ΙΕΡΑ MONH ΙΒΗΡΩΝ - ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Κάλυμμα Εὐαγγελίου
1578-1605
Ἀσήμι ἐπιχρυσωμένο καὶ ἡμιπολύτιμες πέτρες
Ὕψος 34 ἐκ., πλάτος 26 ἐκ, πάχος 7,5 ἐκ.

Τὸ κάλυμμα σχηματίζει μία θήκη ποὺ καλύπτει ἕνα εἰκονογραφημένο βυζαντινὸ χειρόγραφο Τετραευάγγελο. Ἡ κάθε ὄψη τοῦ καλύμματος χωρίζεται σὲ τρεῖς κύριες ζῶνες μὲ ἕξι μεγάλα διάχωρα στὰ ὁποῖα ἱστορεῖται τὸ Δωδεκάορτο σὲ ἀκόσμητο στιλπνὸ βάθος. Οἱ παραστάσεις δηλώνονται μὲ γεωργιανικὲς ἐπιγραφές. Ἐμπρὸς καὶ σὲ κατακόρυφη διάταξη, ὁ Εὐαγγελισμός, ἡ Γέννηση, ἡ Ὑπαπαντή, ἡ Βάπτιση, ἡ Μεταμόρφωση, ἡ Ἔγερση τοῦ Λαζάρου, πίσω, ἡ Βαϊοφόρος, ἡ Σταύρωση, ἡ Ἀνάσταση, ἡ Κοίμηση, ἡ Πεντηκοστή, ἡ Ἀνάληψη.

Στὸ κέντρο, ψηλά, τῆς ἐμπρόσθιας πλευρᾶς παριστάνεται ἡ Παναγία Πορταΐτισσα πάνω ἀπὸ μικρὴ διάλιθη πόρτα, ποὺ ἀνοίγει μὲ γάντζο, γιὰ νὰ διαβαστῇ στὸ ἐσωτερικό της ἡ γεωργιανικὴ ἐπιγραφή: Παναγία τῆς Πόρτας ἐλέησον καὶ εἰς τὶς δύο ζωὲς τὸν Καθολικὸ Εὐθύμιο. Ὁ δωρητὴς στέκεται στὰ ἀριστερά, ὁλόσωμος μὲ ἀρχιερατικὴ στολὴ καὶ φωτοστέφανο, δείχνοντας πρὸς τὴ μικρὴ πόρτα. Μακροσκελὴς γεωργιανικὴ ἐπιγραφὴ ὑπάρχει καὶ στὸ ἔλασμα ποὺ καλύπτει τὸ πάχος τῆς κάτω πλευράς: Ἡμεῖς, ὁ ἐν Χριστῷ εὐλογημένος καθολικὸς τῆς Ἀμπχαζίας, Εὐθύμιος Sakvarelidze, ἔκανα νὰ ἀργυρωθῇ τὸ ἅγιον τοῦτο Εὐαγγέλιον καὶ τὸ ἀφιέρωσα εἰς τὴν φοβερὰν καὶ ἔνδοξον Παναγίαν Πορταΐτισσαν, γιὰ νὰ μὲ συμπαρασταθῇ ὁ Κύριος καὶ εἰς τὶς δύο ζωὲς καὶ νὰ μὲ ἀξιώσῃ εἰς τὴν δεξιάν, νὰ ἀκούσω τὴν ἐπιθυμητὴ φωνή του (Ἀνάγνωση καὶ μετάφραση Ἀβταντὴλ Μικαμπερίτζε). Ὁ Εὐθύμιος Ι Sakvarelidze (1578-1605), καθολικὸς τῆς Ἀμπχαζίας (δυτικῆς Γεωργίας, στὴν ὁποία συμπεριλαμβανόταν ἡ Ἰμερετία, Γκούρια, Μενγκρελία) εἶναι γνωστὸς ἀπὸ τὴ δραστηριότητά του στὴν προώθηση τῆς μεταγραφῆς ἑλληνικῶν ἐκκλησιαστικῶν κειμένων στὰ γεωργιανικὰ (Tamarati 1910, Salia 1980) καθὼς καὶ ἀπὸ τὴ δωρεὰ μιᾶς ἀργυρῆς ἐπένδυσης εἰκόνας τοῦ ἁγίου Βασιλείου (Sanikidze - Abramishvili 1979).

Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν κύρια διαίρεση σὲ ζῶνες, μικρότερα διάχωρα μὲ μεμονωμένες μορφὲς ἁγίων κατανέμονται καὶ στὶς δύο ὄψεις καὶ προφανῶς ἐκφράζουν τὶς ἐπιλογὲς τοῦ δωρητή. Κάτω ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμὸ παριστάνονται σὲ προτομὴ οἱ τρεῖς στρατιωτικοὶ ἅγιοι Θεόδωρος, Γεώργιος καὶ Δημήτριος. Τρία στενόμακρα διάχωρα στὴν ἐμπρόσθια πλευρὰ ἀπεικονίζουν τοὺς ἰδρυτὲς τῆς Μονῆς Ἰβήρων, ἁγίους Εὐθύμιο, Ἰωάννη Ἁγιορείτη καὶ Γεώργιο Ἁγιορείτη ποὺ κρατοῦν σταυρό. Στὴν πίσω πλευρά, σὲ τέσσερα διάχωρα, παριστάνονται οἱ ἅγιοι ἀρχιερεῖς Ἰωάννης Χρυσόστομος, Νικόλαος, Βασίλειος καὶ Γρηγόριος. Ταινία μὲ στικτὸ βάθος πλαισιώνει τὶς ὄψεις καὶ κοσμεῖται μὲ πεντάφυλλα καὶ τρίφυλλα ἀνθέμια ἐγγεγραμμένα σὲ κύκλους. Στὸ μέσον τῆς κάθε πλευρᾶς οἱ ταινίες διακόπτονται ἀπὸ ἡμικύκλια ποὺ πιθανὸν ἀρχικὰ ἤταν διάλιθα. Τὴ ῥάχη καλύπτουν κατὰ μῆκος ἑπτὰ στενὲς ταινίες ποὺ φέρουν σὲ στικτὸ βάθος διάκοσμο μὲ ἐλισσόμενο βλαστὸ καὶ ἡμίφυλλα, κόσμημα μὲ σχηματοποιημένο σύννεφο ἢ λοξὰ ἀντικριστὰ φύλλα. Οἱ δύο τελευταίοι τύποι διακόσμου προέρχονται ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴ διακοσμητική (Raby - Allan 1982, Carswell 1982). Τὸ πάχος τοῦ Τετραευάγγελου καλύπτεται μὲ ἐπίχρυσα ἐλάσματα ποὺ στερεώνονται μὲ στροφεῖς καὶ κλείνουν μὲ κλειδώματα. Στὴ μακριὰ πλευρὰ ὑπάρχουν τέσσερα διάχωρα μὲ τοὺς Εὐαγγελιστὲς καθισμένους μπροστὰ στὰ ἀναλόγιά τους. Στὴν πάνω πλευρὰ παριστάνονται ὁ Λίθος καὶ τὸ Μὴ μου ἅπτου.

Σὲ πρώτη ἀνάγνωση τὸ κάλυμμα ἐκπλήσσει μὲ τὸ βυζαντινότροπο ὕφος του. Τὰ ἀνθέμια τοῦ πλαισίου καὶ τὸ ἀκόσμητο στιλπνὸ βάθος θὰ μποροῦσαν νὰ ἀνήκουν σὲ μεσοβυζαντινὸ ἔργο, ἐνῶ οἱ πολυπρόσωπες σκηνὲς τοῦ Δωδεκαόρτου μὲ τὰ λίγο μεγαλύτερα κεφάλια τῶν ψιλόλιγνων μορφῶν καὶ τὶς κλασικίζουσες λεπτομέρειες, ὅπως τὸ πτυχωμένο ὕφασμα στὸν Εὐαγγελισμό, θυμίζουν παλαιολόγεια πρότυπα. Ἡ ἐπιλεκτικὴ τάση ἐπιστροφῆς σὲ πρότυπα τοῦ 12ου - 14ου αἰώνα παρατηρεῖται καὶ σὲ ἄλλα ἔργα ἀργυροχοΐας τοῦ 16ου αἰώνα στὴ Δυτικὴ Γεωργία ποὺ τὴν περίοδο αὐτὴ εἶναι ἀκόμη ἡμιανεξάρτητη, ἂν καὶ φόρου ὑποτελὴς στοὺς Ὀθωμανοὺς (Amiranashvili 1971,Salia 1980). Ἡ εἰκονογραφία, ὡστόσο, τοῦ καλύμματος δὲ συμβαδίζει μὲ τὰ γνωστὰ γεωργιανικὰ καὶ βυζαντινὰ καλύμματα στὰ ὁποῖα συνήθως παριστάνεται ἡ Σταύρωση καὶ ἡ Δέηση ἢ ἡ Ἀνάσταση (Amiranashvili 1971, Velmans 1979).

Τεχνοτροπικὰ τὸ κάλυμμα ἔχει κοινὰ στοιχεῖα μὲ λίγο προγενέστερα ἢ σύγχρονα ἔργα, ὅπως τὸ σταυρὸ τοῦ τεχνίτη Μαμνὲ (τέλη 15ου αἰ.), ὅπου τὸ βραχῶδες ἢ ὀρεινὸ τοπίο ἀποδίδεται μὲ τὸν ἴδιο γραμμικὸ τρόπο, μὲ λεπτὴ δηλαδὴ ἀνάγλυφη γραμμὴ (Amiranashvili 1971). Σὲ ἐπένδυση εἰκόνας τῆς Ὁδηγητρίας τοῦ 1586, δωρεὰ τοῦ βασιλιᾶ τῆς Ἰμερετίας Γεωργίου, διακρίνεται τὸ κοινὸ πρότυπο στὴν ἀπόδοση τῆς Πορταΐτισσας ἀλλὰ καὶ παρόμοιο κόσμημα μὲ λοξὰ ἀντικρυστὰ φύλλα (Amiranashvili 1971, Πρβλ. καὶ εἰκόνα Ὁδηγητρίας τοῦ 1588 Sanikidze  - Abramishvili 1979).

Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἀνάμεσα στὸ 1592 καὶ 1604 Ἰβηρῖτες μοναχοὶ εἶχαν βγεῖ σὲ ζητεία στὴ Γεωργία, ὁ βασιλιὰς μάλιστα Ἀλέξανδρος τῆς Καχετίας (Ἀνατολικῆς Γεωργίας) ἔσωσε τὴ Μονὴ ἀπὸ βαρύτατο χρέος (Γεδεὼν 1885, Salia 1980). Εἶναι πιθανὸν τότε, στὸ πέρασμα τῶν μοναχῶν ἀπὸ τὴν Δυτικὴ Γεωργία, νὰ ἔγινε καὶ ἡ δωρεὰ τοῦ καθολικοῦ τῆς Ἀμπχαζίας στὸ ἁγιορείτικο μοναστήρι.

ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ - Α.Μ.


Πίσω