[English] Printer-friendly version
The Ecumenical Patriarch
The Ecumenical Patriarchate
Bishops of the Throne
List of Patriarchs
Other Orhodox Churches
Theological and various articles
Ecological activities
Youth ministry
Interchristian relations
Conferences
Photo gallery
Holy Monasteries and Churches
Creed
Church calendar
Icons
Byzantine music
Contact details

Ἀρχική σελίς
Ἀρχική σελίς

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗΣ
ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΠΡΑΞΕΩΣ ΤΟΥ 1928
Ὑπό Σεβ. Μητροπολίτου Σεβαστείας κ. Δημητρίου

Ἐπιστροφή
Ἐπιστροφή

Ἀπό τάς ἀρχάς τοῦ διανυομένου σωτηρίου ἔτους 2007 ἐκυκλοφόρησε σύν Θεῷ ἐμπεριστατωμένη μελέτη ἐξ 852 σελίδων τοῦ ἐκ τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ Θρόνου Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σεβαστείας κ. Δημητρίου, Διευθυντοῦ τοῦ Ἰδιαιτέρου Γραφείου τοῦ Πατριάρχου, περί τῆς ἱστορικῆς διαδρομῆς τῆς Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Πράξεως τοῦ 1928 διά τῆς ὁποίας ἀνετέθη ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἰς τήν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ἐπιτροπικῶς ἡ διοίκησις τῶν ἐπί μέρους τῶν Μητροπόλεων τοῦ Θρόνου τῶν καλουμένων Νέων Χωρῶν (Ἡπείρου, Μακεδονίας, Θράκης καί Νήσων τοῦ Αἰγαίου), τηρουμένου τοῦ ἐπ’ αὐτῶν ἀνωτάτου κανονικοῦ δικαιώματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Εἰς τήν μελέτη του αὐτή  ὁ ἀνωτέρω Ἱεράρχης ἀσχολεῖται διεξοδικῶς μετά τῆς εἰρημένης Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Πράξεως καί προβάλλει κατά τρόπο πλήρως τεκμηριωμένο τόν ἀγῶνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἔναντι τῆς διαχρονικῶς σχεδόν ἰσχυσάσης (1928-2004) τακτικῆς τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νά μή ἐφαρμόσῃ τό σύνολον τῶν κανονικῶν ὅρων τῆς Πατριαρχικῆς Πράξεως προκειμένου νά ἐπιτευχθῇ σταδιακῶς ἀπό αὐτήν ἡ ὁριστική ἀπορρόφησις τῶν Μητροπόλεων αὐτῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου.

Ἡ ἐργασία βασίζεται κυρίως σέ ἀνέκδοτο ἀρχειακό ὑλικό πού ἀφορᾷ εἰς τήν μακρά περίοδο 1927-2004 καί ὁλοκληρώνεται μέ τήν ὁμόφωνον σχεδόν ἀπόφασι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τῆς 28ης Μαΐου 2004 ὑπέρ τοῦ σεβασμοῦ καί τῆς τηρήσεως ὅλων τῶν διατάξεων τῆς Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Πράξεως.

Ἡ ἐργασία φέρει τόν τίτλον «Ἡ Πατριαρχική καί Συνοδική Πρᾶξις τοῦ 1928, παρακωλυομένη τοῖς ὅροις», μέ ὑπότιτλο «τό ἐπί τῇ βάσει τοῦ Πατριαρχικοῦ καί Συνοδικοῦ Ἀρχείου ἱστορικό τοῦ ἀγῶνος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τήν διατήρησι τῶν δικαίων του ἐπί τῶν Μητροπόλεών του τῶν Νέων Χωρῶν», διατίθεται δέ ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἀθ. Σταμούλη (Ἀβέρωφ 2, 10443 Ἀθῆναι, τηλ.+302105238305, Fax+302105238959, e-mail info@stamoulis.gr).

Σύντομον βιογραφικόν τοῦ συγγραφέως:
Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σεβαστείας κ. Δημήτριος, τοῦ Κωνσταντίνου καί τῆς Ζωῆς Κομματᾶ, γεννήθηκε στήν Πόλι τήν 26η Ὀκτωβρίου 1952. Ἐσπούδασε εἰς τήν Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή, τήν Ἱ. Θεολογική Σχολή Χάλκης, τήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1972-1975) καί τό Ἀγγλικανικό Κολλέγιο Oak Hill τοῦ Λονδίνου.

