ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΑ
ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Ἵδρυση καὶ ἱστορία

Ἐνῶ δὲν ὑπάρχουν σαφεῖς πληροφορίες γιὰ τὸν πρῶτο ἱδρυτὴ ἢ κάποια ἀκριβὴς χρονολογία γιὰ τὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς, οἱ διάφορες παραδόσεις, ἀλλά προπάντων τὸ ἔγγραφο ἐκεῖνο ποὺ ἐξέδωσε τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1012 ὁ Πρῶτος τοῦ Ἁγίου Ὄρους Νικηφόρος καὶ φυλάσσεται στὸ ἀρχεῖο τῆς Μεγίστης Λαύρας ἀναλαμβάνουν νὰ μᾶς ξεναγήσουν στὶς ἀρχὲς τῆς ἱστορίας της. Ἰδιαίτερα τὸ ἔγγραφο αὐτὸ μαρτυρεῖ καὶ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ συμπεράνουμε ὅτι ή Μονή Σταυρονικήτα εἶχε ἱδρυθεῖ πρὶν ἀπὸ τὴ χρονολογία αὐτή. Σύμφωνα λοιπόν μὲ αὐτὸ ἡ ἵδρυσή της ἀνάγεται πιθανότατα στὰ μέσα ἢ στὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 10ου αἰώνα, ὁπότε παρουσιάζεται σύγχρονη καὶ «συνηλικιώτις» μὲ τὶς μεγάλες «παλαιγενεῖς καὶ παλαιφάτους» Μονὲς τοῦ Βατοπαιδίου, τῶν Ἰβήρων κ.λπ. Ἡ Μονή μνημονεύεται σὲ μία σειρά ἄλλων ἑπτὰ ἐγγράφων, ποὺ χρονολογοῦνται μεταξύ τῶν ἐτῶν 1015 καὶ 1153 καὶ σώζονται στὰ ἀρχεῖα διαφόρων μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἐκεῖ φαίνεται ὅτι τουλάχιστον ἀπὸ τὸ ἔτος 1018 ἢ 1019 ἡ ὀνομασία Σταυρονικήτα ἀντικαθιστᾶ ἐντελῶς τὴν παλαιότερη Στραβονικήτα.

Ἐπίσης σὲ κάποιο ἄλλο ἀπὸ τὰ ἔγγραφα αὐτά, ποὺ χρονολογεῖται τὸ 1108, ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἀξιοσημείωτη πληροφορία γιὰ τὴ Μονή. Ἐκεῖ μεταξύ ἄλλων ἁγιορειτῶν ἡγουμένων ὑπογράφει καὶ ὁ «Νήφων μοναχός καὶ ἡγούμενος τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου τοῦ ποτέ Σταυροἀνικήτου δοῦλος». Παρότι ή φράση εἶναι ἀρκετά ἀσαφής, ἀφήνει νὰ διαφανεῖ ὅτι τὸ Καθολικό τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα ἦταν ἀφιερωμένο τότε —ἢ καὶ ἐξαρχῆς— στὸ ὄνομα τῆς Θεοτόκου καὶ ὅτι στὰ χρόνια ἐκεῖνα ἦταν γνωστὴ περισσότερο μὲ αὐτὴ τὴν προσωνυμία ἡ Μονή, χωρίς βέβαια να ξεχασθεί καὶ το παλαιότερο ὄνομα της. Ὅσο γιὰ τὴν ὀνομασία «Σταυροἀνικήτου», ποὺ προῆλθε ἀπὸ παρετυμολογία τοῦ ὀνόματος τῆς Μονῆς, ὑποχώρησε ὅπου καὶ ἡ προσωνυμία ὡς Μονῆς τῆς Θεοτόκου, ἀφοῦ λίγες δεκαετίες ἀργότερα μαρτυρεῖται καὶ πάλι μὲ τὸ παλαιότερο ὄνομα της. Στὸ τελευταῖο ἀπὸ τὰ ἔγγραφα ποὺ προηγουμένως ὐπαινιχθήκαμε, δηλαδή ἐκείνο τοῦ 1153 ποὺ ἐξέδωσε ὁ τότε Πρῶτος τοῦ Ἁγίου Ὅρους Γαβριήλ, γίνεται λόγος περί «τοῦ καθηγουμένου καὶ ἐπιτηρητοῦ τῆς Μονῆς τοῦ Σταυρονικήτα».

Αὐτή εἶναι καὶ ἡ τελευταία μνεία γιὰ τὴ Μονή ποὺ ὑπάρχει σὲ ἱστορικά ἔγγραφα πρὶν ἀπὸ τὴ διάλυση της. Μετά τὸ 1153 καὶ γιὰ ἀρκετά χρόνια ἀργότερα δὲν ὑπάρχει καμιά πληροφορία. Οἱ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους —δηλαδή κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 12ου αἰώνα— αὐξανόμενες πειρατικὲς ἐπιδρομὲς στὸ Αἰγαῖο, καθώς ἐπίσης καὶ οἱ φραγκικὲς καὶ καταλανικὲς κατακτήσεις ποὺ ἀκολούθησαν κατὰ τὸν 13ο καὶ 14ο αἰώνα, δημιούργησαν πλεῖστα προβλήματα στὸ Ἅγιον Ὄρος ὅπως καὶ εὐρύτερα σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἀνατολή. Οἱ Φράγκοι πειρατὲς μὲ ληστρικὸ τρόπο λεηλάτησαν πολλὲς ἁγιορείτικες μονὲς καὶ σκότωσαν ἢ καταδίωξαν καὶ διασκόρπισαν τοὺς μοναχούς. Τότε καὶ ἡ Μονὴ Σταυρονικήτα φαίνεται ὅτι εἴτε καταστράφηκε καὶ διαλύθηκε ἐντελῶς εἴτε, ἀφοῦ λεηλατήθηκε, περιέπεσε σὲ παρακμὴ καὶ ἔσβησε μετά ἀπὸ λίγα χρόνια. Σύμφωνα μὲ τὸ ἁγιορείτικο δίκαιο, ἡ ἐρειπωμένη μονὴ μὲ ὅλα τὰ κτήματά της περιῆλθε στὴ δικαιοδοσία τοῦ Πρώτου τῶν Καρυῶν, ἀφοῦ, ὅπως ἀναφέρεται, ἀπὸ τὸ 1287 βρισκόταν «εἰς παντελῆ ἀφανισμόν». Τότε ἡ γειτονικὴ Μονὴ Κουτλουμουσίου εἶχε ζητήσει ἀπὸ τὸν Πρῶτο Ἰωάννη νὰ ἀνταλλάξει κάποιο μονύδριο ποὺ τῆς εἶχε παραχωρηθεί παλαιότερα μὲ τὴν ἐρημωμένη Μονὴ Σταυρονικήτα, γιατί ἡ τελευταία εἶχε μεγαλύτερη κτηματικὴ περιουσία. Ἐκεῖνος ἀπάντησε θετικά στὸ αἴτημα αὐτό, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅτι ἡ Μονὴ Κουτλουμουσίου θὰ φρόντιζε γιὰ τὴν ἀναστήλωση καὶ ἀνακαίνιση τῆς ἐρειπωμένης Μονῆς.

