ΙΕΡΑ ΜΕΓΙΣΤΗ MONH ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Βυζαντινά γκόλπια Ι

 ΣΤΑΥΡΟΣ – ΛΕΙΨΑΝΟΘΗΚΗ

Ἐσταυρομένος – Θεοτόκος δεομένη

Χυτὸς ὀρείχαλκος

Υ. 93 – Πλ. 40 – Πχ. 11

11ος – 12ος αἰώνας

 

Τὰ ἐγκόλπια τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπαιδίου ἀναφέρονται ἀπὸ τὸ ῥῶσο περιηγητὴ Grigorovic Barskij, ποὺ ἐπισκέφθηκε τὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1744. Φυλάσσονταν τότε σὲ κιβώτιο στὸ ἱερὸ τῆς Μονῆς μαζί μὲ τὸ πολύτιμο λείψανο τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Θεοτόκου. Στὶς ἀρχὲς τοῦ αἰώνα μας, ἡ ἀποστολὴ τοῦ G. Millet στὸ Ὄρος ἀναφέρει ἐπιστήθιους σταυρούς, μετάλλια καὶ μικρὲς εἰκόνες ποὺ κρέμονταν σὲ βελούδινα λειτουργικὰ ὑφάσματα (ποδέες). Ὁ Barskij, πάντως, μὲ ἀφορμὴ τὴν εἰκόνα τῆς Πορταΐτισσας στὴ μονὴ Ἰβήρων, εἶχε ἤδη κάνει λόγο γιὰ μικρὲς λειψανοθῆκες καὶ ἐπιστηθίους σταυροὺς ποὺ κρέμονταν ἀπὸ  ὑφάσματα. Ἀνάλογα ἀντικείμενα ἀναφέρονται σὲ καταλόγους ἀπογραφῆς ἐκκλησιαστικῶν σκευῶν, ὅπως αὐτὸς τῆς Πάτμου.

Ὁ ὅρος «ἐγκόλπιο» ἔχει γενικότερη σημασία· ἀναφέρεται τόσο στοὺς «ἐπίπεδους σταυρούς» ἢ τοὺς «σταυρούς-λειψανοθῆκες», ὅσο καὶ σὲ κάθε κυκλικό, ὀρθογώνιο ἢ πολυγωνικὸ εἰκονίδιο, μὲ ἢ χωρὶς ἅγια λείψανα. Αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα λατρείας ἀντλοῦν τὴ δύναμή τους ἀπὸ τὰ ἅγια λείψανα ποὺ περικλείουν ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ εἰκονογραφικά τους θέματα.

Ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν βυζαντινῶν ἐγκολπίων, διάσπαρτων σήμερα σὲ πάμπολλες συλλογές, συμπεραίνεται ὅτι ἡ πρώτη χρήση τους ἀνάγεται στὸν 4ο αἰώνα. Οἱ γραπτὲς πηγὲς τῆς ἰδίας ἐποχῆς ἔχουν ἀναφορὲς σὲ ἐγκόλπια, ποὺ ἀφοροῦν κυρίως ἐπιστήθιους σταυρούς. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος ἀναφέρει ὅτι οἱ χριστιανὲς συνήθιζαν νὰ κρεμοῦν στὸ λαιμό τους εὐαγγέλια ὡς φυλακτά. Τὰ ἐγκόλπια ποὺ ἀνήκουν στὸν 6ο καὶ 7ο αἰώνα εἶναι ἀρκετά· αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα λατρείας γνωρίζουν, ὡστόσο, ἰδιαίτερα μεγάλη διάδοση μετὰ τὴν Εἰκονομαχία. Πρόκειται κυρίως γιὰ σταυρούς-λειψανοθῆκες καὶ ὀρθογώνια ἢ κυκλικὰ ἐγκόλπια - θῆκες μὲ σκηνὲς ἀπὸ τὸ χριστολογικὸ κύκλο ἤ μὲ παραστάσεις ἁγίων.

 ΕΓΚΟΛΠΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ

Πέτρα, χρυσός σκαλιστός

Υ. 47 – Πλ. 32 – Πχ. 6

          12ος αἰώνας

 

Τὴν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας, ὁ ὅρος «ἐγκόλπιο» ταυτίζεται μὲ τοὺς ὅρους «ἐπιστήθιος σταυρός-λειψανοθήκη» καὶ «φυλακτήριο». Σὲ σημείωση τῶν Πρακτικῶν τῆς Η´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (869) ὁ ἈναστάσιοςΒιβλιοθηκάριος ἐπιβεβαιώνει ὅτι ὁ ὅρος «ἐγκόλπιο» χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τοὺς ἐπιστήθιους σταυροὺς ποὺ περιεῖχαν τεμάχια Τιμίου ξύλου ἢ ὀστὰ ἁγίων. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς  Εἰκονομαχίας, οἱ ἐπιστήθιοι σταυροί-λειψανοθῆκες βρέθηκαν στὸ κέντρο τοῦ ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος τῶν Εἰκονοφίλων. Ἡ χρήση τέτοιων ἀντικειμένων ἀποτελοῦσε ἔκφραση τῆς ὀρθόδοξης πίστης τους. Ὅταν, τὸ 815, ὁ αὐτοκράτορας Λέων Ε´ κατηγορήθηκε ὅτι εὐνοοῦσε μὲ τὴ στάση του τὴν ἐπιστροφὴ σὲ εἰκονομαχικὲς ἀντιλήψεις, ἔβγαλε ἀπὸ τὸ στῆθος του ἕνα ἐγκόλπιο μὲ εἰκονικὸ διάκοσμο, τὸ προσκύνησε καὶ τὸ φίλησε. Ὁ πατριάρχης Νικηφόρος, ἐπίσης, ἐκδήλωσε ἐπανειλημμένα λατρευτικὴ στάση πρὸς τοὺς ἐπιστήθιους σταυρούς-λειψανοθῆκες. Στὸν τρίτο Ἀντιρρητικὸ Λόγο μαρτυρεῖ ὅτι οἱ χριστιανοὶ συνήθιζαν νὰ φέρουν πάνω στό στῆθος τους λείψανα τοῦ Τιμίου ξύλου ὡς φυλακτὰ γιὰ προστασία καὶ γιὰ σωματικὴ καὶ ψυχικὴ ὑγεία. Τὰ ἴδια περίπου ἐπανέλαβε σὲ ἐπιστολὴ ποὺ ἀπηύθυνε στὸν πάπα Λέοντα Γ´, τὸ 811, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἐνθρόνισής του. Τὴν ἐπιστολὴ συνόδευε χρυσὸ ἐγκόλπιο, ποὺ περιεῖχε λείψανα Τιμίου ξύλου, διακοσμημένο μὲ παραστάσεις ἀπὸ νιέλο.

 

ΕΛΛΕΙΨΟΕΙΔΕΣ ΕΓΚΟΛΠΙΟ

Ὁ προφήτης Δανιήλ σε προτομὴ

Καμέος ἀπὸ σαρδόνυχα, χρυσός, μαργαριτάρια, πολύτιμοι λίθοι

Υ. 46 – Πλ. 36 – Πχ. 11

Καμέος: 12ος αἰώνας

Ἔνδεση: 15ος αἰώνας (Novgorod)

 

Οἱ ἱστορικὲς πηγὲς καὶ τὰ ἀρχαιολογικὰ δεδομένα δείχνουν καθαρὰ ὅτι τὰ ἐγκόλπια αὐτὰ χρησιμοποιοῦνταν ἀπ' ὅλες τὶς κοινωνικὲς τάξεις, ἀνεξαρτήτως φύλου καὶ ἡλικίας. Στὴν κορυφὴ τῆς Ἱεραρχίας, ὁ αὐτοκράτορας καὶ ὁ πατριάρχης χρησιμοποιοῦσαν τὸ ἐγκόλπιό τους γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν ἢ ὡς ἐγγυήση ἀσφάλειας. Στην Η´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἀναφέρεται ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Α´ Μακεδὼν πέρασε τὸ ἐγκόλπιό του στὸ λαιμὸ τῶν κληρικῶν. Ἀπὸ ἀναφορὲς τοῦ 11ου καὶ 12ου αἰώνα στὰ ἐγκόλπια τῶν αὐτοκρατόρων προκύπτει ἡ ἰδιαίτερη λατρεία ποὺ ἀπέδιδαν αὐτοὶ στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Ὁ Ἰσαὰκ Β´ Ἄγγελος ἔφερε, γιὰ νὰ τὸν προστατεύῃ ἀπὸ τὴν κακοτυχία, τὸ ἐγκόλπιό του μὲ τὴ Θεοτόκο, τὸ ὁποῖο καὶ ἀσπαζόταν ὅταν ἐξομολογεῖτο. Ὁ Ἰσαὰκ Κομνηνός, γιὸς τοῦ αὐτοκράτορα Ἀλεξίου Α´, ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία τὸ ἐγκόλπιό του με τὴ Θεοτόκο νὰ ταφῇ μαζὶ του. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὑπογραμμίζει τὴν ταφικὴ λειτουργία ποὺ ἀποδιδόταν στὰ ἐγκόλπια, ποὺ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὰ ἀρχαιολογικὰ εὐρήματα. Πράγματι, ἡ πλειονότητα τῶν ἐπιστηθίων σταυρῶν – λειψανοθηκῶν βρέθηκε σὲ τάφους. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους τύπους τῶν ἐγκολπίων.