Χειροτονήθηκε Διάκονος τό 1974 ἀπό τόν πολιό Μητροπολίτη Γέροντα Χαλκηδόνος Μελίτωνα καί ὑπηρέτησε στήν Πατριαρχική Αὐλή κατά τήν Πατριαρχία Δημητρίου, τοῦ καί Γέροντός του, ἐπί δεκαπενταετία (1975-1990). Τήν 2α Ὀκτωβρίου 1990 προήχθη εἰς Μητροπολίτην Σεβαστείας ἀπό τῆς θέσεως τοῦ Μεγάλου  Ἀρχιδιακόνου, χειροτονηθείς εἰς Ἀρχιερέα τήν 4ην Νοεμβρίου 1990 ὑπό τοῦ Πατριάρχου Δημητρίου καί τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου.

Ἀπό τῆς ἐκλογῆς καί ἀναρρήσεως εἰς τόν Οἰκουμενικόν Θρόνον τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου(1991) κληθείς ὑπ’ Αὐτοῦ εὑρίσκεται ἐπί κεφαλῆς τοῦ Ἰδιαιτέρου Γραφείου του.

Εἰς τήν Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδο παρεδρεύει περιοδικῶς καί τυγχάνει μέλος πολλῶν Συνοδικῶν Ἐπιτροπῶν. Κατά τήν ἐκκλησιαστική του διακονία συμμετεῖχε σέ πλεῖστες ἀνά τόν κόσμον Πατριαρχικές ἀποδημίες καί ἐκκλησιαστικές ἀποστολές (ὅπως εἰς Η.Π. Ἀμερικῆς, Αὐστραλία, Ἑλλάδα κ.ἄ.) ἐσχάτως δέ καί στίς δύο Διορθοδόξους Συνόδους, τήν Πανορθόδοξο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (24 Μαΐου 2005) γιά τό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων καί τήν Διηυρυμένη τῆς Γενεύης (17 Μαΐου 2005) γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου.

Κατωτέρω παρατίθεται σύντομος περίληψις τῆς μελέτης:

ΠΕΡΙΛΗΨΙΣ

Οἱ Βαλκανικοί πόλεμοι (1912-1913) ἐμπλούτισαν τά ἐδάφη τῆς Ἑλλάδος, ἐντός τῶν συνόρων τῆς ὁποίας συμπεριελήφθησαν Νέες Χῶρες, οἱ ὁποῖες ἐκκλησιαστικῶς ἀπετελοῦντο ἀπό πολλές ἱστορικές Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ὑπαγόμενες ἀπ᾿ αἰώνων εἰς αὐτό καί γνωριζόμενες ἔκτοτε καί μέχρι σήμερα ὡς Μητροπόλεις τῶν Νέων Χωρῶν.

Ἡ Ἑλληνική Πολιτεία, ἀπό νωρίς (1914) ἐξεδήλωσε πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τήν βούλησι νά παραχωρηθοῦν καί ἐκκλησιαστικῶς δι᾿ ἐπισήμου Πατριαρχικοῦ Τόμου οἱ Μητροπόλεις αὐτές εἰς τήν Αὐτοκέφαλο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (ΑΕΕ) κατά τό παράδειγμα τῆς προγενεστέρας παραχωρήσεως εἰς αὐτήν τῶν Μητροπόλεων τῆς Ἑπτανήσου (1866) καί τῆς Θεσσαλίας (1882), πού καί αὐτές ἀνῆκαν εἰς τόν Οἰκουμενικό Θρόνο.

Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, κατά τήν ἀμέσως μετά τούς Βαλκανικούς πολέμους περίοδο (1915) καί ἐπί Πατριαρχίας Γερμανοῦ τοῦ Ε´ ἐπέδειξε κατ᾿ ἀρχήν θετική διάθεσι. Παρά ταῦτα ὅμως, ποτέ δέν ἠθέλησε νά παραχωρήσῃ ἐπί τροχάδην τίς Μητροπόλεις του αὐτές ἐν λευκῷ, ὅπως ἐπρότεινε τότε ἡ Ἑλληνική Κυβέρνησις. Ἄνευ, δηλαδή, τῶν ἀπαραιτήτων συγκεκριμένων στοιχείων, τῶν ἐπιβαλλομένων ἐκκλησιαστικῶς προκειμένου νά συνταχθῇ καί νά ἐκδοθῇ Πατριαρχικός καί Συνοδικός Τόμος χειραφετήσεως Μητροπόλεων.

Αὐτή δέ ἡ συγκεκριμένη ἀναφορά δέν ἦτο δυνατόν νά γίνῃ λόγῳ τῆς διεθνοῦς ἀμφισβητήσεως τότε τῆς Ἑλληνικῆς κυριότητος τῶν νησιῶν τοῦ Αἰγαίου, τῆς Βορείου Ἠπείρου καί τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Εἰς τήν συνέχεια, μία σειρά ἀπό ἐκκλησιαστικές καί πολιτικές ἐξελίξεις, ὅπως ὁ Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος, ὁ ἐθνικός διχασμός στήν Ἑλλάδα (1916-1917), ἡ χηρεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἐπί τριετία (1918-1921), καί ἄλλα, μετετόπισαν τήν λύσι τοῦ θέματος τῶν ἀνωτέρω Μητροπόλεων.

