Τὸ Καθολικό
![]()
|
Ἡ ἀνοικοδόμηση τοῦ Καθολικοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα περατώθηκε τὸ 1546 καὶ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ εὐάριθμα καθολικὰ Ἀθωνικῶν μονῶν, τὰ ὁποῖα ἀνοικοδομοῦνται ἢ ἀνακαινίζονται στὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 16ου αἰώνα. Ἒχει συνολικὲς ἐξωτερικὲς διαστάσεις μήκους 19 μ. (χωρὶς τὸ προστῶο) καὶ πλάτους 8,50 μ., καὶ εἶναι τὸ μικρότερο ἀπὸ τὰ εἴκοσι ἁγιορείτικα καθολικά. Εἶναι ἐπίσης τὸ μόνο καθολικὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους ποὺ —προφανῶς λόγῳ ἐλλείψεως τοῦ ἀπαραιτήτου χώρου— δὲν ἔχει τὶς χαρακτηριστικὲς γιὰ τὸν ἁγιορείτικο τύπο ναοῦ πλάγιες ἡμικυκλικὲς κόγχες τῶν δύο χορῶν τῶν ψαλτῶν, ὅπως ἐπίσης, γιὰ τὸν ἴδιο λόγο, στερεῖται καὶ πλευρικῶν παρεκκλησίων, ποὺ συνηθίζονται σὲ πολλοὺς ἄλλους ἁγιορείτικους ναούς. Καλύπτει τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἀνατολικῆς αὐλῆς τῆς Μονῆς ἀφήνοντας περιμετρικὰ ἕνα πολύ στενὸ ἀκάλυπτο διάδρομο, ποὺ τὸ πλάτος του κατὰ διαστήματα αὐξομειώνεται ἀπὸ 1,50 ἕως 3 μ. Ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσερα τμήματα: τὸ Ἱερό Βῆμα, τὸν κυρίως Ναό, τὴ Λιτὴ καὶ τὸ προστῶο.
Ὁ ναὸς ἀνήκει στὸν σύνθετο σταυροειδὴ ἐγγεγραμμένο τετρακιόνιο μὲ τροῦλλο ρυθμό. Τὸ Ἱερό Βῆμα σχηματίζεται ἐκτὸς τοῦ σταυροῦ αὐτοῦ τοῦ κυρίως ναοῦ καὶ καταλήγει ἀνατολικὰ σὲ τρεῖς κόγχες ἡμικυκλικὲς ἐσωτερικὰ καὶ τρίπλευρες ἐξωτερικὰ, ποὺ μὲ ἐξαίρεση τὴν κεντρικὴ κόγχη προεξέχουν ἐλάχιστα ἀπὸ τὴν τοιχοποιία τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς. Οἱ θόλοι τοῦ Ἱεροῦ Βήματος στηρίζονται ἐπίσης σὲ δύο χαμηλότερους μαρμάρινους κίονες μὲ ἀντίστοιχα κιονόκρανα. Στὴ βόρεια καὶ τὴ νότια πλευρὰ τοῦ Ἱεροῦ Βήματος σχηματίζονται —σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὸ μεσαῖο τμῆμα του ποὺ ἔχει κέντρο τὴν Ἁγία Τράπεζα μὲ τὸ κιβώριο— τὰ δύο παραδήματα, ποὺ καλύπτονται μὲ σκαφοειδεῖς θόλους. Ὁ χῶρος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος χωρίζεται ἀπὸ τὸν κυρίως ναὸ μὲ ψηλὸ ξυλόγλυπτο ἐπιχρυσωμένο τέμπλο, ποὺ χρονολογεῖται σύμφωνα μὲ τὴ σχετικὴ κτητορική του ἐπιγραφὴ στὸ 1743. Τὸ Ἅγιο Βῆμα δὲν διαθέτει ἐξωτερικὴ εἴσοδο ἀπὸ τὴν αὐλὴ παρὰ μόνο τὶς τρεῖς πύλες (τὴν Ὡραία Πύλη, τὴ βόρεια καὶ τὴ νότια) τοῦ τέμπλου πρὸς τὸν κυρίως ναὸ.
