς ἢ ὁ ἀδιακόσμητος δακτύλιος ἀνάρτησης, συγκολλημένος στὴν κορυφὴ τοῦ ἐγκολπίου. Συναντᾶται σὲ μία ὁμάδα ἐγκολπίων τοῦ 14ου καὶ τοῦ 15ου αἰώνα. Μετὰ τὸν 15ο αἰώνα ὁ δακτύλιος ἀνάρτησης ἀρχίζει νὰ ἀντικαθίσταται ἀπὸ ἁπλὰ δακτυλίδια, μὲ μεγαλύτερη διάμετρο, ποὺ συγκρατοῦνται ἀπὸ δύο στροφεῖς, ἢ εἶναι συγκολλημένα στὴν κορυφὴ τοῦ ἐγκολπίου. 

 ΑΜΦΙΠΡΟΣΩΠΟ ΕΛΛΕΙΨΟΕΙΔΕΣ ΕΓΚΟΛΠΙΟ

Χριστὸς σὲ Δόξα

Σφραγιδόλιθος ἀπὸ πράσινο ἴασπι, περίκλειστα σμάλτα

Υ. 41 – Πλ. 30 – Πχ. 5

          Τέλος 12ου – ἀρχὲς 13ου    

           αἰώνα

 

Σταυροί 

Ἡ συλλογὴ τῶν βυζαντινῶν ἐγκολπίων τῆς μονῆς Βατοπαιδίου περιλαμβάνει δεκαέξι σταυροὺς οἱ ἐννέα ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἕνα τεμάχιο, ἐνῶ οἱ ἑπτὰ εἶναι σύνθετοι. Ἡ πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει ἕναν χυτὸ ὀρειχάλκινο σταυρό· ἀνήκει σὲ μία σαφῶς καθορισμένη ὁμάδα σταυρῶν ποὺ χρονολογοῦνται στὸν 6ο - 7ο αἰώνα. Ὁ ἀνεικονικὸς του διάκοσμος μὲ ἐμπίεστους κύκλους μοιάζει μὲ τὸ διάκοσμο ἑνὸς δεύτερου σταυροῦ, ἀπὸ πράσινο στεατίτη. Ὁ τελευταῖος μπορεῖ νὰ χρονολογηθῇ στὸν 11ο - 12ο αἰώνα. Ἕνας τρίτος σταυρὸς τῆς συλλογῆς, τοῦ 15ου αἰώνα, φέρει σὲ κάθε ὄψη, στὴ διασταύρωση τῶν κεραιῶν, βυζαντινὸ καμέο τοῦ 11ου -12ου αἰώνα, μὲ τὶς προτομὲς τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορα καὶ τῆς Θεοτόκου. Πέντε ἄλλοι σταυροὶ εἶναι λαξευμένοι σὲ ἐρυθρὸ λίθο, ἐνῶ ἕνας εἶναι ἀπὸ ὀρεία κρύσταλλο.