Πράγματι, φαίνεται ὅτι οἱ Κουτλουμουσιανοί μοναχοί δὲν περιορίσθηκαν μόνο στὴν ἐκμετάλλευση τῶν κτημάτων τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα ἀλλά ἐπισκεύασαν καὶ τὶς κτηριακές της ἐγκαταστάσεις. Ἀργότερα πρέπει νὰ ἀνασυστήθηκε γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα ὡς μονὴ ἢ νὰ δόθηκε μὲ ἐνοίκιο ὡς κελλίον σὲ διαφόρους μοναχούς ποὺ ἔφεραν καὶ τὴν προσωνυμία τοῦ «Σταυρονικήτη» ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς «πάλαι ποτέ διαλαμψάσης» Μονῆς. Δὲν εἶναι γνωστό ἄν ἐξακολουθοῦσε καὶ τότε νὰ ὑπάγεται ἐπιτροπικὰ στὴ Μονὴ Κουτλουμουσίου, πάντως γιὰ ἀρκετὰ χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸ 1533 εἶχε περιέλθει καὶ πάλι στὴ δικαιοδοσία τοῦ Πρώτου τοῦ Ἁγιου Ὄρους, προφανῶς γιατί βρισκόταν σὲ κατάσταση ἐρημώσεως. Ἀργότερα παραχωρήθηκε στὴ Μονή Φιλόθεου, ἡ ὁποία νεμόταν τὰ κτήματά της μέχρι τὸ 1533. Ὡστόσο καὶ κατὰ τὸ διάστημα ποὺ ἡ Μονή ἦταν ἔρημη, ἡ Ἱερά Κοινότης συντηροῦσε τὸν πύργο της, ποὺ χρησίμευε ὡς παρατηρητήριο καὶ βίγλα τῶν Καρυῶν.

Κατὰ τὸν 16ο αἰώνα, στὴ διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Σουλτάνου Σουλεϊμάν Α´ τοῦ Μεγαλοπρεποῦς, ἐπιχειρήθηκε δύο φορές ἡ ἀνασύσταση καὶ ἀναστήλωση τῆς Μονῆς. Ἡ πρώτη συνδέεται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ μοναχοῦ Γρηγορίου Γηρομεριάτη, ἡγουμένου τῆς Μονῆς Γηρομερίου στὴ Θεσπρωτία τῆς Ἠπείρου, ποὺ ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1533, γιὰ νὰ ἀναδειχθεῖ ὁ πρῶτος ἀνακαινιστής τῆς Μονῆς. Σύμφωνα μὲ τέσσερα ἔγγραφα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ζήτησε νὰ ἀγοράσει τὸ τότε «κάθισμα» τῆς Μονῆς Φιλόθεου, «ὅπερ ἦν πρόπαλαι ὡς ἐρείπιον πεπαλαιωμένον», «τὸ τοῦ Σταυρονικήτα ἐπονομαζόμενον ἔκπαλαι, μετὰ τοῦ πύργου καὶ τοῦ ναοῦ καὶ τῶν κελλίων καὶ πάσης τῆς περιοχῆς αὐτοῦ [...] ἔτι δὲ καὶ τοῦ ναοῦ [...] ὅστις ἐστί πλησίον αὐτοῦ καλούμενος καὶ τιμώμενος τῷ τῆς ὑπεραγίας δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου τῆς Παντανάσσης ὀνόματι».

Σύμφωνα μὲ τὰ ἴδια ἔγγραφα, σκοπός τοῦ Γρηγορίου ἦταν ἡ ἀναστήλωση καὶ ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς στὴν προγενέστερη καὶ ἐπαυξημένη ὀχυρή της μορφή, σὲ μὶα στρατηγικῆς σημασίας τοποθεσία τῆς βόρειας ἀκτῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Αὐτό διαφαίνεται ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ ἔγγραφα: «τὸ ἀνακτίσαι αὐτό [τὸ μοναστήρι] καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν θεμελίων ἀνακαινίσαι [...] εἰς φυλακήν δὲ καὶ συντήρησιν τῶν τε ἐν αὐτῷ συναχθησομένων ὁσιωτάτων μοναχῶν καὶ παντός τοῦ ἀνά τὴν ἄρκτον Ἁγίου Ὄρους, διὰ τὸ εἶναι, αὐτό παρά τὴν θαλάττιον ἀκτήν ἐνιδρυμένον καὶ τοὺς θαλαττίους δῆθεν ληστάς ἀποσκοποῦν διὰ τῆς μελλούσης ἐν αὐτῷ γενέσθαι περιβολῆς καὶ τειχικῆς ἀσφαλείας καὶ ὀχυρότητος ὑπ᾽ αὑτοῦ». Ἀπὸ τὰ ανωτέρω ἀποσπάσματα αὐτῶν τῶν ἐγγράφων γίνεται ἐπίσης φανερό ὅτι τὸ Καθολικό τῆς ἐρειπωμένης τότε Μονῆς Σταυρονικήτα ἦταν ἀφιερωμένο στὸ ὄνομα τῆς Θεοτόκου, ὡστόσο ὅμως ἦταν διαφορετικό ἀπὸ τὸ ναΰδριο τῆς Θεοτόκου τῆς Παντανάσσης, ποὺ ἐπίσης ἀγόρασε ὁ Γρηγόριος.

Ἀμέσως μετά τὴν ἀγορά τῆς Μονῆς ὁ Γρηγόριος, σύμφωνα πάντοτε μὲ τὰ μνημονευόμενα ἔγγραφα, «πλείστην ὅσην σπουδήν εἰς αὐτό ἐπεδείξατο ἐν τε τῇ ἀνακτίσει αὐτοῦ καὶ βελτιώσει καὶ τῇ εἰς τὸ κρεῖττον μεταβολῇ». Ἐκτισε μερικά κελλιά, περιτείχισε τὴ Μονή καὶ ἐπισκεύασε τὸ Καθολικό της. Τὸν Μάϊο τοῦ 1536 ἐπισκέπτεται τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ζητᾶ ἀπὸ τὸν τότε Πατριάρχη Ἱερεμία τὸν Α´ τὴν ἔκδοση σιγιλλίου, δηλαδή ἐπίσημου πατριαρχικοῦ ἐγγράφου, γιὰ τὴν ἐπικύρωση τῆς ἀνακαὶνίσεως τῆς Μονῆς. Ὁ Πατριάρχης, ποὺ εἶχε ὅπου καὶ ὁ Γρηγόριος ἠπειρωτική καταγωγή, ἀποδέχθηκε ἀμέσως τὸ αἴτημα του καὶ ἐξέδωσε τὸ σιγίλλιο, μὲ τὸ ὁποῖο ἐπικυρώνονταν οἱ τίτλοι ἰδιοκτησίας τῆς Μονῆς.