 

ΕΠΙΣΤΗΘΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ

Χριστὸς καὶ Θεοτόκος σε προτομὴ

Καμέοι ἀπὸ ἴασπι, ἀσήμι ἐπίχρυσο, μαργαριτάρια, πολύτιμοι λίθοι

Υ. 38 – Πλ. 17 – Πχ. 8

Καμέος: 12ος αἰώνας

Σταυρός: 15ος αἰώνας

 

Τὰ ἐγκόλπια ἦταν ἰδιαίτερα διαδεδομένα στοὺς μοναστικοὺς κύκλους. Ἡ ἀπογραφὴ τῶν ἐκκλησιαστικῶν σκευῶν τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Πάτμο ἀναφέρει τὸ ἐγκόλπιο τοῦ δευτέρου ἡγουμένου τοῦ μοναστηρίου, τοῦ Ἰωσὴφ Ἰασίτη (1093-1128 περίπου), ποὺ περιεῖχε τεμάχια Τιμίου ξύλου καὶ λείψανα διαφόρων ἁγίων. Ὁ ἡγούμενος ποὺ ἔκανε τὴν ἀπογραφὴ ἀναφέρει ἐπίσης ὅτι εἶχε στὸ κελλί του ἕνα ἐγκόλπιο μὲ τὴ Θεοτόκο καὶ τὸ Παιδίον. Στὴν ἴδια ἀπογραφὴ ἀναφέρονται, ἐπίσης, ἕνα κυκλικὸ ἐγκόλπιο μὲ τὴ Θεοτόκο καὶ τὸ Παιδίον, ἕνα ἐγκόλπιο μὲ τὴ Σταύρωση, ἕνα μικρὸ μὲ τὴ σκηνὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καὶ σταυροί-λειψανοθῆκες. Μνεῖες σὲ ἐγκόλπια ἀπαντοῦν ἐπίσης σὲ διαθῆκες μοναχῶν. Ἡ διαθήκη τῆς μοναχῆς Μαρίας, ποὺ συντάχτηκε τὸ 1098, ἀναφέρει δύο ἐγκόλπια μὲ λείψανα Τιμίου ξύλου. Τὸ πρῶτο περιεῖχε, ἐπίσης, εἴκοσι τέσσερα διαφορετικὰ λείψανα ἁγίων, ἐνῶ τὸ δεύτερο, ἀπὸ τὴν περιγραφή, φαίνεται ὅτι ἀποτελοῦνταν ἀπὸ δύο φύλλα. Σὲ μίαν ἄλλη περίπτωση, ὁ Χαρίτων, ἡγούμενος τῆς μονῆς Κουτλουμουσίου, στὴ διαθήκη του, τοῦ 1378, κληροδοτεῖ τὸ ἐγκόλπιό του στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη.