Στὴ δεύτερη κατηγορία ἀνήκουν τέσσερις ἐπιστήθιοι σταυροί, ἀπὸ δύο κοῖλα μέρη. Ἀνήκουν σὲ μία σημαντικὴ ὁμάδα ἀντικειμένων ποὺ ἔχει διάδοση κυρίως ἀπὸ τὸν 9ο ἕως καὶ τὸν 13ο αἰώνα. Στὸν τύπο τοῦ λατινικοῦ σταυροῦ, μὲ πεπλατυσμένους βραχίονες, ἀπὸ χυτὸ ὀρείχαλκο, ἀνήκουν δύο παραδείγματα ποὺ συνδέονται μὲ βαλκανικὴ παραγωγή, καὶ ἄλλα δύο ποὺ παρουσιάζουν ὁμοιότητες μὲ μία συγκεκριμένη μικρασιατικὴ ὁμάδα. Ἀργυρεπίχρυσος καὶ διάλιθος εἶναι ὁ πέμπτος σταυρὸς τῆς ὁμάδας, μὲ τὴν ἀφιερωτικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ βούλγαρου βασιλιὰ Γεωργίου Terterij. Οἱ κεραῖες τοῦ σταυροῦ αὐτοῦ ἔχουν ἠμικυκλικὲς ἀπολήξεις μὲ πλάγιες ἀποφύσεις. Ὁ τύπος αὐτός, ποὺ ἄρχισε νὰ ἀναπτύσσεται τὸν 11ο αἰώνα, θὰ ἀποτελέσῃ τὸ χαρακτηριστικὸ σταυρὸ τῶν ἐργαστηρίων τοῦ Κιέβου στὸν 12ο καὶ τὸν 13ο αἰώνα. Ὁ σταυρὸς μὲ τὶς τριφυλλόσχημες ἀπολήξεις, ποὺ ἀναπτύχθηκε ἀπὸ τὸν 13ο αἰώνα, ἀποτελεῖ μεταγενέστερο τύπο καὶ ἀντιπροσωπεύεται στὴ βατοπαιδινὴ συλλογὴ ἀπὸ ἕνα βυζαντινὸ ἐγκόλπιο. Ἕνα ἀκόμη παράδειγμα ἀποτελεῖ ὁ κοῖλος χρυσὸς σταυρὸς στὸν ὁποῖο ἔχει ἐγκιβωτιστεῖ ἕνας ἄλλος ἀπὸ μαῦρο στεατίνη. 

 ΠΟΛΥΛΟΒΟ ΕΓΚΟΛΠΙΟ

Χριστὸς Παντοκράτωρ σὲ προτομὴ

Καμέος ἀπὸ πράσινο ἴασπι, χρυσός, συρματερός,  χαρακτός, πολύτιμες πέτρες, μαργαριτάρια

Υ. 62 – Πλ. 44 – Πχ. 15

Καμέος: 13ος αἰώνας

         Ἐνδεση: τέλος 15ου αἰώνα

 

Ἐγκόλπια ποὺ κοσμοῦνται με καμέους, στεατίτες

καὶ ἄλλα ὑλικὰ 

Καμέοι

Τὸ πιὸ ἀξιόλογο παράδειγμα τοῦ τύπου αὐτοῦ εἶναι ἕνα ἐλλειψοειδὲς ἀμφιπρόσωπο μετάλλιο, μὲ περίκλειστα σμάλτα, κοσμημένο καὶ μὲ ἕνα σφραγιδόλιθο ἀπὸ ἴασπι. Καμέοι κοσμοῦν τὰ ἄλλα ἕντεκα ἐγκόλπια αὐτοῦ τοῦ τύπου. Ἡ χρονολόγηση τῶν καμέων ποικίλλει ἀπὸ τὸν 11ο ἕως τὸν 14ο αἰώνα, ἐνῶ ἡ ἔνδεσή τους εἶναι μεταγενέστερη. Ἡ βατοπαιδινὴ συλλογὴ περιλαμβάνει ἐπίσης ἕναν ἀμυγδαλόσχημο καμέο ἀπὸ μάργαρο καὶ ἕνα μετάλλιο ἀπὸ ὑαλομάζα μὲ τὴ Σταύρωση. Αὐτὸ ἀνήκει στὴ μαζικὴ παραγωγὴ πορτοκαλόχρωμων καμέων, ποὺ ἀποδίδονται σὲ βενετσιάνικα ἐργαστήρια τοῦ 13ου αἰώνα. 