Ἀλλὰ ὁ ἀνακαινιστικός ζῆλος τοῦ Γρηγορίου δὲν σταμάτησε ἐδῶ. Ἀπὸ μιὰ μεταγενέστερη πράξη τῆς Ἱερᾶς Συνάξεως τοῦ Ἁγιου Ὄρους μαθαίνουμε ὅτι ὁ Γρηγόριος ζήτησε καὶ πέτυχε νὰ προσαρτήσει στὴν ἀνασυσταθεῖσα Μονή Σταυρονικήτα τὴ γειτονική Μονή τοῦ Φακηνοῦ, ποὺ ἀπὸ χρόνια εἶχε ἐρημωθεῖ. Ὡστόσο δὲν πρόλαβε νὰ ὁλοκληρώσει τὸ οἰκοδομικό του πρόγραμμα. Λίγο μετά τὸν Μάϊο τοῦ 1536, καὶ πάντως ἀρκετά πρὶν ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1540, ἐκοιμήθη. Τὰ κτίσματὰ του «μετά τὸν ἐκείνου θάνατον εἰς τελείαν ἐρήμωσιν καταπεσεῖν ἐκινδύνευσε», ἐνῶ τὸ Καθολικό καὶ τὰ νεόκτιστα κελλιά τῆς Μονῆς λίγο ἀργότερα, ἐξαιτίας πυρκαγιᾶς, καταστράφηκαν. Ὅμως τὸ ἡμιτελές ἔργο τοῦ Γρηγορίου Γηρομεριάτη συνέχισε ὁ ίδιος ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας ὁ Α´ (1522-1546), ποὺ γίνεται ὁ δεύτερος καὶ κύριος κτήτορας τῆς Μονῆς.

Μετά τὸν θάνατο τοῦ Γρηγορίου Γηρομεριάτη καὶ τὴν μετατροπή σὲ ἐρείπια τῶν ἡμιτελῶν του κτισμάτων ἀπὸ τὴν πυρκαγιά, ἡ Ἱερά Σύναξις τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἔγραψε ἐπανειλημμένα στὸν Πατριάρχη Ἱερεμία νὰ ἀναλάβει ὁ ἲδιος τὴν ἀνάκτιση τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα. Ἡ σπουδή τῆς Ἱερᾶς Συνάξεως γιὰ τὴν ἀνάκτιση καὶ ἐπαναλειτουργία τῆς Μονῆς δὲν ὀφειλόταν μόνο στὸ ἐνδιαφέρον της γιὰ τὸ ἀρχαῖο αὐτό καθίδρυμα, ἀλλὰ καὶ στὴ φροντίδα τῆς νὰ ἐξασφαλισθοῦν οἱ Καρυές καὶ ἡ ἀνατολική αὐτή περιοχή τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀπὸ ἐνδεχόμενες πειρατικές ἐπισκέψεις. Ὁ Ιερεμίας μὲ εὐχαρίστηση ἀποδέχθηκε τὸ αἴτημα καὶ ἀποφάσισε νὰ ἔρθει ἐπί τόπου νὰ ἐξετάσει τὸ ζήτημα. Ὅπως ὁ ἴδιος ἀργότερα διηγεῖται, «ταύτην [τὴν Μονήν] ἡ μετριότης ἡμῶν οἰκείοις ὀφθαλμοῖς, τὸ τοῦ λόγου, ἰδοῦσα καὶ ἀκριβῶς τὸν αὐτῆς χῶρον πάντα ἀνιχνεύσασά τε καὶ κατοπτεύσασα καὶ καλῶς αὐτόν γνοῦσα, εὖ τε θέσεως ἔχοντα παραλίου καὶ εὐκρασίας ἀέρων ἔμπλεων, εὖ τε πρὸς πᾶσαν γηπονίαν καὶ ἐμφυτεύσεις ἀμπέλων ἐπιτήδειον ὄντα, [παρέλαβε ἐπισήμως τὴν Μονήν], δεήσει τε καὶ ἐκδόσει κοινή τε καὶ ἀξιώσει πάσης τῆς τοῦ ἁγιωνύμου Ὄρους θείας Συνάξεως, τοῦ ἐν αὐτῇ πρωτεύοντος [...] καὶ τῶν ἐγκριτωτέρων ἡγουμένων καὶ λοιπῶν αἰδεσίμων γερόντων [...] οἳ καὶ πρότερον μὲν πλειστάκις γράψαντες πρὸς τὴν ἡμῶν μετριότητα περί τούτου ἠξίωσαν καὶ ἐκπόνως ἱκέτευσαν, καὶ αὖθις σωματικῶς ἐκεῖσε ἐπιδημήσασαν ὁμοθυμαδόν πάντες αὐτήν παρεκάλεσαν τῆς τοιαύτης Μονῆς ἐπιλαβέσθαι ταχέως καὶ ὡς εἴη αὐτῇ βουλητόν τε καὶ δυνατόν αὐτήν ἀνακτίσασθαί τε καὶ βελτιώσασθαι».

Ἔτσι κατά τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωής του, ἀπὸ τὸ 1540 καὶ ἑξῆς, κύρια φροντίδα τοῦ Πατριάρχη ἦταν ἡ ἀνάκτηση, ἡ ἀνακαίνιση καὶ ὁ καλλωπισμός τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα. Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ χρονογράφος τῆς ἐποχῆς, «τοῦτος ὁ πατριάρχης κύρις Ἱερεμίας ἀνεκαίνισε ἐκ βάθρων γῆς τὸ μοναστήριον τοῦ Σταυρονικήτα, μέγας Νικόλαος ὀνομαζόμενον, μέσα εἰς τὸ Ἁγιον Ὄρος, ὅπου ἦτον ἔρημον. Καὶ τὸν ναόν μέγιστον καὶ θαυμαστόν μετά ναρθήκων ἔκαμε καὶ τὸν ἱστόρησε ὡραιότατα καὶ λαμπρά, καὶ κελλία τῶν καλογήρων ἔκαμε, καὶ πύργους καὶ τράπεζαν καὶ τοῖχον μέγαν καὶ δυνατόν τὸ γύρον ἔκτισε, καὶ ὥσπερ καστέλλι τὸ ἐκαλλώπισε· καὶ σκεύη πολύτιμα καὶ διάφορα ἐπροσήλωσε χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ, καὶ κτήματα πολλά, ἤγουν μούλκια, διὰ τροφήν τῶν καλογήρων».