Γενικὴ παρουσίαση καὶ μεθοδολογία

 Τὰ βυζαντινὰ ἐγκόλπια τοῦ Βατοπαιδίου, μία ὁμάδα ἐξήντα τεσσάρων ἀντικειμένων, χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸν 6ο - 7ο αἰώνα ἕως τὰ τέλη τοῦ 14ου - ἄρχες 15ου αἰώνα. Ἡ ἔκδοσή τους, ὡς συνόλου, ἀποτελεῖ σημαντικὴ εἰκονογραφικὴ τεκμηρίωση τῶν περιγραφῶν, συχνὰ ἀσαφῶν, τῶν μοναστηριακῶν ἀπογραφῶν, ὅπως αὐτὲς ποὺ προαναφέρθηκαν. Τὰ συνδέει ὁ γενικὸς ὅρος «ἐγκόλπια», παρότι παρουσιάζουν ποικιλία ὑλικῶν, τύπων καὶ τεχνικῶν κατασκευῆς· αὐτὸ ἐπιβάλλει τὴν πολύπλευρη προσέγγισή τους. Τὰ βατοπαιδινὰ ἐγκόλπια ἐκφράζουν ἔτσι τὴν ἱεραρχικὴ ὀργάνωση τῆς βυζαντινῆς κοινωνίας καὶ τὴν ἀνταπόκριση τῶν τεχνιτῶν στὴν ποικιλία τῆς ζήτησης. Μποροῦν νὰ διακριθοῦν σὲ ἀντικείμενα ποὺ ἔχουν δουλευτεῖ μεμονωμένα, σὲ τυποποιημένα κομμάτια ἀπὸ τὴν ἴδια μήτρα καὶ σὲ χυτὰ ἐγκόλπια ἀπὸ ὀρείχαλκο, προερχόμενα ἀπὸ μεγάλης κλίμακας παραγωγή.

 

 ΕΛΛΕΙΨΟΕΙΔΕΣ ΕΓΚΟΛΠΙΟ

Χριστὸς καὶ Θεοτόκος Ὁδηγήτρια-

Καμέος ἀπὸ αἱματίτῃ, ἀσήμι ἐπίχρυσο, συρματερό, πολύτιμες πέτρες, μαργαριτάρια, ἴχνοι σμάλτου

Υ. 85 – Πλ. 60 – Πχ. 12

Καμέος: 12ος αἰώνας

Ἔνδεση: Τέλος 15ου  - ἀρχές 16ου αἰώνα

 

 

 ΕΛΛΕΙΨΟΕΙΔΕΣ ΕΓΚΟΛΠΙΟ

Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ

Καμέος ἀπὸ αἱματίτῃ, ἀσήμι ἐπίχρυσο, συρματερό, πολύτιμες πέτρες, μαργαριτάρια, ἴχνοι σμάλτου

Υ. 85 – Πλ. 60 – Πχ. 12

Καμέος: 12ος αἰώνας

Ἔνδεση: Τέλος 15ου  - ἀρχές 16ου αἰώνα

 

