ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΑ
ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Εἰκονογραφία

Tὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα ἔχει ἀνεπανάληπτη ἀξία καὶ ἀξεπέραστη σπουδαιότητα. Κι᾽ αὐτὸ γιατί, οἱ τοιχογραφίες, οἱ μεγάλες εἰκόνες τοῦ τέμπλου, τὸ Δωδεκάορτο ἀλλὰ καὶ ἕνας ἀκόμη  μεγάλος ἀριθμὸς φορητῶν εἰκόνων καὶ τοιχογραφιῶν τῆς Τράπεζας καὶ παρεκκλησίων τοῦ μοναστηρίου, εἶναι ἔργο τοῦ μεγαλύτερου Κρητικοῦ ἁγιογράφου καὶ ἐκφραστὴ τῆς Κρητικῆς Σχολῆς στὴν εἰκονογραφία, τοῦ Θεοφάνη.

Ὁ Θεοφάνης Στρελίτζας, τοὐπίκλην Μπαθᾶς, γεννήθηκε στὸ Ἡράκλειο τῆς Κρήτης στὰ τέλη τοῦ 15ου αἰώνα. Ἀφοῦ δούλεψε γιὰ ὰρκετὰ χρόνια στὴν πατρίδα του, ἦρθε στὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα καὶ ὡς μοναχὸς πιὰ ἁγιογραφεῖ τὸ 1527 στὰ Μετέωρα. Τὸ 1535, ὅταν εἶχε ἤδη ἀποκτήσει ἀρκετὴ φήμη, προσκαλεῖται στὴ Λαύρα, τὸ μεγαλύτερο μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ὄρους, γιὰ νὰ δημιουργήσῃ τὶς τοιχογραφίες τοῦ Καθολικοῦ μιᾶς τρίκογχης μεγάλης ἐκκλησίας μὲ νάρθηκα, ποὺ εἶχε κτίσει τὸ 1004 ὁ ἱδρυτής της, ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης. Τέλος, τὸ 1545 ὕστερα ἀπὸ πρόσκληση τοῦ Πατριάρχη Ἱερεμία τοῦ Α´ ἀρχίζει μαζὶ μὲ τὸν μεγαλύτερο γιό του Συμεὼν στὴ Μονὴ Σταυρονικήτα τὴν ἱστόρηση τῶν τοιχογραφιῶν τοῦ Καθολικοῦ, τῆς Τράπεζας καὶ τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Τιμίου Προδρόμου, γιὰ νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργο του ἕνα χρόνο ἀργότερα, περίπου τὸν Ἰούλιο τοῦ 1546, δηλαδὴ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Πατριάρχη. Στὸ διάστημα αὐτὸ ἁγιογραφεῖ ἐπίσης καὶ τὶς τρεῖς ἀπὸ τὶς τέσσερις μεγάλες φορητὲς εἰκόνες τοῦ τέμπλου, τὶς δεκαεπτὰ εἰκόνες ποὺ ἀποτελοῦσαν τὴ Δέηση, τὶς δεκαπέντε εἰκόνες τοῦ Δωδεκαόρτου ὅπως ἐπίσης τὸν Σταυρὸ μὲ τὰ «λυπητερὰ», τὰ βημόθυρα τοῦ τέμπλου καὶ ἄλλες φορητὲς εἰκόνες.

