Τὸ
Καθολικό,
ἡ Τράπεζα, ἡ φιάλη

Τὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς χτίστηκε τὸ
πρῶτο ἥμισυ τοῦ 11ου αἰώνα καὶ ξαναχτίστηκε τὸ 1513. Τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ναοῦ
ἱστορήθηκε κατὰ διαστήματα ἀπὸ τὸν 16ο ἕως τὸν 19ο αἰώνα μὲ πλούσιες
τοιχογραφίες. Τὸ μεταβυζαντινό, ξυλόγλυπτο τέμπλο τοῦ ναοῦ χρονολογεῖται ἀπὸ
τὸν 18ο αἰώνα. Στὸ σκευοφυλάκιο τῆς Μονῆς φυλάσσονται ἱερᾶ σκεύη, ἄμφια
χρυσοκέντητα, καὶ ἔργα ῥωσικῆς τέχνης. Τὸ μεγαλόπρεπο αὐτό Καθολικό, κατὰ τὸν
τύπο τοῦ ἀντιστοίχου τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἄρχισε νὰ ἀνεγείρεται στὸ τέλος
τοῦ 10ου αἰώνα καὶ ὁλοκληρώθηκε τὸ 1030 μὲ τὴ μέριμνα τοῦ Ἴβηρα Γεωργίου.

Ὁ ναὸς ἔχει τρεῖς νάρθηκας. Ὁ
διάκοσμος του πλούσιος, μὲ θέματα ἀπὸ τὸ φυτικὸ βασίλειο. Ἀξιοπρόσεκτη εἶναι ἡ
πύλη μεταξὺ Ἐξωνάρθηκος καὶ Λιτῆς, φτιαγμένη ἀπὸ ἔβενο καὶ ἅργυρο μὲ
ἐξαιρετικῆς τέχνης σχέδια, ἐνῶ ἐντυπωσιακὴ προβάλλει ἡ ἑπτάφωτη ἁσημένια λυχνία
- κηροστάτης σὲ σχῆμα λεμονιᾶς. Ἀποτελεῖ προσφορὰ πολιτῶν τῆς Μόσχας, καθὼς
μαρτυρεῖ ἡ δίγλωσση (ἑλληνικὰ καὶ ρωσικὰ) ἐπιγραφή της. Ἡ λυχνία - κηροστάτης
προσφέρθηκε τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1818 στὸν ἐκπρόσωπο τῆς Μονῆς Ἀρχιμανδρίτη
Κύριλλο. Οἱ Ρῶσοι, ἰδιαίτερα, εἶχαν πάντοτε καλὲς σχέσεις μὲ τὴ Μονὴ καὶ μάλιστα
μετὰ τὰ μέσα τοῦ 17ου αἰῶνος, ὁπότε ἀντίγραφο τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆς
Πορταϊτίσσης θεράπευσε τὴν κόρη τοῦ τσάρου Ἀλεξίου ἀπὸ σοβαρὴ ἀρρώστια. Ὁ
Ἀλέξιος, ἐκφράζοντας τὴν εὐγνωμοσύνη του, δώρισε στὴν Ἰβήρων τὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου
Νικολάου στὴ Μόσχα, τὸ ἔτος 1648. Ἡ Μονὴ αὐτὴ παρέμεινε στὴν ἰδιοκτησία τοῦ
Ἀθωνικοῦ κοινοβίου μέχρι τὸ 1932.

