ΙΕΡΑ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ - ΦΑΝΑΡΙΟΝ


Γενικὸ σχεδιάγραμμα τοῦ περιτειχισμένου χώρου, ποὺ περιελάμβανε τὸ Μέγα Παλάτιον,
τοὺς ναοὺς τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας καὶ Ἁγίας Εἰρήνης καὶ τὸν
Ἱππόδρομο.

Α΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ
ΚΑΤΑ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟ
(330-1453)

 
ἱστορικὸς Σωκράτης ἀναφέρει στὴν ἐκκλησιαστική του ἱστορία ὅτι ὁ Κωνστάντιος, υἱὸς καὶ διάδοχος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἀποπερατώνοντας «τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν ἥτις Σοφία προσαγορεύεται, συνῆπτε τῇ ἐπωνύμῳ Εἰρήνη, ἣν ὁ πατὴρ τοῦ βασιλέως, μικρὰν οὖσαν τὸ πρότερον, εἰς κάλλος καὶ μέγεθος ηὔξησεν. Καὶ νῦν εἰσὶν εἰς ἕνα περίβολον ἄμφω ὁρώμεναι μιᾶς τὴν προσωνυμίαν ἔχουσαι».

Πρὸς τὴν Ἁγίαν Εἰρήνη, τὸν ἕως τὴν ἐποχὴν ἐκείνη ἐπισκοπικὸ ναὸ τοῦ Βυζαντίου, συγκοινωνοῦσε καὶ τὸ παλαιὸ ἐπισκοπεῖο ποὺ συμπεριλαμβάνονταν στὸν κοινὸ περίβολο ποὺ ἀναφέρει ὁ Σωκράτης. Στὸν ἴδιο περίβολο ἀργότερα κτίσθηκε νέο ἐπισκοπεῖο, σὲ ἄμεση ἐπαφὴ πρὸς τὸν νέο καθεδρικὸ ναὸ τῆς πόλεως, ἡ ὁποία εἶχε στὸ μεταξὺ ἀποκτήσει τὴν ὀνομασία «Κωνσταντινούπολις», ἐνῶ ἡ Ἁγία Εἰρήνη, καθ᾽ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐποχῆς ποὺ ὀνομάζουμε σήμερα «Βυζαντινή» , ἀναφέρονταν ὡς τὸ «Παλαιὸν Πατριαρχεῖον».

Τὸ νέο ἐπισκοπεῖο φαίνεται ὅτι ἦταν ἀρκετὰ εὐρύχωρο, ἀφοῦ διέθετε «Σέκρετον» ὅπου συνεδρίαζε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καὶ «τρίκλινον» ποὺ μποροῦσε νὰ περιλάβῃ ὁλόκληρο τὸν κλῆρο τῆς πόλεως. Στὶς πηγὲς ἀναφέρεται ἐπίσης ὅτι στὸν κοινὸ περίβολο κτίσθηκαν καὶ ἄλλα κτίρια ὅπως ὁ «Ξενὼν τοῦ Σαμψών», θεραπευτήριο ποὺ μὲ τὸν καιρὸ ἐξελίχθηκε στὸ σπουδαιότερο φιλανθρωπικὸ ἵδρυμα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ «Μονὴ τῆς Ὀλυμπιάδος» , ποὺ τὸ ἕνα της ἄκρο κατέληγε στὸ ἐπισκοπεῖο καὶ τὸ ἄλλο στὸν νάρθηκα τῆς Ἁγίας Σοφίας, τὸ «Διδασκαλεῖον» καὶ μερικὰ ἄλλα βοηθητικὰ κτίρια.

ταν, σὰν διαμαρτυρία γιὰ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου ἀπὸ τὸν βασιλέα Ἀρκάδιο (395-408), πυρπολήθηκε ἀπὸ τὸν λαὸ ὁ Κωνσταντίνειος Ναὸς τῆς Ἁγίας Σοφίας, τὸ ἐπισκοπεῖο καὶ τὰ ἄλλα κτίρια δὲν ἔπαθαν σοβαρὲς βλάβες. Ὁ ναὸς ξανακτίσθηκε στὴν ἴδια ἀκριβῶς θέση καὶ μὲ τὸ ἴδιο σχῆμα (πεντάκλιτη βασιλική) τοῦ παλαιοῦ, ἀπὸ τὸν Θεοδόσιο τὸν Β´ (408-450).

