ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΑ
ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Ἡ Τράπεζα

Στὴ νοτιοανατολικὴ πτέρυγα, ποὺ ἐκτείνεται στὰ δεξιὰ τῆς σημερινῆς εἰσόδου τῆς Μονῆς καὶ κατέχει τὸ τμῆμα τοῦ κυρίως κτηριακοῦ συνόλου ἀπὸ τὸν πύργο μέχρι τὸ ἀνατολικὸ ἄκρο του, δεσπόζει ὁ χῶρος τῆς Τράπεζας. Ὁλόκληρη αὐτὴ ἡ πτέρυγα ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσερα διαφορετικὰ τμήματα: τὰ δύο κτηριακὰ τῆς Τράπεζας καὶ τοῦ μαγειρείου, τὸν πύργο τοῦ κωδωνοστασίου καὶ τὸ ἀρχονταρίκι ἢ πορταρίκι τῆς εἰσόδου.


Ἄποψη τῆς Τράπεζας.

Τὸ κτήριο τῆς Τράπεζας, μὲ γενικὲς ἐξωτερικὲς διαστάσεις μήκους 24 μ. καὶ πλάτους 7,50 μ. περίπου, ἔχει ὕψος ποὺ κυμαίνεται ἀπὸ 10 ἕως 18 μ. ἀπὸ τὸ ἔδαφος καὶ εἶναι, διώροφο στὸ δυτικὸ τμῆμα του καὶ τετραώροφο μὲ δύο ὑπόγεια στὸ ἀνατολικό.

Στὸ πρῶτο ὑπόγειο τῆς Τράπεζας ὁ χῶρος καλύπτεται μὲ θόλο, μορφῆς ὀξυκόρυφου τόξου, ὁ ὁποῖος στὸ ἀνατολικὸ ἄκρο του συμπληρώνεται μὲ πρόσθετη κόγχη, ἐνῶ στὸ δυτικό ἐνισχύεται μὲ πρόσθετο ἡμικυκλικῆς μορφῆς τόξο. Στὴν ὀροφὴ τοῦ  θόλου ὑπάρχει φραγμένο τετράγωνο ἄνοιγμα, ποὺ ἔχει μορφὴ καταπακτῆς.

Ὁ ἐπόμενος πρὸς ἀνατολὰς χῶρος, εἶναι διηρημένος σὲ δύο ἐπίπεδα μὲ ξύλινο πάτωμα.

Τὸ ἰσόγειο τῆς Τράπεζας ἀποτελεῖται ἀπὸ τρεῖς συνεχόμενους κατὰ μῆκος καὶ ὀρθογωνικῆς μορφῆς σὲ κάτοψη χώρους, ποὺ ἂν καὶ βρίσκονται σὲ διαφορετικὲς ὑψομετρικὲς στάθμες, ἐπικοινωνοῦν τόσο μεταξύ τους ὅσο καὶ μὲ τὴν πρὸς βορρᾶν εὑρισκόμενη αὐλὴ τῆς Μονῆς. Στὸ δυτικὸ τοῖχο τοῦ  πρώτου πρὸς δυσμὰς θολωτοῦ χώρου, τυφλοῦ πλέον σήμερα, διατηροῦνται ἀκόμη τὰ ἴχνη ἀπὸ ἕνα φραγμένο, σὲ δύο φάσεις, εὐρὺ τοξωτὸ ἄνοιγμα. Τὸ ἄνοιγμα αὐτὸ ἀρχικὰ φράχθηκε καὶ μετατράπηκε σὲ πολεμίστρα, ἐνῶ ἀργότερα ἀποκλείστηκε  ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὸ πρὸς δυσμὰς πορταρίκι τῆς Μονῆς. Ἐπιπλέον, ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ πλευρὰ τοῦ  δυτικοῦ τοίχου τοῦ  κτηρίου, ὑπάρχει ἀβαθὲς ἁψίδωμα μὲ ἀφιερωματικὴ τοιχογραφία, ποὺ εἰκονίζει τόσο τὸν ἅγιο Νικόλαο ὅσο καὶ τὸν Τίμιο Πρόδρομο, ἐνῶ στὴν ὑπόλοιπη ἐπιφάνεια τοῦ  ὀρθογωνίου πλαισίου ποὺ περιβάλλει τὸ ἁψίδωμα εἰκονίζεται καὶ ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου.

Ὁ πρῶτος ὄροφος τοῦ  κτηρίου καταλαμβάνεται σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς κοινοβιακῆς Τράπεζας τῆς Μονῆς, ἐνῶ πρὸς τὰ δυτικὰ διαμορφώνονται δύο περιορισμένων διαστάσεων βοηθητικοί χώροι τοῦ  μαγειρείου καὶ ἕνας ἡμιϋπαίθριος στεγασμένος διάδρομος (χαγιάτι), ὅπου καταλήγει ἡ λιθόκτιστη σκάλα ἀνόδου ἀπὸ τὸ ἰσόγειο καὶ ξεκινᾶ μία ἄλλη στενὴ ξύλινη σκάλα ἀνόδου πρὸς τὸ κωδωνοστάσιο.

