Ἡ βιβλιοθήκη
![]()
|
Εἶναι γνωστὸ ὅτι κατὰ τὴ μακραίωνη ἱστορία τοῦ Γένους μας τὰ μοναστήρια, πλάϊ στὴν κύρια πνευματικὴ προσφορά τους, εἶχαν καὶ ἀξιολογότατη συμβολὴ τόσο στὴν παραγωγὴ καὶ διάδοση κειμένων τῆς ἱστορίας καὶ τῆς παραδόσεώς μας, ἀφοῦ ἐκεῖ λειτουργούσαν ἐργαστήρια ἀντιγραφῆς χειρογράφων κωδίκων, ὅσο ἐπίσης καὶ στὴν περαιτέρω συντήρηση καὶ διαφύλαξή τους. Παρότι δὲν ὑπάρχουν μαρτυρίες γιὰ λειτουργία ἐργαστηρίου ἀντιγραφῆς χειρογράφων στὴ Μονὴ Σταυρονικήτα, ὡστόσο διασώζεται μικρὴ συλλογὴ χειρογράφων κωδίκων, ποὺ φυλάσσονται στὴ βιβλιοθήκη της. Σ᾽ αὐτὴν περιέχονται ἑκατὸν ἑξήντα ἐννέα (169) ἑλληνικοί κώδικες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ πενήντα ὀκτὼ εἶναι περγαμηνοί, οἱ δύο βομβύκινοι καὶ οἱ ὑπόλοιποι ἑκατὸν ἐννέα χάρτινοι.
Ἀναλυτικότερα, ἀπὸ τοὺς περγαμηνοὺς δύο ἀνάγονται στὸν 10ο αἰώνα, δεκατρεῖς στὸν 11ο, δεκαέξι στὸν 12ο, δεκαοκτώ στὸν 13ο, ὀκτὼ στὸν 14ο καὶ ἕνας στὸν 15ο αἰώνα. Ὅλοι ἔχουν θεολογικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ περιεχόμενο, ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν ποὺ περιέχει μαθήματα βυζαντινῆς μουσικῆς. Οἱ δύο βομβύκινοι εἶναι τοῦ 15ου αἰώνα καὶ περιέχουν ἐπίσης ἐκκλησιαστικὰ καὶ θεολογικὰ κείμενα. Ἀπὸ τοὺς ἑκατὸν ἐννέα χάρτινους κώδικες τρεῖς ἀνάγονται στὸν 14ο αἰώνα, δώδεκα στὸν 15ο, εἴκοσι ἑπτὰ στὸν 16ο, τριάντα ἕνας στὸν 17ο, εἴκοσι τέσσερις στὸν 18ο καὶ ἕντεκα στὸν 19ο αἰώνα. Ἀπὸ αὐτοὺς οἱ ἐνενήντα περιέχουν βιβλικά, θεολογικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ κείμενα, οἱ ἑπτὰ μουσικὰ κείμενα τονισμένα μὲ χαρακτῆρες βυζαντινῆς παρασημαντικῆς, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι δώδεκα ἔχουν ἀνάμικτο περιεχόμενο.
Ὁ πρῶτος πυρήνας αὐτῆς τῆς συλλογῆς ὀφείλεται στὸν ἀνακαινιστὴ τῆς Μονῆς Πατριάρχη Ἱερεμία Α´. Πιθανότατα στὰ χρόνια τοῦ Πατριάρχη Ἱερεμία νὰ ἀνάγεται καὶ ἡ συνήθης κτητορικὴ ἐπιγραφή, ποὺ συναντᾶμε σὲ πολλὰ ἀπὸ τὰ ἀρχαιότερα χειρόγραφα τῆς Μονῆς. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱερεμία ὑπάρχουν πολλοὶ φιλομόναχοι καὶ φιλοαγιορεῖτες χριστιανοί, ποὺ ἔρχονται νὰ δωρήσουν στὸ μοναστήρι χειρόγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχαν μέχρι τότε στὴν κατοχή τους καὶ διαφύλασσαν ἐπιμελῶς στὰ σπίτια τους. Μερικοὶ μάλιστα, ὅπως μαρτυροῦν τὰ ἀφιερωματικά τους σημειώματα πρόσφεραν αὐτοὺς τοὺς κώδικες στὴ Μονὴ διὰ τοῦ Πατριάρχου, πολλὲς φορὲς μάλιστα ἀγοράζοντάς τους γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ὡστόσο ἀξιοσημείωτη ὡς μαρτυρία παραμένει γιὰ τὴ βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα ἡ ἄποψη δύο Ἄγγλων φιλολόγων, τοῦ Carlyle καὶ τοῦ Hunt, οἱ ὁποῖοι τὸ 1801 ἐπισκέφθηκαν τὶς ἁγιορείτικες βιβλιοθῆκες μὲ σκοπὸ νὰ γνωρίσουν καὶ νὰ καταγράψουν τὰ χειρόγραφά τους. Γράφουν λοιπὸν σχετικὰ γιὰ τὴ βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα: «Τὰ βιβλία εἶναι σὲ καλὴ κατάσταση, τὸ δωμάτιο εἶναι στεγνό, ἀλλὰ τὰ χειρόγραφα ἔχουν ἀναμιχθεῖ μὲ ἔντυπα βιβλία καὶ δὲν ὑπάρχει κατάλογος».