Ἂν καὶ τὸ Καθολικὸ ἦταν,
ὁπωσδήποτε, στολισμένο μὲ βυζαντινὲς τοιχογραφίες, οἱ σωζόμενες εἶναι
μεταγενέστερες, δηλαδὴ τοῦ 16ου αἰῶνος, ποὺ ὅμως ἐπιζωγραφήθηκαν τὸν 19ο
αἰώνα. Τοῦ τρίτου νάρθηκος εἶναι τοῦ ἔτους 1795. Τὰ ἐνσωματωμένα στὴ Λιτὴ
παρεκκλήσια ἔχουν τοιχογραφίες τοῦ 1674, ἐπιζωγραφημένες καὶ αὐτὲς ἀργότερα.
Πρόκειται γιὰ τὰ ἀφιερωμένα στὴ μνήμη τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ στοὺς
Ἀρχαγγέλους, στὸ ὁποῖο φυλάσσονται ἱερὰ λείψανα πέντε περίπου δεκάδων Ἁγίων,
τμήματα ὀργάνων τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου καὶ τεμάχια Τιμίου Ξύλου.
Ἀπὸ
τὸ παλαιὸ Καθολικὸ σώζεται τὸ ὡραῖο μαρμαροθέτημα μὲ διάφορα γεωμετρικὰ σχήματα
καὶ ἐπιγραφὴ τοῦ Γεωργιανοῦ κτήτορα Γεωργίου, τοῦ τρίτου ἡγουμένου της.
Ἀξιόλογα εἶναι ἐδῶ καὶ τὰ δίζωνα κιονόκρανα, σὲ δεύτερη χρήση, ποὺ βρίσκονται
στοὺς κίονες τοῦ κυρίως ναοῦ.Oἱ τοιχογραφίες τοῦ Καθολικοῦ ἀνήκουν σὲ διάφορες
ἐποχές, ἀπὸ τὸν 16ο μέχρι τὸν 19ο αἰώνα, ὁπότε ἔχουμε καὶ τὴν ἐπιζωγράφησή
τους. Ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν τὸ μεταβυζαντινὸ ξυλόγλυπτο τέμπλο μὲ τὸν
πλουσιότατο φυτικό του διάκοσμο, ἡ πόρτα ἀπὸ ἄργυρο καὶ ἔβενο ποὺ ὁδηγεῖ ἀπὸ
τὸν ἐξωνάρθηκα στὴ Λιτὴ καὶ ἡ ῥωσικῆς τέχνης ἑπτάφωτη λυχνία σὲ σχῆμα λεμονιᾶς
μὲ τριάντα ἐπιχρυσωμένα λεμόνια καὶ 7 κηροπήγια, ἔργο τοῦ 1819.

Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Καθολικὸ βρίσκεται
τὸ μεγάλο κωδωνοστάσιο καὶ στὴ συνέχεια ἡ Τράπεζα ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ καὶ τὸ
κτίριο τῆς βιβλιοθήκης ἀπὸ τὴν ἄλλη. Tὰ κτίρια τῆς αὐλῆς περιβάλλονται ἀπὸ τὶς
πτέρυγες ποὺ σχηματίζουν τετράπλευρο, ὅπου ὑπάρχουν κατὰ ζῶνες τὰ κελιὰ τῶν
μοναχῶν, οἱ χῶροι διοικήσεως τῆς Μονῆς, ὁ πύργοs, τὸ ἀρχονταρίκι, τὸ νέο
σκευοφυλάκιο – εἰκονοφυλάκιο – βιβλιοθήκη - συνοδικὸ καὶ ἄλλοι βοηθητικοὶ χῶροι.

Ἡ φιάλη τοῦ ἁγιασμοῦ τῆς Μονῆς
Ἰβήρων, ἀρκετὰ νεωτεριστικὴ γιὰ τὴν ἐποχή της, κατασκευάσθηκε τὸ 1863 καὶ
διακοσμήθηκε μὲ δυτικότροπη εἰκονογράφηση στὸ θόλο της, τὸ 1878.

Tὸ Koιμητήριο τῆς Μονῆς Ἰβήρων
βρίσκεται βόρεια τῆς Μονῆς καὶ ὁ ναὸς τιμᾶται στὴ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου
πατριάρχου τῆς Ἀλεξανδρείας.
Ἡ αὐλὴ τῆς Μονῆς Ἰβήρων εἶναι
περίπου ὀρθογώνια καὶ ἀρκετὰ εὐρύχωρη. Εἶναι ὅλη πλακοστρωμένη καὶ ἔχει στὴ
νοτιοανατολική της γωνία τὸ Καθολικό. Στὸ δυτικό της τμῆμα τῆς αὐλῆς
παρεμβάλλονται τὰ ἰσόγεια κτίσματα τοῦ μαγειρείου καὶ τῆς βιβλιοθήκης
χειρογράφων.
 |