Ἡ Τράπεζα εἶναι ἕνας ὀρθογώνιος χῶρος. Στὸ μέσο τοῦ  ἀνατολικοῦ της τοίχου καταλήγει σὲ μεγάλη ἁψιδωτὴ κόγχη, ἡμικυκλικὴ ἐσωτερικὰ καὶ τρίπλευρη ἐξωτερικά, ποὺ διαθέτει ἕνα δίλοβο παράθυρο στὸ κέντρο. Στὴ νοτιοανατολική της γωνία προεκτείνεται σὲ ἕνα μικρῶν διαστάσεων θολωτὸ θάλαμο, ποὺ εἶναι διαμορφωμένος σὲ παρεκκλήσι ἀφιερωμένο στὸν Τίμιο Πρόδρομο.


Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος.
(Στὴ νότια πλευρὰ τῆς Τράπεζας στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου)

Ὁ νότιος τοῖχος τῆς Τράπεζας, διαθέτει μιὰ σειρὰ τριῶν μεγάλων σχετικά, τοξωτῶν ἐσωτερικὰ καὶ ὀρθογωνικῶν ἐξωτερικά, παραθύρων, ποὺ φαίνεται νὰ ἀνήκουν στὴ φάση τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ  κτηρίου ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱερεμία Α´. Ἀξίζει νὰ σημειωθῇ ἐδῶ ὅτι στὶς ἁγιογραφημένες ἐπιφάνειες αὐτοῦ τοῦ  τοίχου παρατηροῦνται χαράγματα.

Ὁ ἀνατολικὸς τοῖχος τῆς Τράπεζας, ὁ ὁποῖος θὰ πρέπει νὰ ἀποτελοῦσε καὶ αὐτὸς τμῆμα τοῦ  ὀχυρωματικοῦ περιβόλου τῆς ἀρχικῆς Μονῆς, φαίνεται ὅτι ἔχει ἐν μέρει ἀνακατασκευαστεῖ τουλάχιστον ἀπὸ τὴ βόρεια ἄκρη τοῦ  παρεκκλησίου τοῦ  Τιμίου Προδρόμου καὶ ἑξῆς.

Ὁ βόρειος τοῖχος τῆς Τράπεζας ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα λιθόκτιστο τμῆμα, ὡς μεσοτοιχία μὲ τὸ πρὸς βοῤῥᾶν παρεκκλήσι τοῦ  Ἁγίου Ἐλευθερίου.

Ὁ δυτικὸς τοῖχος, ὅμοιας δομῆς μὲ τὸν βόρειο, φέρει τὴν κεντρικὴ ξύλινη διακοσμημένη θύρα εἰσόδου στὴν Τράπεζα καὶ, ὑπεράνω αὐτῆς, τὴν ὡραία ἐπιγραφὴ τοῦ  ἔτους 1770.

Τὸ κτήριο τῆς Τράπεζας εἶναι μιὰ φρουριακὴ κατασκευὴ μὲ τοιχοποιία ἀπὸ ἀργολιθοδομή, στὴν κορυφὴ τῶν τοίχων. Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ τρία  παράθυρα τοῦ  ὀρόφου τῆς νότιας τοιχοποιίας, τὰ ὑπόλοιπα ἀνοίγματα εἶναι ἐντελῶς περιορισμένα. Σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαιότερη σωζόμενη ἀπεικόνιση τῆς Μονῆς τοῦ  ἔτους 1546, στὴ στέψη τῶν τοίχων τοῦ  ὀχυρωματικοῦ περιβόλου τῆς Μονῆς φαίνεται πὼς ὑπῆρχαν περιμετρικὲς ἐπάλξεις, γεγονὸς ποὺ ἐπέτεινε τὸ φρουριακὸ χαρακτήρα τοῦ  συνόλου.

Ἡ κατ᾽ ἀρχὴν χρονολόγηση τοῦ  κτηρίου τῆς Τράπεζας, μὲ βάση τὶς σωζόμενες ἀρχειακὲς πηγές, θὰ μποροῦσε νὰ τοποθετηθῇ γύρω στὸ 1546. Ὡστόσο ὑπάρχει μία σειρὰ ἀπὸ ἀρχιτεκτονικὰ στοιχεῖα ποὺ ἐπιτρέπει τὴν ὑπόθεση ὅτι τὸ κτήριο αὐτό, ἀνήκει σὲ προγενέστερη  φάση, καὶ πιθανότατα στὴν ἀρχικὴ Μονὴ τοῦ  11ου - 12ου αἰώνα. Τέλος, μὲ βάση ὅλα τὰ ἀνωτέρω στοιχεῖα, ἡ χρονολόγηση τοῦ  κτηρίου τῆς Τράπεζας θὰ μποροῦσε νὰ τοποθετηθῇ πρὶν ἀπὸ τὸ 1546 καὶ, πιθανότατα, στὴν περίοδο ἱδρύσεως τῆς ἀρχικῆς Μονῆς, δηλαδὴ κατὰ τὸν 11ο ἢ 12ο αἰώνα.


Ὁ Χριστὸς ὡς Μέγας Ἀρχιερεύς.  


Ἡ Παναγία τοῦ τέμπλου. (16ος αἰών)
 


Πίσω