Στὸν κυρίως ναὸ, ποὺ μαζί μὲ τὸ Ἱερό Βῆμα ἔχει ἐξωτερικὲς διαστάσεις μήκους 11,50 μ. καὶ πλάτους 8,50 μ. περίπου, διακρίνονται ἀρχιτεκτονικὰ οἱ τέσσερις κεραῖες τοῦ σταυροῦ, οἱ ὁποῖες καλύπτονται μὲ ἡμικυκλικοὺς θόλους, ὅπως ἐπίσης τὰ τέσσερα γωνιακὰ διαμερίσματα καλύπτονται μὲ σκαφοειδεῖς θόλους. Ὁ ἡμισφαιρικὸς τροῦλλος φέρεται σὲ ψηλὸ τύμπανο, κυλινδρικὸ ἐσωτερικὰ καὶ δωδεκάπλευρο ἐξωτερικά. Ὁ τροῦλλος καὶ τὸ τύμπανο στηρίζονται σὲ τέσσερις μονολιθικοὺς κίονες ἀπὸ γκρίζο γρανίτη ποὺ ἔχουν ὡς ἐπίστεψη ἁπλὰ τεκτονικὰ κιονόκρανα. Τὸ δάπεδο εἶναι πλακόστρωτο μὲ μαρμάρινες πλάκες στὸ κέντρο καὶ σχιστόπλακες περιμετρικά, ἐνῶ σὲ ὁρισμένες κεντρικὲς περιοχές του ὑπάρχουν διακοσμήσεις μὲ ἔνθετα κομμάτια ἀπὸ πέτρα καὶ μολύβι σὲ διάφορα γεωμετρικὰ σχήματα. Ὁ κυρίως ναὸς μαζὶ μὲ τὸ Ἅγιο Βῆμα φωτίζονται μὲ τριαντατέσσερα ἁπλὰ, διπλὰ ἢ καὶ τριπλὰ μονόλοβα καὶ δύο ὀρθογωνικῆς μορφῆς παράθυρα, ποὺ μοιράζονται σὲ τέσσερις στάθμες —ἂν συμπεριληφθεῖ ὡς ἀνώτερη τέταρτη στάθμη ἐκείνη τοῦ τρούλλου— καὶ διαμορφώνονται μὲ διαδοχικὰ ἁψιδώματα τῆς ἐξωτερικῆς τοιχοποιΐας. Ἀπὸ τὸ σύνολο αὐτῶν τῶν παραθύρων ἐπισημαίνεται ἡ παρουσία τῶν δύο μεγαλυτέρων στὴν κάτω στάθμη τῆς βόρειας καὶ τῆς νότιας πλευρᾶς, ποὺ διαφέρουν ὡς πρὸς τὴ μορφὴ ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ μέγεθος ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα. Εἶναι ὀρθογωνικά καὶ καταλαμβάνουν τὶς θέσεις ὅπου σχηματίζονται οἱ χοροὶ τῶν ψαλτῶν στοὺς τρίκογχους Ἀθωνικοῦ τύπου ἁγιορείτικους ναούς. Ἴσως τὰ παράθυρα αὐτά ἀποτελοῦν μεταγενέστερες διανοίξεις, ποὺ ὡστόσο χρονολογοῦνται πρὶν τὸ 1546.