Δυστυχῶς γιά τήν Μητέρα Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐπηκολούθησε ἡ Μικρασιατική καταστροφή (1922) μέ τραγικές συνέπειες γιά τόν ἱερό θεσμό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἑκατοντάδες χιλιάδες ἄνθρωποι ἐγκατέλειψαν τίς προγονικές τους ἑστίες καί προσέφυγαν στήν Ἑλλάδα. Μέσα σέ ἐλάχιστο χρονικό διάστημα κατεστράφη ὁλοσχερῶς τό σύνολο τῶν Μητροπόλεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στήν Μικρά Ἀσία, ἡ δέ πλειονότης τοῦ πονεμένου αὐτοῦ λαοῦ ἐγκατεστάθη στίς ἀνωτέρω Μητροπόλεις τοῦ Θρόνου τῶν Νέων Ἑλληνικῶν Χωρῶν.

Τό γεγονός αὐτό ἄλλαξε ριζικῶς τά δεδομένα. Ὅλοι οἱ ἐμπλεκόμενοι φορεῖς στό θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακανονίσεως τῶν Μητροπόλεων τῶν Νέων Χωρῶν, μέ πρῶτο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, συμφωνοῦσαν πλέον ὅτι ὑπό τοιαύτας συνθήκας ἦτο ἀδύνατο νά παραχωρηθοῦν οἱ Μητροπόλεις τῶν Νέων Χωρῶν καί νά παραμείνῃ ἄνευ ἐκκλησιαστικοῦ ἐδάφους καί ἀμέσου ποιμνίου τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

Εἶναι γεγονός, ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος, ποτέ δέν ἔπαυσε νά αἰσθάνεται τόν λαό τῶν Μητροπόλεών του αὐτῶν ὡς ἄμεσο ποίμνιό του, τό ὁποῖο γιά πολλούς ἱστορικούς λόγους θυσιαστικά πρόσεξε καί ἐστήριξε. Ἀλλά καί ὁ λαός τῶν Μητροπόλεων τῶν Νέων Χωρῶν μετ᾿ εὐγνωμοσύνης πάντοτε ἀνεφέρθη καί ἀναφέρεται εἰς τήν Μητέρα του Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Ἕνεκα ὅμως τῶν ἐκτάκτων καί λίαν δυσαρέστων συνθηκῶν πού ἡ Μικρασιατική καταστροφή διεμόρφωσε καί πού ἀπέκλεισαν τότε τελείως σχεδόν τήν ἐπικοινωνία τῆς ἕδρας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου μέ τίς Μητροπόλεις του καί τόν λαόν του αὐτό τῶν Νέων Χωρῶν, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο συνεφώνησεν ἐν τέλει ὡς πρός τήν ἀναγκαιότητα  τῆς παραχωρήσεως τῆς διοικήσεως τῶν Μητροπόλεών του εἰς τήν Αὐτοκέφαλο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὑπό τήν κατηγορηματική ὅμως προϋπόθεσι τῆς διατηρήσεως τῆς ἐπί τῶν Μητροπόλεων αὐτῶν κυριαρχικῆς δικαιοδοσίας του, ἐπ᾿ ἐλπίδι καλυτέρων ἡμερῶν, πού ὅπως βλέπουμε σήμερα, μετά ἀπό 78 χρόνια, ἤρχισαν νά διαφαίνωνται.

Τό πλαίσιο αὐτό, τό ἀπεδέχθη καί τό ἐστήριξε ἡ Ἑλληνική Πολιτεία, ἡ ἐτυμηγορία τῆς ὁποίας τότε ἦταν πρωταρχικῆς καί καθοριστικῆς σημασίας γιά τά ἐκκλησιαστικά πράγματα στήν Ἑλλάδα. Γι᾿ αὐτό καί κατά τίς ἐξελίξεις καί διαπραγματεύσεις πού ἐμεσολάβησαν (1927-1928), τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἐπικοινωνοῦσε κυρίως μέ τό Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, τό ὁποῖο ὅμως εὑρίσκετο σέ συνεχῆ ἐπικοινωνία μέ τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν, τόν καί διαπρεπῆ ἀκαδημαϊκό ἄνδρα, Χρυσόστομο Παπαδόπουλο (1923-1938).