Μετά τὴν ἐπίσημη παραλαβή τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα μὲ πρωτόκολλο ποὺ ὑπογράφουν τόσο ὁ Πρῶτος ὅσο καὶ τὰ μέλη τῆς «τότε σεβασμίας τῶν ἐγκρίτων γερόντων Συνάξεως», ὁ Ἱερεμίας φρόντισε νὰ καθορισθούν ἀκριβῶς τὰ σύνορα τῶν κτημάτων τῆς Μονῆς, «τοπιακῶν δικαὶωμάτων τε καὶ προνομίων τῶν εἰθισμένων τῷ τόπῳ». Πότε ἔγινε ἡ πράξη αὐτή τῆς μεταβιβάσεως τῆς Μονῆς στὸν Ἱερεμία δὲν εἶναι ἀκριβῶς γνωστό. Ὅμως ἀπὸ ἕνα τουρκικό ἔγγραφο, πού ἐκδόθηκε τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1540, μαθαίνουμε ὅτι ὁ ἡγούμενος τῆς πυρποληθείσης ἐκκλησίας τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα Βησσαρίων ζήτησε τὴν ἄδεια γιὰ τὴν ἐπισκευή της. Αὐτό μας ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι μέχρι τουλάχιστον τὶς ἀρχές τοῦ 1540 ὁ Ἱερεμίας εἶχε ἤδη παραλάβει τὴ Μονή, μιὰ κοινοβιακή ἀδελφότητα εἶχε ἤδη συγκεντρωθεῖ καὶ ἐγκατασταθεῖ σ᾽ αὐτήν, ἐνῶ ὁ ἡγούμενος της προχωροῦσε στὴν ὀργάνωση τῶν ἀναγκαίων ἀναστηλωτικῶν ἐργασιῶν ἀρχίζοντας βεβαίως ἀπὸ τὁ Καθολικό. Ἄλλωστε, τὸν Ναό αὐτόν ἀναφέρει ὡς πρῶτο κτίσμα του καὶ ὁ Ἱερεμίας στὴ Διαθήκη του, ὅπου συνοψίζει τὸ ἀνακαὶνιστικό του ἔργο: «Ναόν ἱερόν καὶ σεβάσμιον, οὐχ ἧττον δέ γε περικαλλῆ καὶ ἐράσμιον ἐκ κρηπίδων αὐτῶν τῷ τῶν ὅλων θεῷ ἀνεγείρασα [ἡ ἡμετέρα μετριότης] ἐπ᾽ ὀνόματι τοῦ αὐτοῶ γε θεράποντος Νικολάου τοῦ πάνυ». Ἀλλά καὶ στὴν ἀρχή τῆς Διαθήκης, ἐξηγώντας τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους προτίμησε νὰ ἀφιερώσει τὸ Καθολικό τῆς Μονῆς στὸν «ἐν ἁγίοις καὶ ἱεράρχαις πανθαύμαστον μέγαν Νικόλαον», ὑπογραμμίζει ὅτι χρέος ἱερό γιὰ ὅλες τὶς εὐλογίες καὶ τὶς «πολυτρόπως γε γινομέναις ἀρωγαῖς τε καὶ τῶν δεινῶν ἐκλυτρώσεσι» ὑπῆρχε ἀπὸ τὴ νεανική του ἡλικία ἀπέναντι στὸν θαυματουργό ἱεράρχη, ποὺ αὐξανόταν καθ᾽ ἡμέρα ὁλοένα περισσότερο ἀπὸ τὸν ἔμπυρο ἔρωτα καὶ πόθο γιὰ ἐκεῖνον. Γι᾽ αὐτόν τὸν λόγο λοιπόν, συνεχίζει ὁ Πατριάρχης, «συνδιασκεψαμένη τοίνυν αὐτή [ἡ ἡμετέρα μετριότης] πολυμερῶς περί τούτου καὶ ἐμμερίμνως φροντίζουσα καὶ διακαῶς ἐκζητούσῃ τὸν τρόπον, δέον ἐφάνη καὶ λίαν εὐάρεστον τὸ μονήν τίνα ἱεράν καὶ σεδάσμιον ἀνεγεῖραι ἐπί τῷ τοῦ ἁγίου μου Νικολάου χαρμόσυνῳ ὀνόματι».

Σύμφωνα μὲ τὸ τουρκικό ἔγγραφο ποὺ μνημονεύθηκε προηγουμένως, τὸ Καθολικό τῆς Μονῆς ξανακτίσθηκε στὶς διαστάσεις καὶ στὸν τύπο τοῦ παλαιοτέρου, ποὺ ἦταν ἀφιερωμένο στὴ Θεοτόκο. Εἶναι τὸ μικρότερο ἀπὸ ὅλα τὰ καθολικά τῶν ἁγιορείτικων μονῶν. Ἡ ἀνοικοδόμηση τοῦ Καθολικοῦ εἶχε ἤδη ὁλοκληρωθεῖ στὶς ἄρχές τοῦ 1546, ὅταν σύμφωνα μὲ ἀξιόλογη μαρτυρία σὲ κώδικα τῆς Μονῆς, «ἐζωγραφίσθη καὶ ἡ ἐκκλησία παρὰ Θεοφάνους μονάχου καὶ Συμεών τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ», ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν περίφημο Κρητικό ζωγράφο Θεοφάνη Στρελίτζα ἢ Μπαθᾶ, τὸν κυριότερο ἐκπρόσωπο τῆς Κρητικής λεγομένης Σχολῆς, ποὺ ἡ δράση του σφράγισε τὴν ἁγιογραφία καὶ τέχνη τοῦ Ἁγίου Ὄρους κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 16ου αἰώνα. Γιὰ τὸν Θεοφάνη καὶ τὸ ἔργο του θὰ γίνει ἐκτενέστερος λόγος πιὸ κάτω.

Ὅμως ἡ προσφορά τοῦ Πατριάρχη Ἱερεμία πρὸς τὴ Μονή Σταυρονικήτα δὲν περιορίζεται στὴν ἀνοικοδόμηση τοῦ Καθολικοῦ της. Ὅπως ὁ ἴδιος γράφει στὴ Διαθήκη του, «κελλία τε καὶ ἑστίαν κοινοβιακήν καὶ νοσοκομεῖα καὶ τ᾽ ἄλλα δὴ πάντα τὰ χρειώδη οἰκήματα καὶ τοῦ τείχους περιπυργώματα περικαλλῶς ἐδομήσατο καὶ ὡς ἦν δυνατόν αὐτή ἀσπασίως ἀπήρτισέ τε καὶ κατεκάλλυνε, καὶ ἀμπελῶνας καὶ κήπους καὶ ἐλαιῶνας ἐκτὸς κατεφύτευσε καὶ ὕδωρ ἀένναόν τε καὶ πότιμον κόπῳ πολλῷ εἰς τὴν τοιαύτην ἱεράν μονήν εἰσενήνοχεν».

Φρόντισε νὰ προικίσει τὴ Μονή μὲ κτήματα, τόσο στὴν περιοχή τοῦ Ἁγιου Ὄρους ὅσο καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτήν, ὡς μετόχια. Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1543 ἡ Ἱερά Σύναξις πιστοποιεῖ ὅτι ὁ Ἱερεμίας ἢδη «τὴν ρηθεῖσαν μονήν λίαν λαμπρῶς κατεκόσμησε καὶ μοναχούς ἐνασκούμενους ἐν ταύτῃ συνήθροισε καὶ ποικίλοις καλοῖς κατεφαίδρυνε». Ὅμως παράλληλα διαπιστώνει ὅτι ἔλειπαν ἀκόμη, ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ ζωή ἑνός μοναστηρίου πράγματα, ἕνα δάσος γιὰ ξύλευση καὶ ἕνας ὑδρόμυλος. Γι᾽ αὐτό ἀποφασίζει νὰ τῆς παραχωρήσει ἕνα «δουνόν ξυλοφόρον» κοντά στὶς Καρυές καὶ τὸ «μυλοθέσιον τὸ εἰς τὸ Λειδαδογένι, τὸ κείμενον ἀντίπεραν τοῦ ρύακος, ὑποκάτωθεν τοῦ Πρωτάτου». Ὅμως τὸ σπουδαιότερο μετόχι, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Ἱερεμίας προίκισε τὴ Μονή, ἦταν στὴν Κασσάνδρα Χαλκιδικῆς κοντά στὸ χωριό Πίνακα. Ἡ σημαντική ἐπίσης περιουσία ποὺ κατεῖχε στὴ Λήμνο περιῆλθε μετά τὸν θάνατο του στὴ Μονή, ποὺ εἶχε τὰ δύο αὐτά μετόχια, τῆς Κασσάνδρας καὶ τῆς Λήμνου, ὡς πρώτη καὶ κύρια πηγή προσόδων της.

Ἀξίζει ἀκόμη νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὸν Μάρτιο τοῦ 1545 ὁ ἰδιαίτερα φιλομόναχος καὶ φιλοαγιορείτης αὐτός Πατριάρχης μὲ ἐπίσημο πατριαρχικό σιγίλλιο, ποὺ οὐσιαστικά ἀνήκει στὸ γνωστό εἶδος τῶν μοναστικῶν «Ὑποτυπώσεων», ἀφήνει τὴν εὐλογία του καὶ ἀπευθύνει νουθεσίες καὶ παραινέσεις πρὸς τοὺς μοναχούς τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα. Δὲν παραλείπει νὰ τοὺς ὑπενθυμίσει τοὺς κόπους καὶ τὶς δαπάνες ποὺ κατέβαλε γιὰ τὴ Μονή καὶ νὰ ἀνακεφαλαιώσει περιγραφικά τὸ ἔργο ποὺ ἐπιτέλεσε. Βέβαια πολύ ἀναλυτικότερη καὶ μὲ περισσότερες καὶ ἐκτενέστερες πληροφορίες γιὰ τὸ ἱστορικό τῆς ἐπανιδρύσεως τῆς Μονῆς, ἀλλά καὶ περιγραφικότερη ὡς πρὸς τὶς ἁρμοδιότητες καὶ τὶς ὑποχρεώσεις τοῦ ἡγουμένου καὶ τῶν μοναχῶν εἶναι ἡ περίφημη Διαθήκη του, ποὺ ἄν καὶ ἀχρονολόγητη φαίνεται μεταγενέστερη ἀπὸ τὶς Ὑποτυπώσεις. Τὸ πρῶτο μέρος τοῦ κειμένου αὐτοῦ, ὅπου ὁ Ἱερεμίας περιγράφει τὴν πρὶν τὸ 1533 κατάσταση τῆς Μονῆς, τὴν πρόσκαιρη ἀνοικοδομητική προσπάθεια τοῦ συμπατριώτη τοῦ Γρηγορίου Γηρομεριάτη καθὼς καὶ τὸ δικό του ἀνακαινιστικό ἔργο, ἀποτελεῖ τὴν κυριότερη πηγή γιὰ τὴν ἱστορία τῆς ἐπανιδρύσεως τῆς Μονῆς καὶ δικαιολογεῖ τὸν τίτλο τοῦ κυρίου κτίτορος στὸν ἐν λόγῳ Πατριάρχη. Τὸ δεύτερο μέρος τῆς Διαθήκης ἐπέχει θέση ἐσωτερικοῦ κανονισμοῦ, ποὺ περιγράφει τὶς ὑποχρεώσεις τοῦ ἡγουμένου καὶ τῶν μοναχῶν ἀπέναντι στὴ Μονή καὶ ρυθμίζει τὶς μεταξύ τους σχέσεις. Πέθανε στὶς 17 Ιανουαρίου τοῦ 1546 στὴ Βράτζα τῆς Βουλγαρίας πηγαίνοντας γιὰ «ζητεία» στὴ Βλαχία.

Ἡ νεώτερη περίοδος τῆς ζωῆς τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα ἀπὸ τὸν 17ο ἕως τὸν 19ο αἰώνα δὲν ἔχει νὰ παρουσιάσει γεγονότα ἢ προσωπικότητες ποὺ ἐπηρέασαν τὴν ἱστορική πορεία τῆς ἁγιορείτικης πολιτείας ἢ ποὺ εἶχαν κάποια γενικότερη ἐπίπτωση καὶ σημασία. Παραμένει ἡ Ἱστορία ἑνός μικροῦ καὶ φτωχοῦ μοναστηριοῦ, ποὺ —ὅπως τόσα ἄλλα κατὰ τὴν ἐποχή ἐκείνη— ἀγωνίστηκε νὰ ἐπιβιώσει ὑλικά καὶ πνευματικά μέσα στὶς ἀντίξοες συνθῆκες πού ἐπέβαλλε ἡ Τουρκοκρατία. Αὐτόν τὸν ἀγώνα τῶν ταπεινῶν ἐκείνων ἀλλά ρωμαλέων μοναχῶν γιὰ νὰ περιφρουρήσουν τὴν αὐτοτέλεια καὶ τὴν περιουσία τῆς Μονῆς, νὰ προστατεύσουν τὴν ἀρχιτεκτονική κληρονομιά της, νὰ ἀποτρέψουν καταστροφές καὶ νὰ ἀποκαταστήσουν ζημιές καὶ φθορές ποὺ προῆλθαν ἀπὸ σεισμούς, πυρκαγιές καὶ γήρανση τῶν ὑλικῶν, μποροῦμε νὰ τὸν παρακολουθήσουμε στὶς κύριες φάσεις του μέσα ἀπὸ τὰ λίγα σχετικά ἔγγραφα ποὺ περισώθηκαν στὸ ἀρχείο τῆς Μονῆς ἢ στὰ ἀρχεῖα τῶν ἄλλων ἁγιορείτικων μονῶν, καθώς ἐπίσης καὶ στὴν πορεία τῶν συνεχῶν ἐπισκευῶν, ἀνακατασκευῶν καὶ ἐπεκτάσεων, ποὺ ἀνιχνεύονται ἀκόμα καὶ σήμερα στὰ σωζόμενα κτήρια τῆς Μονῆς.

Κατὰ τὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 17ου αἰώνα οἱ μοναχοί μὲ τὴ βοήθεια διαδοχικῶν ἰδιωτικῶν δωρεῶν ἐπικέντρωσαν τὶς προσπάθειες τους στὴν ἀποκατάσταση τῶν σοβαρῶν ζημιῶν, ποὺ προκάλεσε στὰ κτήρια τῆς Μονῆς ἡ καταστροφική πυρκαγιά τοῦ 1607. Τότε περίπου ἡ Μονή μετατράπηκε σὲ ἰδιόρρυθμη. Λίγο ἀργότερα, πρὸς τὸ τέλος τοῦ 17ου αἰώνα ὁ Ἑλληνορουμάνος ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας Σερμπάν Καντακουζηνός (1679-1688) ἀνέλαβε τὰ ἔξοδα γιὰ τὴν κατασκευή τοῦ τοξωτοῦ ὑδραγωγείου τῆς Μονῆς. Πρέπει πάντως νὰ σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι παρά τὴν κτηματική της περιουσία καὶ τὶς διάφορες δωρεές τῶν εὐλαβῶν Χριστιανῶν, ἡ Μονή Σταυρονικήτα παρέμεινε πάντοτε μιὰ ἀπὸ τὶς πτωχότερες τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ εἶχε, συγκριτικά μὲ ἄλλα μοναστήρια, μικρότερο ἀριθμό μοναχῶν. Κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 18ου αἰώνα ὁ τότε ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας Ἀλέξανδρος Γκίκας (1727-1740) προσάρτησε ὡς μετόχι τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα τὴν πλούσια Μονή τῶν Ἁγιων Ἀποστόλων στὸ Βουκουρέστι, ποὺ τὴν ἐνίσχυσε οἰκονομικά γιὰ περισσότερο ἀπὸ ἕνα αἰώνα. Ἡ δραστηριότητα τῶν μοναχῶν κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ 18ου αἰώνα ἐπικεντρώθηκε στὴν ἀποκατάσταση τῆς Μονῆς μετά τὴ νέα καταστροφική πυρκαγιά τοῦ 1741.