Ἀρχίζοντας κανεὶς μιὰ περιδιάβαση στὸν τοιχογραφικὸ πλοῦτο τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα, τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἀντικρίζει μπαίνοντας ἀπὸ τὴν κεντρικὴ εἴσοδο τοῦ Καθολικοῦ στὴ Λιτή, εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός. Βρίσκεται ἀκριβῶς πάνω ἀπὸ τὴ θύρα ποὺ ὁδηγεῖ στὸν κυρίως ναό, σὲ μία Δέηση τὴν ὁποία συνθέτουν ἀπὸ δεξιὰ ἡ Θεοτόκος καὶ ἀπὸ ἀριστερὰ ὁ Ἅγιος Νικόλαος. Στὶς δύο πλευρὲς αὐτῆς τῆς παραστάσεως ὑπάρχουν ἡ Α´ καὶ ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι. Πιὸ κάτω  στὰ δεξιὰ τῆς πύλης ποὺ ὁδηγεῖ στὸν κυρίως ναὸ ὑπάρχει ἡ Παναγία ὁλόσωμη καὶ ἀριστερὰ ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ἐπίσης ὁλόσωμος, ποὺ κάποια παράδοση γύρω ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς Μονῆς τὸν θέλει πρῶτο προστάτη της. Οἱ δύο αὐτὲς εἰκόνες ξεχωρίζουν γιὰ τὴν ἰδιαίτερα προσεγμένη δουλειὰ ἀλλὰ καὶ τὸ μέγεθός τους. Δίπλα στὸν  Τίμιο Πρόδρομο, ὅπως κατευθύνεται τὸ βλέμμα τοῦ προσκυνητῆ ἀπὸ δεξιὰ πρὸς ἀριστερά, ὑπάρχει ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος ὁ Μέγας Κοινοβιάρχης, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ μεγάλος θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὑπερασπιστὴς τῶν εἰκόνων, καὶ τέλος, ὁ ὅσιος Θεοφάνης ὁ τοῦ  Μεγάλου Ἀγροῦ, Ὁμολογητὴς καὶ αὐτὸς τῆς πίστεως καὶ  τῶν εἰκονομάχων καὶ προστάτης τοῦ ἁγιογράφου τῆς Μονῆς, τοῦ  μοναχοῦ Θεοφάνη.

Ἀπέναντι, στὴ δεξιὰ πλευρά, σὲ μικρὴ κόγχη ὑπάρχει ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀνακαλεῖ στὴ σκέψη τὸν Μέγα  Ἁγιασμό. Τέλος, στὴ δεξιὰ πλευρὰ αὐτοῦ τοῦ τοίχου βρίσκονται δύο μεγάλες ἀσκητικὲς μορφές, ὁ Ἅγιος Παῦλος ὁ Θηβαῖος καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καλυβίτης. Οἱ ὑπόλοιπες τοιχογραφίες τῆς Λιτῆς εἶναι μεταγενέστερες. Στὴν εἰκόνα τῆς Δεήσεως ἱστορεῖται ὁ Χριστὸς μὲ ἀνοικτὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Ταυτόχρονα οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι διδάσκουν τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας οἱ Ἅγιοι φανερώνουν τὸ ὀρθόδοξο χριστιανικὸ ἦθος, καὶ ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ προσφέρει τὸ Ἅγιο Βάπτισμα.

Κατὰ τὴν εἴσοδο στὸν κυρίως ναὸ δὲν βλέπει κανεὶς ἁπλῶς τὸν Χριστὸ ἀλλά νιώθει ὅτι βρίσκεται μέσα Του, στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεανθρώπου, ἀφοῦ παντοῦ ὑπάρχουν ἀπεικονίσεις Ἐκείνου. Στὸ κέντρο αὐτῆς τῆς εἰκονογραφικῆς διατάξεως καὶ στὸ ψηλότερο σημεῖο τοῦ τρούλλου δεσπόζει ὁ Παντοκράτορας, ἐνῶ ἀμέσως πιὸ κάτω εἰκονίζονται ἡ Θεία Λειτουργία, οἱ Προφῆτες καὶ οἱ Εὐαγγελιστές. Στὴ συνέχεια ὑπάρχει μία σειρὰ ἀπὸ  μικρὰ στηθάρια Ἁγίων ποὺ πλαισιώνουν τὸν ναὸ ἀπὸ  τὶς τρεῖς πλευρές του, ἐκτός τῆς ἀνατολικῆς. Τέλος, πάνω ἀπὸ  τὰ στασίδια ὑπάρχουν μεγάλοι ὁλόσωμοι, κυρίως στρατιωτικοὶ Ἅγιοι. Στὸ ἴδιο ὕψος τοῦ δυτικοῦ τοίχου, δεξιὰ ἀπὸ  τὴν πύλη τοῦ ναοῦ ὅπως μπαίνουμε, εἰκονίζεται ὁ Ἅγιος Νικόλαος καθήμενος σὲ θρόνο, ἐνῶ ὁ κτίτορας Πατριάρχης Ἱερεμίας ὁ Α´ τοῦ προσφέρει τὸ μοναστήρι. Ἀκριβῶς πάνω ἀπὸ  τὴν πύλη  ὑπάρχει ὁ Ἀναπεσών. Ψηλότερα ἀπὸ  αὐτές τὶς παραστάσεις, στὶς κόγχες ποὺ σχηματίζονται ἐκεῖ, εἰκονίζονται  θέματα ποὺ ἀναφέρονται στὴ Θεοτόκο. Δεξιὰ ὑπάρχει τὸ Γενέθλιο, ἀριστερὰ τὰ Εἰσόδια, ἐνῶ στὴν κεντρικὴ καὶ πιὸ  περίοπτη ἀπὸ  τὶς τρεῖς κόγχες,  ὑπάρχει ἡ μεγαλύτερη σὲ ἔκταση παράσταση τοῦ ναοῦ, ποὺ εἰκονίζει τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου.