Δυστυχῶς ὅμως στὰ πρῶτα χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Ἰουστινιανοῦ (527-565) καταστράφηκαν, κατὰ τὴν περιώνυμη στάση τοῦ «Νίκα» , ὄχι μόνον οἱ δύο ναοὶ - Θεοδοσιανὴ Ἁγία Σοφία καὶ Ἁγία Εἰρήνη - ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα κτίρια τοῦ περιβόλου.

ταν θέλημα Θεοῦ κατὰ τὸν Προκόπιο, νὰ καταστραφῇ ἡ Ἁγία Σοφία γιὰ νὰ ξανακτισθῇ μὲ τὴ μορφὴ ποὺ σώζεται μέχρι σήμερα «θέαμα κεκαλλιστευμένον, τοῖς μὲν ὁρῶσι ὑπερφυὲς τοῖς δὲ ἀκούουσι παντελῶς ἄπιστον». Τὸ μεγαλεπίβολο ἔργο συμπληρώθηκε στὸ μικρὸ σχετικὰ χρονικὸ διάστημα τῶν πέντε ἐτῶν, χάρη στὰ ἀνεξάντλητα μέσα ποὺ διέθεσε καὶ στὸν ζῆλο ποὺ ἔδειξε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς οἰκοδομῆς ὁ ἴδιος ὁ Αὐτοκράτωρ. Ὁ νέος ναὸς εἶναι καὶ αὐτὸς τύπου «βασιλικῆς» (τρίκλιτος τούτη τὴ φορά), κτισμένος ὅμως κατὰ τρόπο τόσο τολμηρὸ καὶ πρωτότυπο, ὥστε νὰ μείνῃ μοναδικὸς στὸ εἶδος του καὶ ἀνεπανάληπτος ἐπὶ αἰῶνες. Σ᾽ αὐτὸν γίνεται πραγματικότητα τὸ τολμηρὸ ὄνειρο τῶν Χριστιανῶν, νὰ συνδυασθῇ ὁ τύπος τῆς «βασιλικῆς», ποὺ διαθέτει τὸν κυρίαρχο κατὰ μῆκος ἄξονα, ὁ ὁποῖος ἕλκει τὸ βλέμμα καὶ τὴν ψυχὴ πρὸς τὸ μέρος ὅπου τελεῖται ἡ ἀναίμακτος Θυσία, καὶ τὸν τόσο πλούσιο σὲ συμβολισμὸ τροῦλλο ποὺ δεσπόζει στὸν ἐσωτερικὸ χῶρο τῶν «περικέντρων» κτιρίων.

Παράλληλα ξανακτίσθηκαν «κάλλει κατασκευῆς ἀξιώτερα» καὶ ἡ Ἁγία Εἰρήνη, ὁ Ξενὼν τοῦ Σαμψών, ἡ Μονὴ τῆς Ὁσίας Ὀλυμπιάδος καὶ ἀσφαλῶς καὶ τὸ Ἐπισκοπεῖον.

ν τῷ μεταξὺ ὁ Ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος συνεχῶς μεγάλωνε, ἐπειδὴ ὁ ρόλος του ὡς μεσολαβητοῦ μεταξὺ «Ἱεραρχίας τῆς Οἰκουμένης» καὶ «Βασιλείας» ἀποκτοῦσε ἰδιάζουσα σημασία, τοῦ προσεπόριζαν ἰδιαίτερα προνόμια, καὶ ὅταν ὁ τίτλος τοῦ «Πατριάρχου», ποὺ ἀποδίδονταν σὲ σεβάσμιους ἱεράρχες, περιορίσθηκε μόνο στοὺς Ἐξάρχους τῶν Διοικήσεων, ὁ Ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως πῆρε τὸν τίτλο τοῦ «Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου» καὶ τοῦ ἀναγνωρίσθηκε τὸ Πρωτεῖο τιμῆς μετὰ τὸν Ῥώμης. Ἀποτέλεσμα τῶν ἐξελίξεων αὐτῶν ἦταν συῤῥοὴ Ἱεραρχῶν καὶ Προκαθημένων ἄλλων Ἐκκλησιῶν στὴν Πρωτεύουσα, ὅπου καθιερώθηκε ἡ συγκρότησις «Ἐνδημούσης Συνόδου».