Στὶς ἀρχές τοῦ 19ου αἰώνα ἡ Μονή Σταυρονικήτα, ὅπως καὶ οἱ ὑπόλοιπες ἁγιορείτικες μονές, δοκιμάσθηκε σκληρά μετά τὴν ἀποτυχία τῆς Ἑλληνικής Ἐπαναστάσεως στὴ Μολδοβλαχία καὶ τὴν ἐπακολουθήσασα τουρκική εἰσβολή στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ Δεκέμβριο τοῦ 1821 χιλιάδες Τούρκοι στρατιῶτες μπῆκαν στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὶς Καρυές καὶ τὰ μοναστήρια, τὰ ὁποῖα ὑποχρεώθηκαν νὰ τοὺς τρέφουν καὶ νὰ τοὺς ὑπηρετοῦν. Τὰ τέσσερα πέμπτα τοῦ μοναχικοῦ πληθυσμοῦ ἐγκατέλειψαν τότε τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐνῶ οἱ διοικήσεις τῶν μονῶν πού ἀπέμειναν ἐκεῖ, βυθίστηκαν σὲ ὑπέρογκα χρέη ἐξαιτίας τῶν ἐκτάκτων αὐτῶν δαπανῶν. Ἀνάμεσα σὲ τέσσερις ἁγιορείτικες μονές ποὺ «ἐρημώθηκαν τελείως καὶ ἔμειναν μόνον ξηρά τὰ ὀνόματα», ἦταν καὶ ἡ Μονή Σταυρονικήτα. Ἀλλά καὶ τὰ ἁγιορείτικα μετόχια στὴ Βλαχία καὶ τὴ Μολδαβία, ποὺ ἀποτελοῦσαν τὴν κύρια πηγή προσόδων, μετά τὴν ἀποτυχία τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Ὑψηλάντη καὶ τὴν εἰσβολή τῶν Τούρκων ἐρημώθηκαν ἀνεπανόρθωτα. Παρ᾽ ὅλα αὐτά, μετά τὴν εὐτυχή κατάληξη τῆς Ἐπαναστάσεως στὴ νότια Ἑλλάδα καὶ τὴν ἀποχώρηση τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ, ὅπως καὶ οἱ ὑπόλοιπες μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μπαίνει σὲ μιὰ νέα περίοδο οἰκονομικῆς καὶ μοναστικῆς ἀκμῆς, ἀφοῦ τὸ 1873 βρίσκεται μὲ σαράντα μοναχούς. Ἀλλὰ καὶ πάλι, λίγα χρόνια ἀργότερα, διαδοχικές πυρκαγιές μὲ καταστροφικότερη ἐκείνη τοῦ 1879 ἀποτέφρωσαν μέρος τῆς βορειοδυτικῆς καὶ τῆς βορειοανατολικῆς πτέρυγας τῆς Μονῆς. Ὡστόσο καὶ αὐτή τὴ φορά ἡ Μονή κατόρθωσε νὰ ἀποκαταστήσει ὅλες τὶς ζημιές της πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ περασμένου αἰώνα.

Στὶς ἀρχές τοῦ αἰώνα μας (1927-1928) ἡ ὑποχρεωτική ἀπαλλοτρίωση τῶν ἐκτὸς τῆς χερσονήσου τοῦ Ἄθω ἁγιορείτικων κτημάτων ἀπὸ τὸ ἑλληνικό κράτος εἶχε ἰδιαίτερες ἐπιπτώσεις γιὰ τὴ Μονή Σταυρονικήτα, ποὺ, ὄντας μία ἀπὸ τὶς φτωχότερες μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἦταν ἀδύνατον πλέον νὰ αὐτοσυντηρηθεῖ. Τὰ τελευταῖα μεταπολεμικά χρόνια, κατὰ τὰ ὁποῖα κορυφώνεται ἡ κρίση τοῦ ἁγιορείτικου μοναχισμοῦ, ἡ Μονή Σταυρονικήτα εἶχε φθάσει σὲ τέτοιο σημεῖο μαρασμοῦ, κυρίως ἀπὸ πλευρᾶς ἀνθρώπινου δυναμικοῦ, ὥστε ἡ διάλυση της θεωρεῖτο ζήτημα χρόνου. Τὴν περίοδο αὐτή (ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1960) ἔφτασε καὶ στὸ ἔσχατο σημεῖο οἰκονομικῆς παρακμῆς καταλήγοντας νὰ ἐκποιήσει τὸ μοναδικό περιουσιακό στοιχεῖο ποὺ τῆς εἶχε ἀπομείνει, δηλαδή τὸ μετόχι τοῦ Πίνακα στὴ Χαλκιδική, ὅπου σήμερα βρίσκεται τὸ ξενοδοχειακό συγκρότημα Σάνη.

Τὸ 1968 ἡ Μονή Σταυρονικήτα εἶχε σχεδόν ἐγκαταλειφθεῖ. Ὅπως φαίνεται στὸ Μοναχολόγιο τῆς Μονῆς τὸ 1965 ὑπῆρχαν ἕντεκα μοναχοί, ἐνῶ τὸ 1967 είχαν ἀπομείνει μόνο τέσσερις. Τότε ἡ Ἱερά Κοινότητα σὲ συνεργασία με τοὺς τέσσερις ἐναπομείναντες Σταυρονικητιανοῦς μοναχούς θεώρησε χρέος νὰ δώσει λύση στὸ πρόβλημα αὐτὸ τοῦ μοναστηρίου. Ἔπειτα ἀπὸ πρόταση καὶ κανονική ἐκλογή, μὶα μικρή ὁμάδα νέων μοναχῶν, ποὺ μέχρι τότε μόναζαν στὴ Σκήτη τῶν Ἰβήρων, πλησίον τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Παϊσίου, προσκλήθηκε καὶ ἦρθε μαζί μὲ ἐκεῖνον στὸ σχεδόν ἐρειπωμένο μοναστηριακό συγκρότημα, γιὰ νὰ ἐπαναφέρει —σύμφωνα ἄλλωστε καὶ μὲ τὶς ὑποθῆκες τοῦ ἀνακαινιστή καὶ κτίτορά της Πατριάρχη Ἱερεμία Α´— τὸ παλαιό κοινοβιακό σύστημα καὶ νὰ ἀνακόψει ἐντελῶς ἀνέλπιστα τὴ ραγδαία ἐκείνη ἐρήμωση καὶ παρακμή. Τὸ γεγονός αὐτό θεωρεῖται ἰδιαίτερα σημαντικό ὄχι μονάχα γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα, ἀλλά καὶ γιὰ τὴν εὐρύτερη ἐξέλιξη ὁλoλήρου τοῦ ἁγιορείτικου μοναχισμοῦ, ἀφοῦ ἀποτέλεσε τὴν ἀφετηρία ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀριθμητική ἀνάκαμψη του ἀλλά καὶ γιὰ τὴν σταδιακή ἐπιστροφή καὶ τῶν ὑπολοίπων ἰδιορρύθμων μονῶν —ἐκείνη τὴν ἐποχή ἀπὸ τὶς εἴκοσι οἱ ἐννέα ἦταν ἰδιόρρυθμες— στὸ πατροπαράδοτο κοινοβιακό σύστημα.