Στεατίτες

Οἱ δεκαπέντε ἔνθετοι στεατίτες στὰ βατοπαιδινὰ ἐγκόλπια συμπληρώνουν μὲ νέα στοιχεῖα τὸ Corpus ποὺ συνέταξε ἡ Ioli Kalavrezou-Maxeiner. Ἡ πλειονότητά τους ἀνήκει στὴν ὁμάδα τοῦ 14ου καὶ 15ου αἰώνα τοῦ Corpus, καὶ τὴν ἐμπλουτίζουν ἀπὸ ἄποψη ποικιλίας. Ὑπάρχει ἕνα ἐγκόλπιο τῆς κομνήνειας περιόδου ποὺ παρέχει τὴ μικρογραφικὴ ἐκδοχὴ μιᾶς στεάτινης εἰκόνας ἀπὸ τὸ Τολέδο· ἐπίσης, ἕνας στεατίτης μὲ τοξωτὸ ἄνω τελείωμα μὲ τὴ Θεοτόκο δεομένη, τοῦ 12ου-13ου αἰώνα. Οἱ ὑπόλοιποι στεατίτες, μὲ βάση τὰ εἰκονογραφικά, τεχνοτροπικὰ καὶ τεχνικὰ χαρακτηριστικά τους, ἀποδίδονται στὴν ἐποχὴ τῶν Παλαιολόγων. Οἱ ἔντονα ἀνάγλυφες παραστάσεις εἶναι σχεδὸν ὁλόγλυφες, καὶ ἡ ἐπιφάνειά τους κοσμεῖται μὲ λεπτοδουλεμένες διακοσμητικὲς ἐγχαράξεις ἀπὸ ἕλικες καὶ χιαστὶ διαγραμμίσεις. Τὰ εἰκονίδια αὐτὰ τοποθετοῦνται σὲ θῆκες ποὺ συνδέονται τυπολογικὰ μὲ τὰ ἀσημένια κιβωτιόσχημα ἐγκόλπια. Κοσμοῦνται καὶ αὐτὰ μὲ σειρὲς ἀπὸ στριμμένο σύρμα, σπειροειδεῖς δακτυλίους καὶ ὀδοντωτὲς συγκρατήσεις - πλαίσια. Πρόκειται γιὰ κοινὴ τεχνική σὲ κοσμήματα, ποὺ μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸν 14ο ἕως τὸν 18ο αἰώνα.  

Ἄλλα ὑλικὰ

Ἀπὸ τὸν 14ο, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὸν 15ο αἰώνα, ὁ στεατίτης ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὸ ξύλο. Ὅμως, τὸ καλλιτεχνικὸ πνεῦμα παραμένει τὸ ἴδιο. Στὰ βυζαντινὰ ἐγκόλπια τοῦ Βατοπαιδίου ἀνήκει ἕνα τέτοιο παράδειγμα, στὴν ἄλλη ὄψη ἑνὸς σμαλτωμένου εἰκονιδίου μὲ τὴν τεχνικὴ basse-taille. Μερικὲς φορὲς γιὰ τὴν κατασκευὴ ἐγκολπίων χρησιμοποιοῦνταν ἐπίσης κέρατο. 

 ΤΡΙΠΤΥΧΟ ΕΓΚΟΛΠΙΟ

Μεγάλη Δεήσῃ

Στεατίτης, ἀσήμι ἐπίχρυσο, σμάλτο

Υ. 53 – Πλ. 100

          13ος αἰώνας

 

Ἐγκόλπια-λειψανοθῆκες κυκλικοῦ ἢ ὀρθογωνίου σχήματος 

Ἕνα ἀργυρεπίχρυσο κυλινδρικὸ κιβωτίδιο τῆς βατοπαιδινῆς συλλογῆς ταυτίζεται, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιγραφή του, μὲ λειψανοθήκη Τιμίου Αἵματος. Μπορεῖ νὰ χρονολογηθῇ στὸν 12ο  αἰώνα. Δύο ἐγκόλπια τοῦ 14ου αἰώνα περικλείουν ἁγία λείψανα, ὅπως ἀναφέρουν οἱ σερβικὲς ἐπιγραφὲς τῆς ἔνδεσής τους. Τὸ λείψανο τοῦ πρώτου ἐγκολπίου ἀνήκει στὸν ἅγιο Ἰάκωβο τὸν Πέρση. Μία μεταγενέστερη λειψανοθήκη, ποὺ ἀποδίδεται στὰ τέλη τοῦ 14ου  - ἄρχες 15ου   αἰώνα, συνδυάζει στὰ διαφορετικὰ ἐσωτερικὰ χωρίσματά της διάφορα τεμάχια ξύλου, γύρω ἀπὸ ἕνα σταυρόσχημο πλαίσιο. Αὐτὸ τὸ ὀρθογώνιο κιβωτίδιο, μὲ συρταρωτὸ σκέπασμα, εἶναι τοποθετημένο σὲ δεύτερο κιβωτίδιο διακοσμημένο μὲ νιέλο καὶ ἀναρτημένο ἀπὸ κινητὸ δακτύλιο. Ἕνα ἄλλο ἐγκόλπιο, ποὺ ἀνήκει στὸν τύπο τῶν λειψανοθηκῶν, ἀποτελεῖται ἀπὸ ὀρθογώνιο μάρμαρο ἐρυθροῦ χρώματος μὲ λευκὲς κηλίδες, δεμένο σὲ ἀργυρὸ πλαίσιο. Ἐπιγραφὴ ἀναφέρει ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸ λίθο στὸν ὁποῖο ὑπέθεσαν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Τὸ ἐγκόλπιο αὐτὸ φαίνεται ὅτι ἀνήκει μᾶλλον στὴν περίοδο μετὰ τὴν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως. 

Ὀρθογώνια ἢ κυκλικὰ κιβωτιόσχημα ἐγκόλπια 

Στὸν τύπο αὐτὸ ἀνήκουν δέκα ἐγκόλπια. Μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ θὰ πρέπει νὰ χρησίμευαν ὡς λειψανοθῆκες. Ὡστόσο, τὰ περισσότερα περιεῖχαν συμπαγὲς ὑλικὸ πλήρωσης, ὥστε νὰ διατηρῆ τὸ ἐγκόλπιο, σὲ περίπτωση πίεσης, τὸ σχῆμα του, καὶ οἱ ἀνάγλυφες ἐπιφάνειές του τὴ μορφή τους. Ὁ πιὸ συνηθισμένος τύπος ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο κοῖλα μέρη, ὀρθογώνια ἢ κυκλικά, ποὺ ἔχουν ἀναρτηθεῖ ἀπὸ κινητὸ δακτύλιο. Ὁ τύπος ἔχει τὴν καταγωγή του σὲ πρότυπα τοῦ 9ου αἰώνα, λειψανοθῆκες ἢ ὄχι, καὶ σὲ ἐγκόλπια τοῦ 11ου - 12ου αἰώνα. Οἱ ὄψεις, κατασκευασμένες ἀπὸ ἀσημένιο ἔλασμα, φέρουν ἀνάγλυφο διάκοσμο, ποὺ παράγεται μαζικά, μὲ πίεση σὲ μήτρα. Στήν περιφέρεια φέρουν δύο σειρὲς στριμμένου σύρματος καὶ κοσμοῦνται μὲ ἐπικολλημένους σπειροειδεῖς συρματένιους δακτυλίους. Ὁ τύπος τῶν σπειροειδῶν δακτυλίων ἀπαντᾶ πολὺ συχνὰ σὲ κοσμήματα τῆς μέσης βυζαντινῆς περιόδου, καὶ ἴσως νὰ χρησίμευαν γιὰ τὴ συγκράτηση μαργαριταριῶν. Ἡ ὁμάδα αὐτή, ποὺ ἀνήκει στὸν 13ο - 14ο αἰώνα, παρουσιάζει ἐνδιαφέρον, γιατὶ ἐπαναλαμβάνει πρωιμότερα πρότυπα, τοῦ 11ου  - 12ου  αἰώνα, καὶ τεκμηριώνει τὴ συνέχεια στὶς τεχνικὲς τῶν κοσμημάτων. 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΕΙΨΑΝΟΘΗΚΗ