φθασε ἔτσι ἐποχὴ ποὺ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, μὲ τὴ διπλῆ του ὑπόσταση - Ἀρχιεπισκοπικὴ καὶ Οἰκουμενικὴ - βρισκόταν σὲ ἔντονη δράση, μὲ ἀλλεπάλληλες συνεδριάσεις πολυπληθῶν συνόδων. Τὸ νότιο ὑπερῷο τῆς Ἁγίας Σοφίας ὅπου συνερχόταν σύνοδοι, καὶ οἱ λιγοστὲς αἴθουσες τοῦ Πατριαρχικοῦ Οἴκου, δὲν ἐπαρκοῦσαν πιὰ στὶς νέες ἀνάγκες. Ἐπὶ πλέον ὁ πατριαρχικὸς κλῆρος εἶχεν αὐξηθεῖ πολύ, ἐπειδὴ ἐξυπηρετοῦσε καὶ τὶς βασιλικὲς γιορτὲς καὶ λιτανεῖες. Γι᾽ αὐτό, σὰν πρῶτο μέτρο γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἀναγκῶν, ἐνσωματώθηκε στὸ Πατριαρχεῖο ἡ Μονὴ τῆς Ὁσίας Ὀλυμπιάδος. Εὐτυχῶς ὁ Ἰουστινιανός, προβλέποντας ἀναπόφευκτες μελλοντικὲς ἐξελίξεις, εἶχε περιλάβει στὸ νέο του ἀστεοδομικὸ σχέδιο καὶ τὴν ἐξασφάλιση χώρου γιὰ μελλοντικὰ πατριαρχικὰ κτίρια, πρὸς τὰ νότια τῆς Ἁγίας Σοφίας, ὁπότε ὁ Πατριαρχικὸς Οἶκος θὰ βρισκόταν στραμμένος πρὸς τὸ «Ἱερὸν Παλάτιον». Γι᾽ αὐτὸ τὸ σκοπὸ περιορίσθηκε τὸ πλάτος τοῦ Κωνσταντινείου Φόρου τοῦ Αὐγουσταίου καὶ περιτριγυρίσθηκε μὲ κλειστὸ τοῖχο γιὰ ν᾽ ἀποτελέσῃ μίαν ἀπὸ τὶς τρεῖς αὐλὲς ποὺ ἀνοίγονται στὰ βόρεια, τὰ δυτικὰ καὶ τὰ νότια τῆς Ἁγίας Σοφίας.

Τὸ πρῶτο πατριαρχικὸ κτίριο πρὸς Νότο τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ κτίσθηκε κατὰ τὴν πατριαρχεία Ἰωάννου Γ´ τοῦ Σχολαστικοῦ (565-577). Ὁ ἀνώτατος ὄροφός του συγκοινωνοῦσε πρὸς τὸ νότιο ὑπερῷο τοῦ ναοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ νοτιοδυτικὸς ἀνοδικὸς «δρόμος» - ὁ κοχλίας - καταργήθηκε, γιὰ νὰ δημιουργηθοῦν ἐκεῖ δύο αἴθουσες ποὺ ἀποτελοῦσαν τὸ κέντρο τῆς Πατριαρχικῆς Διοικήσεως, τὸ «Μέγα» δηλαδὴ καὶ τὸ «Μικρὸν Σέκρετον». Στὸν ἴδιον ὄροφο ἐγκαταστάθηκαν καὶ τὰ ἰδιαίτερα «Δώματα» τοῦ Πατριάρχου. Σὲ λίγο δεύτερο κτίριο «ὁ Θεσσαλὸς Τρίκλινος» κτίσθηκε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ πρῶτο.

Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς ὅμως καὶ ἡ ἀνάγκη γιὰ νέα διεύρυνση γεννήθηκε ἐπιτακτική. Κατὰ τὴν πατριαρχεία Θωμᾶ τοῦ Α´ (607-610) κτίζεται, στὸ ἀνατολικὸ μέρος τοῦ μεταξὺ Αὐγουσταίου καὶ ναοῦ χώρου, τὸ κτίριο ποὺ ἔγινε γνωστὸ μὲ τὴν ἐπωνυμία «Θωμαΐτης Τρίκλινος». Τὸ κτίριο διέθετε εὐρεῖες αἴθουσες καὶ «μετέωρα κελλία». Καὶ αὐτοῦ τοῦ κτιρίου ὁ ἀνώτατος ὄροφος συγκοινωνοῦσε πρὸς τὸ νότιο ὑπερῷο τῆς Ἁγίας Σοφίας, τοῦ ὁποίου ἡ στάθμη ἐπέβαλε τὴν ὕπαρξη ἄλλων δύο ὀρόφων ἀπὸ κάτω, τόσο στὸ νεοκτιζόμενο ὅσο καὶ στὰ δύο προηγούμενα. Καὶ τὰ τρία κτίρια συνεπῶς ἦσαν τριώροφα. Στὸ ἰσόγειο τοῦ Θωμαΐτου ἐγκαταστάθηκεν ἡ ἀξιόλογος Πατριαρχικὴ Βιβλιοθήκη.

ἀνίδρυση τῶν κτιρίων στὸ ἀνατολικὸ καὶ δυτικὸ ἄκρο τῆς νοτίας προσόψεως τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ ἡ σύνδεσή τους πρὸς τὸ ὑπερῷο τοῦ ναοῦ καθιστοῦσαν τὸ τελευταῖο εἶδος συνδετικοῦ μεταξύ τους διαδρόμου. Τὸ νότιο ὑπερῷον ὅμως ἦταν, ὅπως εἴδαμε, καὶ τόπος συγκλήσεως συνόδων, καθὼς ἐπίσης καὶ μέρος ἀπὸ ὅπου περνοῦσαν βασιλικὲς πομπές. Γι' αὐτὸ καὶ δὲν ἄργησε νὰ γεννηθῇ ἡ νέα ἀνάγκη τῆς ἀπ᾽ εὐθείας συνδέσεως τῶν ἀκραίων κτιρίων μὲ ἕνα διώροφο «Μάκρωνα» - μακρὺ δηλαδὴ συνδετικὸ κτίριο - ποὺ θὰ περιελάμβανε καὶ τὶς ὑπόλοιπες πατριαρχικὲς ὑπηρεσίες.

πρὸς Νότο προσανατολισμὸς τῆς πρὸς τὸ Αὐγουσταῖον ὄψεως τοῦ Μάκρωνος ἐπέτρεψε τὴν δημιουργία ἀνοικτῆς στοᾶς στὸν ἐπάνω ὄροφο, πρᾶγμα αἰσθητικὰ γόνιμο, ἐπειδὴ καὶ τὸν ὡς συνδετικοῦ κτιρίου χαρακτῆρα τόνιζε, μὲ τὴν ὀπτικὴ ἐλαφρότητα τῆς στοᾶς, καὶ τὴν ἐπιβλητικότητα τῶν καθαυτὸ πατριαρχικῶν κτιρίων δὲν ἐμείωνε.

Μὲ τὴν προσθήκη τοῦ Μάκρωνος συμπληρώθηκε τὸ κτιριακὸ συγκρότημα τῶν Πατριαρχείων πρὸς Νότο τῆς Ἁγίας Σοφίας, μὲ ἀξιοθαύμαστη ἑνότητα, ποὺ ὀφείλεται στὸν εὔστοχο συνδυασμὸ τῆς γεωμετρικῆς του ἁπλότητος, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν πυργούμενο, λίγο πιὸ πίσω του, μεγαλειώδη πατριαρχικὸ ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Ὁ συνδυασμὸς ὡς γενικὴ ἐντύπωση, εἶναι μάλλον συνδυασμὸς τριῶν στοιχείων: Τοῦ κεντρικοῦ, δεσπόζοντος ὄγκου τοῦ ναοῦ καὶ τῶν ὑποταγμένων σ᾽ αὐτὸν συμπαγῶν συμμετρικῶν ὄγκων τοῦ Πατριαρχικοῦ Οἴκου.