Ἡ αὐξανόμενη σταδιακά αὐτή ὁμάδα τῶν νέων μοναχῶν, μὲ ἡγούμενο τὸν ἀρχιμανδρίτη Βασίλειο, μιὰ σύγχρονη πνευματική προσωπικότητα, ξαναέφερε τὸ μοναστήρι στὸ ρυθμό τοῦ ὀρθόδοξου μοναστικοῦ κοινοβίου, καὶ μάλιστα ὅπως τὸ θέλει ἡ ἁγιορείτικη παράδοση. Παράλληλα ἐπιδόθηκε σὲ ἕνα ἐντατικό πρόγραμμα συντηρήσεως καὶ ἀναστηλώσεως τοῦ μοναστηρίου. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπί μέρους συντήρηση καὶ στερέωση πολλῶν σημείων τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος ποὺ εἶχαν ὑποστεῖ σοβαρές ζημιές καὶ φθορά ἀπὸ τὴν ἐγκατάλειψη, στὸ διάστημα αὐτό ἔγινε ἡ ἀνακαίνιση καὶ ἀνακατασκευή τῆς νοτιοδυτικῆς πτέρυγας τῆς Μονῆς, ποὺ περιλαμβάνει τὴ βιβλιοθήκη, ἕνα μικρό συνοδικό, ὁρισμένα κελλιά μοναχῶν καὶ χώρους γιὰ φιλοξενία ἐπισκεπτῶν. Στὸ διάστημα αὐτό πραγματοποιήθηκε ἡ στερέωση καὶ ὁ καθαρισμός τῶν τοιχογραφιῶν τοῦ Καθολικοῦ. Τὸ μοναδικό αὐτό, γιὰ τὰ ἁγιορείτικα δεδομένα, ἔργο συντηρήσεως ἀποκάλυψε ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα μοναστηριακά εἰκονογραφικά σύνολα τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας καὶ ἔγινε πρότυπο καὶ γιὰ ἄλλες ἁγιορείτικες μονές. Τέλος, ἡ Μονή κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἔχει ἰδιαίτερα αἰσθητή παρουσία καὶ πολύτιμη προσφορά μὲ τὶς ἐκδόσεις της. Τὰ βιβλία τοῦ ἡγουμένου Βασιλείου καὶ ἄλλων μοναχῶν ἀποτελοῦν ἀληθινή προσφορά στὰ θεολογικά γράμματα, ἀλλά καὶ παραμυθία, στηριγμό καὶ στέρεα τροφή γιὰ τοὺς ἀδελφούς Χριστιανούς ποὺ ζοῦν στὸν κόσμο. Οἱ τόμοι Μονή Σταυρονικήτα, ἔκδοση τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καθὼς καὶ ὁ Κρητικός ζωγράφος Θεοφάνης, ποὺ εἶδαν τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, ἔκαναν ἰδιαίτερη αἴσθηση στὸ εὐρύτερο ἀναγνωστικό κοινό γιὰ τὴν καλαισθησία τους καὶ ἀποτέλεσαν σταθμούς στὰ ἐκδοτικά χρονικά.

Τὸ 1990 ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ Μονή τῶν Ἰβήρων, ἀποφάσισε νὰ ἐπανέλθει στὸν κοινοβιακό τρόπο μοναχισμοῦ. Τότε ὅλων ἡ σκέψη στράφηκε πρὸς τὸν ἡγούμενο τῆς Σταυρονικήτα Βασίλειο. Ἡ μεγάλη ἐμπιστοσύνη καὶ οἱ πολλές καὶ ἐπίμονες παρακλήσεις τῶν Ἰβηριτῶν πατέρων, ἡ σπουδαιότητα τοῦ γεγονότος τῆς κοινοβιοποιήσεως αὐτῆς τῆς μεγάλης Μονῆς καθώς καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὁμόφωνης ἐκλογής τοῦ ἀρχιμανδρίτη Βασιλείου ὡς ἡγουμένου ἔκαναν τοὺς Σταυρονικητιανούς μοναχούς νὰ δεχθοῦν τὸ αἴτημα τῶν γειτόνων ἀδελφῶν τους. Ἔτσι ἔδωσαν ὄχι μόνο τὸν ἡγούμενο ἀλλά καὶ ἄλλους δώδεκα πατέρες, τὴ μισή περίπου ἀδελφότητα τους. Τότε ἐξελέγη νέος ἡγούμενος, ποὺ μαζί μὲ τοὺς ἐναπομείναντες ἀδελφούς, ἀλλά καὶ νεώτερους ποὺ προσῆλθαν μετά το 1990, προσπαθοῦν νὰ ἀνταποκριθοῦν στὴν εὐθύνη τῆς μοναχικῆς τους κλήσεως καὶ τῆς διακονίας τῆς Μονῆς.

Τέλος, πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι κατὰ τὴν περίοδο αὐτή ἐκτελεῖται μιὰ ὁλόκληρη σειρά ἐπισκευαστικῶν ἔργων τῆς νοτιοανατολικῆς πτέρυγας καὶ εἰδικότερα στοὺς χώρους τῆς τράπεζας, τοῦ μαγειρείου καὶ τῶν ὑπογείων ἀποθηκευτικῶν χώρων. Ἐξάλλου πρόσφατα πραγματοποιήθηκε ἡ ἀποκατάσταση καὶ μετατροπή τοῦ πύργου σὲ εἰκονοφυλάκιο καὶ κειμηλιοφυλάκιο, χῶρο ἰδιαίτερα ἀπαραίτητο γιὰ τὴν άσφαλή καὶ ἐπιμελή συντήρηση καὶ φύλαξη τῶν θησαυρῶν τῆς Μονῆς, ὅπως επίσης καὶ ἡ ἀναστήλωση τοῦ ἐργατόσπιτου (βορδοναρειοῦ) ἀλλά καὶ τοῦ λαδαριοῦ. Τελευταῖα ἄρχισε ἡ ὑλοποίηση ἑνός προγράμματος ἔργων μεγάλης κλίμακας καὶ σύγχρονης τεχνολογίας γιὰ τὴν ἀγκύρωση καὶ στερέωση τοῦ βραχώδους ὑποβάθρου καὶ τῶν θεμελίων τῆς Μονῆς. Ἡ ἀποκόλληση βράχων λόγω σεισμῶν ἢ ἄλλων καιρικῶν καταστάσεων εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ παρατηροῦνται ἐπικίνδυνες ρωγμές μὲ ἐνδεχόμενο ἀστοχίας στὰ θεμέλια καὶ στοὺς τοίχους τοῦ ναοῦ ἀλλά καὶ τοῦ ὑπόλοιπου κτηριακοῦ συγκροτήματος τῆς Μονῆς.

Ἀλλά, ἀκολουθώντας τὸ ψαλμικό «οἱ θεμέλιοι αὐτοῦ ἐν τοῖς ὄρεσι τοῖς ἁγίοις», οἱ πατέρες ποὺ ζοῦν σήμερα στὴ Μονή Σταυρονικήτα, πέρα ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον τους γιὰ τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγὶου Νικολάου —ποὺ ἀπαιτεῖ καὶ τέτοιου εἴδους φροντίδες— θέλουν καὶ ἀγωνίζονται νὰ εἶναι «στερεωμένοι» στὸν βράχο καὶ τὴν πέτρα πού λέγεται Χριστός. Ἐκεῖ φροντίζουν νὰ παραμένουν «ἀγκυρωμένοι», γιατί πιστεύουν ὅτι αὐτὴ ἡ «ἀγκύρωση» θὰ ἀποβεῖ σωτήρια γιὰ αὐτούς καὶ γιὰ ὁλόκληρο τὸν κόσμο.