Ἐδῶ θὰ ἦταν χρήσιμο, πλάι στὴν ἀρχιτεκτονικὴ περιγραφὴ τοῦ κυρίως ναοῦ, νὰ γίνῃ καὶ μία —ἀκροθιγὴς ἔστω— ἀναφορὰ στὸν ἐσωτερικὸ ἐξοπλισμὸ καὶ διάκοσμο του. Τὸ τέμπλο ποὺ χωρίζει τὸν κυρίως ναὸ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Βῆμα, ὅπως ἀναφέρθηκε προηγουμένως, πέρα ἀπὸ τὴ δική του σπάνια ξυλογλυπτικὴ ἀξία, κοσμεῖται μὲ τὸ περίφημο Δωδεκάορτο καὶ τὸν Σταυρὸ μὲ τὰ «λυπητερά», στὸ ἐπάνω μέρος, ἔργα τοῦ Θεοφάνη ποὺ χρονολογοῦνται στὸ 1546 καὶ ἀνῆκαν προφανῶς στὸ τέμπλο τῆς τότε ἐποχῆς. Ἐξάλλου οἱ δύο δεσποτικὲς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου —ἐξαιρετικὰ χαρακτηριστικὲς γιὰ τὴ Μονή Σταυρονικήτα— σήμερα κοσμοῦν τοὺς δύο δυτικοὺς κίονες τοῦ ναοῦ. Μπροστὰ ἀπὸ τοὺς δύο ἀνατολικοὺς κίονες ὑπάρχουν τὰ δύο προσκυνητάρια. Στὸ δεξιὸ προσκυνητάρι ξεχωρίζει ἡ θαυματουργὴ ψηφιδωτὴ εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου, τοῦ ἐπονομαζομένου Στρειδᾶ, ἐφέστιος εἰκόνα καὶ «παλλάδιο» τῆς Μονῆς, ἐνῶ στὸ ἀριστερὸ προσκυνητάρι ὑπάρχει ἡ εἰκόνα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, δεύτερου προστάτη τῆς Μονῆς, στὸν ὁποῖο μάλιστα κατὰ μία παράδοση ἦταν ἀρχικὰ ἀφιερωμένος καὶ ὁ ναὸς. Ὡστόσο ἐδῶ πρέπει ἀκόμη νὰ ἀναφερθοῦν ὁ ξυλόγλυπτος ἀρχιερατικὸς θρόνος, ποὺ σύμφωνα μὲ τὴν ἀφιερωματική του ἐπιγραφὴ χρονολογεῖται στὸ ἔτος 1849, τὰ δύο παλαιὰ ἀναλόγια τῶν ψαλτῶν μὲ τὰ ἔνθετα ἀπὸ φίλντισι τεμάχια ποὺ σχηματίζουν σπάνιας τέχνης γεωμετρικὰ σχήματα, ὁ βαρὺς μπρούντζινος πολυέλεος μαζὶ μὲ τὸν περιμετρικὸ χορό, τὰ ἐπίσης μπρούντζινα ἐπιβλητικὰ μανουάλια τοῦ 1937 καὶ 1848, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ ξυλόγλυπτα ἁγιορείτικα στασίδια, ποὺ καλύπτουν τὴν ἐσωτερικὴ περίμετρο τοῦ ναοῦ.
Ἡ Λιτή, εἶναι ἕνα τετράπλευρο ναόσχημο πρόκτισμα, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς συνεπτυγμένος τύπος σταυροειδοὺς δικιονίου ναοῦ μὲ τροῦλλο. Ἔχει τεταρτοσφαίρια στὶς ἑκατέρωθεν πλευρὲς τοῦ τρούλλου ἀλλὰ καὶ κεραίες καὶ ἡμικυλινδρικὸ θόλο στὴν δυτική. Τὰ δύο δυτικὰ γωνιακὰ διαμερίσματα καλύπτονται μὲ σκαφοειδεῖς θόλους. Ὁ ἡμισφαιρικὸς τροῦλλος, μὲ κυλινδρικὸ τύμπανο στηρίζεται στὸν δυτικὸ τοίχο τοῦ κυρίως ναοῦ ἀλλὰ καὶ σὲ δύο κεντρικοὺς κτιστοὺς ἐπιχρισμένους κίονες μὲ ἀντίστοιχα κιονόκρανα. Τὸ δάπεδο εἶναι στρωμένο μὲ ἁπλὲς μαρμάρινες πλάκες. Φωτίζεται μὲ δεκαέξι μονόλοβα καὶ δύο ὀρθογωνικῆς μορφῆς παράθυρα. Διαθέτει σήμερα δύο εἰσόδους, ἐνῶ μία ἀκόμη δευτερεύουσα εἴσοδος στὴν βόρεια πλευρά, φαίνεται ὅτι φράχθηκε σὲ μεταγενέστερη φάση. Ὅλα τὰ ἀνοίγματα τῶν εἰσόδων, διαθέτουν ἡμικυκλικοὺς φωτιστικοὺς φεγγίτες. Οἱ ἐσωτερικὲς ἐπιφάνειες τῆς Λιτής εἶναι ἐπίσης καταγραφὲς μὲ ἁγιογραφίες ποὺ ἀποδίδονται στὸν Θεοφάνη, εἶναι πολύ νεώτερες χρονολογικὰ καὶ ὑποδιέστερες καλλιτεχνικά. Εἶναι λοιπὸν ἐμφανὲς ὅτι τὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα συγκροτεῖται ἀπὸ δύο κτήρια διαφορετικὰ μεταξύ τους. Τὸ ἕνα ἀποτελεῖ ὁ κυρίως ναὸς μὲ τὸ Ἅγιο Βῆμα, καὶ τὸ ἄλλο ἡ Λιτή. Ἐμφανείς κατασκευαστικοὶ ἁρμοί, παρὰ τὴν ὁμοιότητα στὴν δομὴ τῆς τοιχοποιῒας, χωρίζουν τὸ ἕνα κτήριο ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ἐξάλλου ἡ ὕπαρξη ἐπιγραφῆς στὸ βόρειο τοῖχο τῆς Λιτῆς μὲ τὴ χρονολογία 1628, δὲν ἀπαντᾶ στὸ πρόβλημα ποὺ ἀνακύπτει γύρω ἀπὸ τὴν ἀκριβὴ χρονολόγησή της, ἀφοῦ δὲν ἀναφέρεται οὔτε κἂν στὴν κατασκευὴ ὁλoκλήρου τοῦ βόρειου τοίχου ἀλλὰ μόνο τῆς βορειοδυτικῆς του γωνίας. Ἴσως ἐπίσης νὰ ἀναφέρεται μόνο στὸν σημερινὸ δυτικὸ τοῖχο τῆς Λιτῆς ἢ ἀκόμη σὲ κατασκευὲς ποὺ σήμερα ἔχουν χαθεῖ. Ἐξάλλου, διαπιστώνουμε ὅτι ἡ Λιτή ὑπέστη τουλάχιστὸν τρεῖς μετατροπὲς ἀπὸ τὸ 1546 καὶ ἑξῆς. Μὲ βάση τὰ μέχρι τώρα στοιχεῖα ἡ σημερινή της μορφὴ μπορεῖ νὰ χρονολογηθῇ στὸ διάστημα μεταξύ τῶν ἐτῶν 1744 καὶ 1817.
Ἡ τοιχοποιῒα, εἶναι ἀπὸ λιθοδομὴ μὲ ἐναλλασσόμενες στρώσεις ἡμιλάξευτων, πλακοειδοῦς μορφῆς, λίθων ἀπὸ πετρώματα τῆς περιοχῆς τῆς Μονῆς καὶ διπλῶν σειρῶν πλίνθων, μὲ χρήση συνδετικοῦ κονιάματος τύπου κουρασάνι. Τὰ ψηλὰ μέρη τῶν ἐξωτερικῶν ὄψεων τῆς τοιχοποιῒας τοῦ κυρίως ναοῦ εἶναι ἐπιχρισμένα καὶ χρωματισμένα σὲ ἀπὸχρωση τοῦ χοντροκόκκινου. Ὁ κατασκευαστικὸς ἁρμὸς μεταξὺ κυρίως ναοῦ καὶ Λιτῆς, μαρτυρεῖ τὴ διαφορὰ φάσεων μεταξὺ τῶν δύο κτηρίων. Στὸν βόρειο τοῖχο κατασκευῆς τῆς Λιτῆς, σώζεται καὶ ἡ μοναδική χρονολογημένη ἐπιγραφή τοῦ Καθολικοῦ, μὲ τὴ χρονολογία 1626. Ἡ τοιχοποιῒα τοῦ Καθολικοῦ, στηρίζεται σὲ κτιστὴ βάση ποὺ εἶναι ὁρατὴ ἀπὸ τοὺς ὑπόγειους χώρους τῆς Μονῆς, θεμελιωμένη στὸ κεκλιμένο φυσικὸ βραχῶδες πρανές, μὲ πιθανή χρήση τοξωτῶν καὶ θολωτῶν ὑπόγειων κατασκευῶν, ποὺ δὲν ἔχουν μέχρι τώρα διερευνηθεῖ. Ἡ στέγη τοῦ Καθολικοῦ καλύπτεται μὲ φύλλα μολύβδου. Στὴν κορυφὴ κάθε τρούλλου, τόσο τοῦ κυρίως ναοῦ, ὅσο καὶ τῆς Λιτῆς, ὑπάρχει ἀπὸ ἕνας μεταλλικὸς σταυρός, στηριζόμενος σὲ μαρμάρινες βάσεις ποὺ προέρχονται ἀπὸ ἀρχαιότερα ἀρχιτεκτονικὰ μέλη. Τὸ προστῶο, σχηματίζεται μπροστὰ στὴ δυτικὴ ὄψη τῆς Λιτῆς, μεταξὺ τοῦ πύργου καὶ τῆς βόρειας πτέρυγας τῆς Μονῆς. Πρόκειται γιὰ ἕνα χαμηλωμένο ἡμισφαιρικὸ θόλο. Κάτω ἀπὸ τὴ στέγη αὐτὴ καὶ μεταξύ τῆς Λιτῆς καὶ τοῦ προστώου σχηματίζεται ἕνας στεγασμένος διάδρομος, ποὺ συνδέει τὸ ἐπίπεδο τοῦ πρώτου ὀρόφου τῆς βόρειας πτέρυγας μὲ τὸ ἀντίστοιχο τῆς νότιας καὶ μὲ τὴν ἐκεῖ εἴσοδο τοῦ πύργου τῆς Μονῆς. Ἡ κατασκευὴ τοῦ προστώου ἀνάγεται, στὰ 1880. Εἶναι ἐπομένως φυσικὸ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι τὸ προστῶο ἀντικατέστησε τότε τὴν ὑπάρχουσα στὴ θέση αὐτὴ ἐγκάρσια πτέρυγα τῆς Μονῆς, ποὺ καταστράφηκε πιθανότατα ἀπὸ τὴν πυρκαγιὰ τοῦ ἔτους 1879.
Τέλος, ἐκεῖνο ποὺ ἐντυπωσιάζει ἰδιαίτερα τὸν μελετητὴ εἶναι τὸ γεγονός ὅτι, παρὰ τὶς χρονολογικὲς διαφορὲς καὶ τὴν ποικιλία τῆς προελεύσεως τῶν ἐπιμέρους στοιχείων τῶν κατασκευῶν τὸ σύνολο του παρουσιάζει μιὰ ἀξιοθαύμαστη ἑνότητα ποὺ συμπληρώνει ἁρμονικὰ τὴν ἀρχιτεκτονικὴ καὶ ἁγιογράφηση τοῦ ναοῦ. Τὸ ἦθος τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἡ εἰκονογραφικὴ ἔκφραση, ἡ ἀρχιτεκτονικὴ διαγωγή, τὸ ὑμνογραφικὸ ὕφος εἶναι συνταιριασμένα, "συντεταγμένα καὶ συναριθμούμενα"». Καὶ νομίζουμε τελικὰ πὼς αὐτὴ ἡ καίρια βιωματικὴ διαπίστωση ἐπιλύει μὲ τὸν πιὸ αὐθεντικὸ τρόπο ὅλα τὰ προβλήματα καὶ ἐξομαλύνει τὶς δυσκολίες ποὺ προκύπτουν στὴν καλοπροαίρετη ἔρευνα τέτοιων ἀρχιτεκτονημάτων.
|
![]()