Λείπει σήμερα μία συνθετικὴ μελέτη γιὰ τὰ βυζαντινὰ ἐγκόλπια· οἱ βιβλιογραφικὲς πληροφορίες προέρχονται ἀπὸ καταλόγους συλλογῶν, ἀπογραφὲς ἐκκλησιαστικῶν ἀντικειμένων, ἀνασκαφικὲς ἐκθέσεις καὶ ἐξειδικευμένες μελέτες γιὰ συγκεκριμένες ὁμάδες ἐγκολπίων. Ἡ πρόσφατη ἔρευνα, ποὺ ἀφορᾶ τὴ μελέτη τῶν ἀντικειμένων λατρείας, ὅπως αὐτὴ προκύπτει ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς πηγές, ἐπικεντρώθηκε κυρίως στὴν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας καὶ σὲ ἔναν πολὺ συγκεκριμένο τύπο ἀντικειμένου, τοὺς ἐπιστήθιους σταυρούς-λειψανοθῆκες. Ἡ ἔρευνα  αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ πρῶτο σκαλοπάτι στὴν ἀνάλυση τῶν ἐγκολπίων γενικά, γιατὶ περιλαμβάνει στὸ συγκριτικὸ ὑλικό της ἐγκόλπια ποικίλων τύπων. Κατὰ κανόνα, βέβαια, ἡ λειτουργία καὶ ἡ χρήση τῶν διαφόρων τύπων ἐγκολπίων παραμένουν πάντοτε ἴδιες. Χρειάζεται ὅμως νὰ ὁριστοῦν μὲ σαφήνεια οἱ χρονολογικὲς διαφορὲς καὶ ἡ συνέχεια ἢ ἡ ἐξέλιξη τῶν τεχνικῶν καὶ τοῦ διακόσμου. Τὸ λῆμμα «ἐγκόλπιον» τοῦ Κ. Wessel στὸ Reallexikon zur byzantinischen Kunst ἀποτελεῖ μία καλὴ εἰσαγωγὴ στὸ θέμα. Τὴν κυριότερη πηγὴ στὴν ἔρευνα τῶν βατοπαιδινῶν ἐγκολπίων ἀποτελοῦν οἱ μελέτες τοῦ Α. Frolow γιὰ τὶς λειψανοθῆκες μὲ Τίμιο ξύλο. Στὸν ἴδιο ὀφείλονται καὶ οἱ πρῶτες δημοσιεύσεις τοῦ βατοπαιδινοῦ ἐγκολπίου μὲ διάκοσμο ἀπὸ σμάλτο, μὲ τὸν Χριστὸ σὲ Δόξα, καὶ τοῦ βατοπαιδινοῦ σταυροῦ-λειψανοθήκης μὲ τὴ βουλγαρικὴ ἐπιγραφή.  Θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ  ἀναφερθῇ ἡ μελέτη τοῦ Α. Grabar γιὰ τὶς λειψανοθῆκες τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Μία ἐπιλογὴ βυζαντινῶν ἐγκολπίων-κοσμημάτων, συμπεριλαμβανομένων αὐτῶν τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἔχει πρόσφατα ἀποτελέσει θέμα συζήτησης, σὲ σχέση μὲ ἕνα ἐγκόλπιο τοῦ Cleveland. Τὸ Corpus τῆς Ioli Kalavrezou-Maxeiner γιὰ τοὺς βυζαντινοὺς στεατίτες εἶναι μία ἄλλη σημαντικὴ πηγή. Βέβαια, τὸ δέσιμο στεατίνων εἰκονιδίων σὲ ἐγκόλπια εἶχε μεγάλη διάδοση κυρίως μετὰ τὸν 14ο αἰώνα, περίοδο ποὺ δὲν ἀντιπροσωπεύεται ἰκανοποιητικὰ στὸ παραπάνω ἔργο. Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς στεατίτες, καὶ καμέοι κοσμοῦν μία μεγάλη ὁμάδα ἐγκολπίων. Ἡ ἔκδοση ἑνὸς Corpus τῶν βυζαντινῶν καμέων ἀναμένεται· ἡ βιβλιογραφία τους προκαλεῖ συζητήσεις στοὺς προσφάτους καταλόγους ἐκθέσεων. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς πολυάριθμες ἐργασίες τοῦ Η. Wentzel, ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ ἀσχολήθηκαν μὲ τὸ  θέμα, ἡ μελέτη τῆς L. Popovic γιὰ τοὺς καμέους τῆς μονῆς Χιλανδαρίου, ἔνθετους σὲ ἐγκόλπια, ἀποτελεῖ ἐπίσης καλὴ βάση γιὰ τὴν ἔρευνα τῆς βατοπαιδινῆς συλλογῆς. Ἀλλὰ καὶ οἱ μεσαιωνικὲς ἀρχαιολογικὲς ἀνασκαφές, κυρίως ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ ἄλλα βαλκανικὰ κράτη, ἔφεραν στὸ φῶς ὑλικὸ γιὰ τὴ συγκριτικὴ μελέτη τῶν βατοπαιδινῶν ἐγκολπίων. Πρόκειται κυρίως γιὰ ὀρειχάλκινους σταυρούς-λειψανοθῆκες καὶ κιβωτιόσχημα ἔργα ἀπὸ ἀσήμι, σὲ ἔκτυπο ἀνάγλυφο. Στοὺς ἰδίους χώρους βρέθηκαν ἐπίσης κοσμήματα μὲ τεχνικὲς ἀνάλογες τῶν ἐγκολπίων. Οἱ τεχνικὲς παρατηρήσεις σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ ὑλικὸ εἶναι ἰδιαίτερα χρήσιμες γιὰ τὴν ταύτιση τῶν ἐργαστηρίων, μὲ βάση τὶς πρακτικές τους.

 

ΕΓΚΟΛΠΙΟ

Προτομή τοῦ Χριστο

Καμέος ἀπὸ ἀχάτη, χρυσός, συρματερός, πολύτιμες πέτρες, μαργαριτάρια

Υ. 74 – Πλ. 64 – Πχ. 15

Καμέος: 12ος αἰώνας

         Ἔνδεση: Τέλος 15ου αἰώνα

 

 

ΕΓΚΟΛΠΙΟ

Προτομή τοῦ Χριστο

Καμέος ἀπὸ ἀχάτη, χρυσός, συρματερός, πολύτιμες πέτρες, μαργαριτάρια

Υ. 74 – Πλ. 64 – Πχ. 15

Καμέος: 12ος αἰώνας

         Ἔνδεση: Τέλος 15ου αἰώνα

 


Πίσω