Τὸ μοναστήρι παραδοσιακὰ συνδέεται μὲ τὶς δύο γειτονικὲς ἑκατέρωθεν Μονές, Ἰβήρων καὶ Παντοκράτορος, μὲ δύο στενὰ καὶ σχεδὸν παράκτια μονοπάτια, ἐνῶ γιὰ τὶς Καρυές ὑπάρχει παλαιὸ λιθόστρωτο καλντερίμι, ποὺ σὲ ὁρισμένα σημεῖα ἔχει καταστραφεῖ ἀπὸ τὸν νεώτερο χωματόδρομο. Ὡστόσο σήμερα συνδέεται καὶ μὲ τὸν κεντρικό ἐγκάρσιο ὁδικὸ ἄξονα τοῦ Ἁγίου Ὄρους —τὸν δρόμο ποὺ ενώνει τὴ μονὴ Ἰβήρων μὲ τὶς Καρυὲς καὶ τὴ Δάφνη— μέσῳ ἑνὸς χωματόδρομου, ποὺ ἐξυπηρετεῖ ἀποκλειστικά τὶς ἀνάγκες τῆς Μονῆς. Ἐπίσης ὑπάρχουν ἀκόμη πολλὰ μονοπάτια καὶ καλντερίμια, ποὺ συνδέουν τὸ μοναστήρι μὲ τὰ διάφορα μοναστικὰ ἐξαρτήματα του, τὰ κελλιὰ καὶ τὶς καλύβες ποὺ ὑπάρχουν στὴν περιοχή του. Ἐξάλλου ἡ θαλάσσια σύνδεση μὲ τὶς ὑπόλοιπες μονὲς τῆς βορειοανατολικῆς ἀκτῆς τῆς Χερσονήσου ἀλλά καὶ μὲ τὴν Ἱερισσὸ γίνεται μὲ πλοιάριο, τὸ λεγόμενο μοτόρι, ποὺ περνᾶ καὶ ἀπὸ τὸν ἀρσανὰ τῆς Μονῆς, ὅταν βέβαια τὸ ἐπιτρέπουν οἱ καιρικές συνθῆκες.

Σχετικὰμὲ τὴν ἐτυμολογία καὶ προέλευση τοῦ ὀνόματός της ὑπάρχουν διάφορες παραδόσεις. Χωρίς νὰ ὑπάρχει ἀπόλυτη βεβαιότητα γιὰ τὸ ποιὰ ἀπὸ αὐτές —ἤ ενδεχομένως καὶ ἄλλη— εἶναι ἡ περισσότερο πειστικὴ καὶ ἔγκυρη. Μία ἀπὸ αὐτές ἑρμηνεύει τὴν προέλευση τῆς ὀνομασίας ἀπὸ τὸν συνδυασμό τῶν δύο συνεχόμενων ἑορτῶν τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ποὺ ἑορτάζεται ἀπὸ τὴν Ἑκκλησία μας στὶς 14 Σεπτεμβρίου, καὶ τὴν ἑορτή κάποιου πατρικίου Νικήτα, ἱδρυτῆ —κατὰ ἐκδοχή καὶ φήμη— τῆς Μονῆς, ποὺ τιμοῦσαν, σύμφωνα μὲ ἄλλη παράδοση, τὴν ἐπομένη ἡμέρα, δηλαδὴ τὴν 15η Σεπτεμβρίου ποὺ ἀναγράφεται στὸ ἑορτολόγιο «Νικήτα τοῦ Μεγαλομάρτυρος». Μία ἄλλη παράδοση θέλει τόσο τὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς ὅσο καὶ τὴν ἀφιέρωσή της πρὸς τιμὴν τοῦ Τιμίου Προδρόμου νὰ ἔγιναν ἀπὸ κάποιον ἔμπιστο ἀξιωματικὸ τοῦ αὐτοκράτορος Ἰωάννη τοῦ Τσιμισκῆ (969-976), ἀποκαλούμενο Νικηφόρο Σταυρονικήτα ἀπὸ τὸν ὁποῖο πῆρε καὶ τὸ ὄνομά του τὸ μοναστήρι. Μία τρίτη ἀκόμη παράδοση προσδιορίζεται ἀπὸ τὸν συνδυασμὸ τῶν ὀνομάτων δύο μοναχῶν, Σταύρου καὶ Νικήτα, ἀδελφῶν ἢ ἐνοίκων γειτονικῶν κελλιῶν, ποὺ ἔζησαν κατὰ τὰ μέσα τοῦ 10ου αἰώνα στὴ θέση ποὺ βρίσκεται σήμερα τὸ μοναστήρι. Τέλος ὑπάρχει καὶ μία τέταρτη παράδοση, ποὺ ἀποδίδει τὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς ἢ κάποιου ἀρχικοῦ κελλιοῦ στὴ θέση αὐτὴ σὲ κάποιον μονόφθαλμο ᾒ μὲ ἔντονο καὶ χαρακτηριστικὸ στραβισμὸ μοναχὸ Νικήτα, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐπικράτησε νὰ ὀνομάζεται. Τὴν ἄποψη αὐτή ἐνισχύουν καὶ τὰ παλαιότερα ἔγγραφα ποὺ ἀναφέρονται στὴ Μονή καὶ τὴν ἀποκαλοῦν Στραβονικήτα, ἐνῶ ὁ περισσότερο εὔηχος τύπος Σταυρονικήτα, ποὺ ἐπικράτησε, ἐμφανίζεται λίγο μεταγενέστερα.

Τὸ ὄνομα τῆς Μονῆς ἀναφέρεται γιὰ πρώτη φορά σὲ ἕνα ἔγγραφο τοῦ ἔτους 1012, ποὺ σώζεται μέχρι σήμερα στὸ ἀρχεῖο τῆς Ἱ. Μονῆς Μεγίστης Λαύρας καὶ ποὺ ὑπογράφεται ἀπὸ διαφόρους ἀντιπροσώπους ἁγιορείτικων μονῶν. Ἐκεῖ ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους ὑπογράφει καὶ κάποιος «Νικηφόρος μοναχός ὁ τοῦ Στραβονικήτα». Πάντως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο πρέπει ἐδῶ νὰ διευκρινισθεῖ καὶ νὰ ὑπογραμμισθεῖ εἶναι ὅτι ἡ μονὴ ἔφερε ἐξαρχῆς τὸ ὄνομα αὐτὸ καὶ δὲν διαδέχθηκε, ὅπως παλαιότερα εἶχε ὑποστηριχθεῖ, τὴ λεγόμενη Μονή τοῦ Χαρίτωνος, ἀφοῦ ἡ τελευταία δὲν ἦταν ἄλλη ἀπὸ τὴ Μονή Κουτλουμουσίου, ποὺ μόλις ἀπὸ τὸ 1370 περίπου καὶ ἑξῆς ἀναγράφεται κάποιες φορὲς καὶ ὡς Μονή τοῦ Χαρίτωνος, πρὸς τιμὴν τοῦ ὁμωνύμου ἀνακαινιστὴ καὶ ἡγουμένου της.

Ὄπισθεν
Ὄπισθεν