Τὸ σύνολο τοῦ πατριαρχικοῦ συγκροτήματος κτιρίων, ποὺ κατελάμβανε ὁλόκληρο τετράγωνο στὴν πιὸ περίοπτη περιοχὴ τῆς Πρωτεύουσας τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, μὲ τοὺς δύο ναούς του, τὶς τρεῖς περίστυλες αὐλὲς καὶ τὰ ἄλλα του κτίρια, ἀποτελοῦσε τὴν ὑλικὴν ἔκφραση τῆς ἐννοίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Ὁ πλούσιος διάκοσμος τῶν αἰθουσῶν του, μὲ τὶς πολύτιμες ὀρθομαρμαρώσεις καὶ τὶς ψηφιδωτὲς παραστάσεις στοὺς «τρίκλινους», στὰ «μητατώρια», στὶς «Τράπεζες» καὶ τὰ «Σέκρετά» του, τὰ παρεκκλήσια καὶ τὰ εὐκτήριά του, μὲ τὰ λουτρὰ καὶ τὸν κῆπο του τὸ καθιστοῦσαν ἐφάμιλλο, ἄν ὄχι σὲ μέγεθος τουλάχιστον σὲ πλοῦτο καὶ καλλιτεχνικὴν ἐμφάνιση, πρὸς τὸ Αὐτοκρατορικὸ Ἀνάκτορο. Πολυάριθμοι κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ ὑπάλληλοι, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση ἀνωτέρων «ὀφικιάλλων» σὲ ἰδιαίτερα διαμερίσματα του, ἔθεταν σὲ κίνηση τὸν πολύτροπο μηχανισμὸ τῆς Πατριαρχικῆς Διοικητικῆς Ἐξουσίας.

Παρ᾽ ὅλα αὐτὰ ὅμως τὸ Πατριαρχεῖο, ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ βίου καὶ τῆς πολιτείας αὐτῶν ποὺ τὸ ὑπηρετοῦσαν, δὲν ἦταν παρὰ ἕνα μεγάλο μοναστῆρι, ὅπου ἡ ζωὴ κυλοῦσε σύμφωνα μὲ αὐστηρὸ τυπικό, ὅπως συνέβαινε σὲ κάθε ἄλλο μοναστῆρι τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ κατάσταση αὐτὴ συνεχίζεται τουλάχιστον ἕως τὴν ἐποχὴ τῶν τελευταίων Εἰκονομάχων, ὁπότε ἀρχίζει ἡ παρακμὴ τῆς Πολιτείας, ποὺ ἐπιταχύνεται ἀπὸ τὴν κατάληψη τὸ 1204 τῆς Πρωτεύουσας ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους. Τὸ Πατριαρχεῖο, ὕστερα ἀπὸ πεντήκοντα ἑπτὰ (1205-1261) χρόνια ἐξορίας στὴν Νίκαια, ἐγκαταστάθηκε καὶ πάλι στὸν παλαιό του Πατριαρχικὸ Οἶκο, ποὺ εἶχε ὅμως καταπονηθεῖ ἀπὸ τὰ δεινὰ τῆς Λατινικῆς Ἁλώσεως καὶ τὴ φθορὰ τοῦ χρόνου. Παρὰ ταῦτα τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο χωρὶς νὰ χάσῃ - ὅπως ἄλλωστε καὶ ὅλες οἱ πνευματικὲς ἐκδηλώσεις τοῦ βίου τῆς Αὐτοκρατορίας - τίποτε ἀπὸ τὸ κῦρος καὶ τὴ ζωτικότητά του, παρέμεινε στὰ πατροπαράδοτα οἰκήματά του ἕως τὴν 29η Μαΐου τοῦ 1453, ἡμέρα τῆς Ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὸν Μωάμεθ Β´, τὸν Πορθητή

Ἀριστείδης Πασαδαῖος
 


Σχεδιάγραμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μὲ τὴν Ἁγία Σοφία στὸ κέντρο
καὶ γύρω τὰ κτιριακὰ συγκροτήματα τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. 330-1453
(Ἀναπαράσταση Ἀρ. Πασαδαίου)

[English]

Αρχική Σελίς Ὄπισθεν
Ἐπιστροφή
Περιεχόμενα