Στὸ ὑψηλότερο σημεῖο τῆς κεντρικῆς κόγχης τοῦ Ἱεροῦ Βήματος ὑπάρχει ἡ τῶν Οὐρανῶν Πλατυτέρα. Ἀκριβῶς ἀπὸ  κάτω ἀκολουθεῖ ἡ παράδοση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Στὸ ἴδιο ὑψομετρικὸ ἐπίπεδο στὴ δεξιὰ κόγχη ὑπάρχει  ἡ φιλοξενία τῶν Τριῶν Ἀγγέλων ἀπὸ  τὸν Ἀβραάμ, ἐνῶ στὴν ἀριστερὴ κόγχη ὑπάρχουν, ὁ Τίμιος Πρόδρομος, οἱ Ἄγγελοι καὶ ἡ Ἄκρα Ταπείνωση.

Τέλος, στὴν τελευταία ζώνη τοῦ Ἱεροῦ Βήματος ὑπάρχουν Ἅγιοι εἴτε ὁλόσωμοι εἴτε σὲ στηθάρια. Ξεχωρίζουν οἱ Ἅγιοι Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος, πίσω ἀκριβῶς ἀπὸ  τὴν Ἁγία Τράπεζα, καθὼς καὶ ἀποφατικοὶ  θεολόγοι μὲ πρῶτο τὸν Ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη ἀκριβῶς ἀπὸ  πάνω τους. Ἀξίζει ἐδῶ νὰ σημειωθῇ ὅτι ὅλοι αὐτοί, μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, τὸν Θεολόγο τῆς θεώσεως, ὑπέρμαχο τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων καὶ ἐκφραστὴ τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀκτίστου φωτός, βρίσκονται σὲ περίοπτη θέση δίπλα ἀπὸ  τὴ βόρεια πύλη τοῦ Ἱεροῦ  Βήματος.

Ὅλα αὐτὰ βέβαια γίνονται ἐπειδὴ ὁ Θεοφάνης ζεῖ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἴδιος μοναχὸς εὐλαβής, συνεχίζει τὴ θεολογικὴ-εἰκονογραφικὴ παράδοση, ἀφουγκράζεται τὸν πόνο τῆς ἐν αἰχμαλωσίᾳ καταφρονεμένης Ῥωμηοσύνης, ἐνῶ ταυτόχρονα βλέπει καὶ τὶς παρεκκλίσεις τῆς δυτικότροπης τέχνης. Ἔτσι ὁ προσκυνητὴς τοῦ Καθολικοῦ τῆς Σταυρονικήτα δὲν κοιτάζει τὶς τοιχογραφίες τοῦ Θεοφάνη ἐξεταστικὰ οὔτε τὶς ἐρευνᾶ παρατηρητικά. Προτιμᾶ νὰ ζήσῃ στὴν ἀγκαλιὰ αὐτῶν τῶν τοιχογραφιῶν, γιατὶ ἔτσι νιώθει τὴν ἀπέραντη γλύκα, τὴν ἁπαλὴ θαλπωρὴ καὶ τὴν ἀνείπωτη παραμυθία ποὺ προσφέρουν.


 


Πίσω