Ἀσήμι ἐπίχρυσο, πολύτιμοι λίθοι, μαργαριτάρια

Υ. 110 – Πλ. 80

          13ος αἰώνας

 

Εἰκονογραφία καὶ χρονολόγηση 

Ὁ σημαντικὸς ἀριθμὸς τῶν ἐγκολπίων ποὺ ἀποδόθηκαν στὸν 13ο καὶ 14ο αἰώνα φανερώνει μία νέα μόδα, μία τάση ποὺ θὰ μποροῦσε ἤδη νὰ ἀνιχνευτεῖ σὲ πολυάριθμα ἐπιγράμματα τοῦ Μανουὴλ Φιλῆ (1275-1345). Ἡ εἰκονογραφία τῶν ἐγκολπίων ἐκφράζει τὰ θρησκευτικὰ καὶ καλλιτεχνικὰ ἐνδιαφέροντα τῆς περιόδου. Εἰκονογραφικοὶ νεωτερισμοὶ βρίσκουν ἄμεση ἔκφραση μὲ ποικίλα καλλιτεχνικὰ μέσα. Ὁ συνδυασμὸς τοῦ θέματος τοῦ Ἐσταυρωμένου μὲ τὴ δεομένη Θεοτόκο εἶδε τὸ φῶς τὴν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας καὶ συνέχισε νὰ χρησιμοποιεῖται στοὺς 10ο - 12ο αἰῶνες. Συνθέσεις μὲ στρατιωτικοὺς ἁγίους πληθαίνουν σὲ στεάτινα καὶ ὀρειχάλκινα εἰκονίδια ἤδη ἀπὸ τὸν 11ο καὶ τὸν 12ο αἰώνα. Ἡ εἰκονογραφία αὐτὴ γνωρίζει ἰδιαίτερη διάδοση στὴν παλαιολόγεια περίοδο, ποὺ τὴ χαρακτηρίζει στρατιωτικὴ ἀστάθεια. Ἡ συχνὴ ἀπεικόνιση στρατιωτικῶν ἁγίων σὲ ἀντικείμενα ἀτομικῆς λατρείας ἐξέφραζε τὴ δύναμή τους ὡς μεσολαβητῶν καὶ τὸν προστατευτικὸ χαρακτήρα τους. Τὸ ἴδιο ἴσχυε καὶ γιὰ τὶς ἀπεικονίσεις τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, ἀρχηγοῦ τῶν οὐρανίων ταγμάτων καὶ φύλακα τῶν θυρῶν τοῦ παραδείσου. Ἄλλα θέματα, ὅπως ὁ Χριστὸς σὲ Δόξα καὶ ἡ Ἄκρα Ταπείνωση, ποὺ συνδυάζονται μὲ τὴν ἀπεικόνιση τῆς Θεοτόκου με τὸ Παιδίον, συνδέονται μὲ τὴν ἐξέλιξη τῆς λειτουργίας. Ἡ σχέση τῆς λειτουργίας μὲ τὴν παραγωγὴ λατρευτικῶν ἀντικειμένων, ὅπως οἱ φορητὲς εἰκόνες, ποὺ ἐπισημάνθηκε ἤδη ἀπὸ τοὺς Πάλλα καὶ Belting, θὰ πρέπει νὰ ἐξεταστῇ περισσότερο, ὑπὸ τὸ φῶς τῶν πληροφοριῶν ποὺ προσφέρουν τὰ ἐγκόλπια. Ἡ χρονολογικὴ διαδοχὴ τῶν σκηνῶν τοῦ Δωδεκαόρτου, ποὺ συναντῶνται συχνὰ σὲ στεατίτες τοῦ 12ου αἰώνα, γνωρίζει μεγάλη δημοτικότητα στὴν παλαιολόγεια ἐποχὴ καὶ συνεχίζει στὴν ὕστερη βυζαντινὴ καὶ μεταβυζαντινὴ περίοδο, σὲ ξυλόγλυπτα ἔργα. Οἱ παραστάσεις τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Χριστοῦ, ὁλόσωμων ἤ σὲ προτομή, καὶ οἱ ἀπεικονίσεις τῆς Σταυρώσεως ἀπαντοῦν σὲ ὅλες τὶς περιόδους. Οἱ ἄλλες συνθέσεις τῶν ἐγκολπίων ἔχουν ὡς κοινὸ σημεῖο τὸ σωτηριολογικὸ περιεχόμενό τους. Πρόκειται γιὰ τὶς σκηνὲς τῆς Δεήσεως, τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ, κηρύσσοντος ἤ σὲ προτομή, καὶ τοῦ προφήτῃ Δανιήλ, σὲ προτομὴ  ἢ στὸ λάκκο τῶν λεόντων. 

ΕΓΚΟΛΠΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ

Σταύρωση

Μαῦρος στεατίτης, χρυσός

Υ. 31 – Πλ. 24 – Πχ. 4

13ος - 14ος αἰώνας

 

Προέλευση 

Ἡ διατήρηση τοῦ ἰδίου τύπου καὶ τῶν ἰδίων διακοσμητικῶν θεμάτων, ποὺ πέτυχε ἡ παγίωση τῆς τεχνικῆς, ὁδηγεῖ σὲ ἐλάχιστα κέντρα   παραγωγῆς, ὅπως ἡ Κωνσταντινούπολη καὶ ἡ Θεσσαλονίκη, μὲ καταλυτικὴ ἐπιῤῥοὴ καὶ ἀκτινοβολία. Τὰ κύρια πρότυπα, ποὺ δημιουργοῦνται στὴν πρωτεύουσα, ἐξάγονταν μὲ τὸ ἐμπόριο ἤ μὲ τὴν αὐξανομένη κινητικότητα τῶν τεχνιτῶν. Ἡ δραστηριότητα τῶν ἐργαστηρίων τῆς Κωνσταντινουπόλεως δὲν φαίνεται νὰ διακόπηκε στὰ χρόνια τῆς λατινικῆς κατοχῆς. Ὅμως, μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν περίοδο, καὶ στὰ χρόνια τῶν Παλαιολόγων, ἡ διασπορὰ τῶν καλλιτεχνῶν εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ αὐξηθοῦν περαιτέρω τὰ καλλιτεχνικὰ κέντρα. Γιὰ τὰ βατοπαιδινὰ ἐγκόλπια θὰ μποροῦσε νὰ προταθῇ ὡς τόπος προέλευσης μία εὐρύτερη περιοχή, ποὺ ἔχει ὡς κέντρο της τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἁπλώνεται στὰ Βαλκάνια καὶ τὴ Ῥωσία, γύρω ἀπὸ τὶς πόλεις τοῦ Κιέβου καὶ τοῦ Νόβγκοροντ. Ἡ μελέτη αὐτὴ ἀποσκοπεῖ ὄχι τόσο στὸ νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν προέλευση τῶν ἐγκολπίων, ἀλλὰ κυρίως στὸ νὰ συνεισφέρῃ στὴ γνώση τοῦ καλλιτεχνικοῦ περιβάλλοντος παραγωγῆς τους. Κατὰ συνέπεια, ἡ βατοπαιδινὴ συλλογὴ ἀποτελεῖ ἕνα μέσο γιὰ τὴν διερεύνηση τῶν τρόπων διάδοσης τῶν εἰκονογραφικῶν θεμάτων σὲ διαφόρους καλλιτεχνικοὺς χώρους καὶ τῆς ἀνταπόκρισης τῶν τεχνιτῶν στην ἐξέλιξη τῶν θεμάτων ποὺ σχετίζονται μὲ τὴ λατρεία καὶ τὴ λειτουργία.

ΕΓΚΟΛΠΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ

Πέτρα, χρυσός σκαλιστός, χαρακτός, μαργαριτάρια

Υ. 58 – Πλ. 37 – Πχ. 9

13ος - 14ος αἰώνας

 

Brigitte Pitarakis


Πίσω