Ἐξίσου ὅμως ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες γιὰ τὴ βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς καταγράφει καὶ ὁ Ἄγγλος περιηγητὴς R. Curzon, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε τὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1837. Ἀνάμεσα στὰ ἄλλα ἀναφέρει ὅτι ἡ βιβλιοθήκη εἶχε γύρω στοὺς ὀκτακoσίους τόμους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους σχεδὸν οἱ διακόσιοι εἶναι περγαμηνοί. Ἀπὸ αὐτοὺς ξεχώριζαν τὰ ἔργα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ποὺ κάλυπταν ὀκτὼ τόμους μεγάλου σχήματος, καθὼς καὶ ἕνα χειρόγραφο τῆς Κλίμακος, τοῦ 10ου ἢ 11ου αἰώνα, ποὺ περιεῖχε ἀρκετές ὑπέροχες μινιατοῦρες διατηρημένες σὲ ἐξαιρετικὰ καλὴ κατάσταση. Διαμαρτύρεται μάλιστα ὁ Curzon γιατὶ «οἱ ἀγροῖκοι ἐκεῖνοι μοναχοὶ προτιμοῦσαν νὰ κρατοῦν γιὰ τὸν ἑαυτό τους αὐτὸ τὸ βιβλίο καὶ δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ τὸ πάρῃ, ὅπως ἔπρεπε νὰ κάνουν». Ἐπίσης θυμᾶται ὅτι ὑπῆρχαν πέντε ἢ ἕξι Εὐαγγέλια, ἕνα Ψαλτήρι μὲ ἀρκετὲς μινιατοῦρες, δύο ἐξαιρετικοὶ τόμοι Μηναίων ἢ Βίων Ἁγίων σὲ μεγάλο σχῆμα καὶ ἀρκετὰ λειτουργικὰ χειρόγραφα, συλλογὲς ὁμιλιῶν καὶ ἔργα Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐπίσης ὑπῆρχαν περισσότεροι ἀπὸ διακόσιοι χάρτινοι χειρόγραφοι κώδικες, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους καὶ ἕνας μὲ τὶς Πράξεις καὶ τὶς Ἐπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων, γεμάτος μὲ μεγάλες μινιατοῦρες καὶ διακοσμήσεις ἐξαιρετικῆς τέχνης.
Ἔτσι διαφαίνεται ὅτι ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς βιβλιοθήκης τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων δὲν ἔλειψαν καὶ τὰ δυσάρεστα γεγονότα. Οἱ κλοπὲς, οἱ δηώσεις καὶ οἱ συλήσεις, οἱ καταστροφὲς ἀπὸ τὶς πυρκαγιὲς, ἀλλά καὶ ἡ διαρροὴ χειρογράφων πρὸς ἄλλες βιβλιοθῆκες ὑπῆρξαν οἱ κύριες αἰτίες τῆς αἱμορραγίας ποὺ ὑπέστη ἰδιαίτερα στὰ χρόνια τῆς ἐγκαταλείψεως καὶ τῆς παρακμῆς της. Εἶναι ἐξακριβωμένο ὅτι τρία τουλάχιστον περγαμηνὰ χειρόγραφα τοῦ 11ου καὶ 12ου αἰώνα καθὼς καὶ ἕνα χάρτινο τοῦ 15ου ἀποκόμισε ἀπὸ τὴ Μονὴ Σταυρονικήτα ὁ περιβόητος Ρῶσος μοναχὸς Ἀρσένιος Σουχάνωφ, ποὺ μὲ ἐντολὴ τοῦ τσάρου Ἀλεξίου καὶ τοῦ Πατριάρχου Μόσχας Νίκωνα ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1654 γιὰ νὰ προμηθευθῇ παλαιὰ χειρόγραφα, προκειμένου νὰ χρησιμεύσουν ὡς βάση γιὰ τὴν ἀναθεώρηση τῶν λειτουργικῶν κειμένων ποὺ μελετοῦσε τότε ἡ Ῥωσικὴ Ἐκκλησία. Τότε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἔφυγαν συνολικὰ τετρακόσια ἐνενήντα ὀκτὼ (498) χειρόγραφα, ποὺ περιῆλθαν ἀργότερα στὴ Συνοδικὴ Βιβλιοθήκη τῆς Μόσχας, ἐνῶ σήμερα φυλάσσονται στὸ Ἱστορικὸ Μουσεῖο τῆς Ῥωσικῆς πρωτεύουσας. Ἐξάλλου τὴν ἴδια περίπου ἐποχὴ περιηγεῖται τὶς μονὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ συλλέγει χειρόγραφα γιὰ λογαριασμὸ τῆς Γαλλικῆς κυβερνήσεως ὁ ἀνήσυχος Κύπριος λόγιος Ἀθανάσιος, ὁ λεγόμενος Ῥήτωρ (1663). Σ᾽ αὐτὸν ὀφείλεται ἡ μεταφορὰ στὴ Γαλλία ἑκατὸν ἑπτὰ ἁγιορείτικων χειρογράφων, ἀνάμεσα στὰ ὁποῖα ἐννέα ἀπὸ τὴ Μονὴ Σταυρονικήτα (10ου ἕως 15ου αἰώνα), ποὺ σήμερα βρίσκονται στὴ συλλογὴ Coislin τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῶν Παρισίων.
Σήμερα σώζονται στὴ Μονὴ τὰ περγαμηνὰ χειρόγραφα τῶν ἔργων τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου καὶ ἕνα εἰκονογραφημένο Ψαλτήρι, ποὺ εἶναι προφανῶς τὸ ἀποδιδόμενο σὲ ἐκεῖνον. Ὅσο γιὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν χειρογράφων ποὺ ὑπῆρχαν τότε στὴ Μονὴ, φαίνεται πὼς ὁ Curzon μιλώντας γιὰ ὀκτακόσιους τόμους ἐννοεῖ ὅτι εἶδε χειρόγραφα καὶ ἔντυπα μαζί. Αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὴ συνέχεια τῆς περιγραφῆς του, ὅπου ἀναφέρεται σὲ διακόσια περίπου περγαμηνὰ καὶ ὑπερδιακόσια χάρτινα χειρόγραφα. Φαίνεται ὅτι τὰ ὑπόλοιπα τετρακόσια περίπου ἦταν ἔντυπα τοποθετημένα μαζὶ μὲ τοὺς κώδικες, πράγμα ποὺ σημείωσαν, οἱ Carlyle καὶ Hunt. Ὅμως καὶ ἀπὸ τὰ ὑπερτετρακόσια αὐτὰ χειρόγραφα, περισσότερα ἀπὸ τὰ μισὰ χάθηκαν μέχρι τὸ 1880, ἀφοῦ τότε ὁ Σπ. Λάμπρος βρῆκε στὴ Μονὴ καὶ καταλογογράφησε μόνο ἑξήντα ἐννέα κώδικες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους μόλις οἱ πενήντα ἑπτὰ ἦταν περγαμηνοί. Ἀργότερα ὁ λόγιος μοναχὸς Γαβριὴλ Σταυρονικητιανὸς δημοσίευσε τὴν περιγραφὴ ἑνὸς ἀκόμη κώδικα καὶ τεσσάρων περγαμηνῶν εἰληταρίων. Τὸ 1953 ὁ καθηγητὴς Μ. Ι. Μανούσακας βρῆκε στὴ Μονὴ καὶ περιέγραψε ἕντεκα ἀκόμη κώδικες διαπίστωσε ὅμως τὴν ἀπώλεια —ἢ τουλάχιστον τὴν ἀπουσία ἀπὸ τὴ βιβλιοθήκη— δέκα παλαιοτέρων κωδίκων. Μετὰ τὸ 1968 μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἀνασυγκροτήσεως καὶ τοῦ νοικοκυρέματος τῆς Μονῆς ἐντάσσεται καὶ τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ βιβλιοθήκη, ἡ ὁποία στὸ διάστημα αὐτὸ καταλογογραφεῖται συστηματικὰ καὶ ἐμπλουτίζεται μὲ παλαιότερα πατερικὰ κείμενα καὶ σύγχρονα θεολογικὰ βιβλία. Ἐδῶ καὶ μερικὰ χρόνια περίπου ἡ βιβλιοθήκη στεγάζεται στὸ ἰσόγειο τῆς πρόσφατα ἀνακαινισμένης νοτιοδυτικῆς πτέρυγας.
|
![]()