Πρό τῆς καταληκτικῆς συμφωνίας τοῦ 1928, ὑπῆρξαν δύο κυρίως γενικές σκέψεις καί διεργασίες γιά τήν διευθέτησι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ αὐτοῦ θέματος:

Ἡ πρώτη ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς συστηματικῆς ἐργασίας γνωμοδοτικῆς Ἐπιτροπῆς (Ὀκτώβριος 1926), τήν ὁποία συνέστησε ἡ Ἑλληνική Κυβέρνησις καί τήν ἀποτελοῦσαν 7 Μητροπολῖται τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου στήν Ἑλλάδα καί ἕνας Καθηγητής Νομικῆς καί συνιστοῦσε τήν δημιουργία ξεχωριστῆς Συνόδου στήν Θεσσαλονίκη ἐξ ὅλων τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Νέων Χωρῶν, πού θά λειτουργοῦσε αὐτονόμως ὑπαγομένη πνευματικῶς εἰς τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο θά ἐκχωροῦσε ἐπιτροπικῶς εἰς αὐτήν τήν διοίκησι τῶν Μητροπόλεων αὐτῶν ὑπό ὅρους, διατηρῶντας ὅμως βασικά κανονικά δικαιώματα.

Ἡ δευτέρα διεργασία προῆλθε ἀπ᾿ εὐθείας ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο (Ἰούνιος 1927), ἦταν σύμφωνη πρός τό Κανονικό Δίκαιο καί τήν παράδοσι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί συνιστοῦσε πέντε περιφερειακές Συνόδους ἐκκλησιαστικῶν Θεμάτων (εἶναι ἐκκλησιαστική ὁρολογία), δηλαδή Ἐπαρχιῶν. Τῶν Ἐπαρχιῶν Θρᾴκης, Μακεδονίας, Ἠπείρου, Κρήτης καί Νήσων τοῦ Αἰγαίου, πού τηρουμένου τοῦ ἀνωτάτου ἐπί τῶν Ἐπαρχιῶν-Θεμάτων αὐτῶν κανονικοῦ δικαιώματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, θά αὐτοδιοικοῦντο ἐπί τῇ βάσει Πατριαρχικοῦ Καταστατικοῦ.

Ἡ πρώτη προσπάθεια δέν βρῆκε γενικῶς ἀνταπόκρισι καί ἐθεωρήθη ἀντιαφομοιωτική γιά τόν Ἑλληνικό λαό Παλαιᾶς καί Νέας τότε Ἑλλάδος.

Ἔναντι δέ τοῦ ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐκπονηθέντος δευτέρου συστήματος δοικήσεως κατά Θέματα, ἡ Ἑλληνική Κυβέρνησις ἐπανῆλθε δι᾿ ἀντιπροτάσεώς της πρός αὐτό.

Ἡ πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο εἰσήγησις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας (Νοέμβριος 1927), προέβλεπε τήν ἀπό μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου παραχώρησι ἐπιτροπικῶς τῆς διοικήσεως τῶν Μητροπόλεών του τῶν Νέων Χωρῶν εἰς τήν Αὐτοκέφαλο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, τηρουμένου ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου κανονικοῦ δικαιώματος. Δηλαδή, διατηρουμένων οὐσιωδῶν κανονικῶν δικαιωμάτων. Τά δικαιώματα αὐτά ἦσαν:

α)ἡ ἔγκρισις τῆς ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Νέων Χωρῶν ἀπό μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου,

β)τό μνημόσυνο (ἀναφορά) τοῦ Πατριαρχικοῦ ὀνόματος εἰς τήν Θεία Λειτουργία ἀπό τούς Μητροπολίτας τῶν Νέων Χωρῶν, καί

γ)τό ἔκκλητο, δηλαδή τό ἀπό Οἰκουμενικές Συνόδους ἀποδιδόμενο εἰς τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως δικαίωμα νά ἀποφαίνεται τελεσιδίκως ἐπί καταδικαστικῶν ἀποφάσεων ἐναντίον Ἱεραρχῶν. Ἐδηλώνετο δέ ὑπό τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ὅτι τό Πατριαρχεῖο θά μποροῦσε καί νά τροποποιήσῃ κάπως τίς εἰσηγήσεις της αὐτές περί διατηρήσεως οὐσιωδῶν δικαιωμάτων του.

Νά σημειωθῇ,  ὅτι τήν ἀνωτέρω  λύσι γενικῶς ἐπενοήθη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Παπαδόπουλος προσωπικῶς, ἄνευ τῆς ἀμέσου γνώσεως καί τῆς νενομισμένης συνεργασίας τῆς Ἱεραρχίας τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἐμελέτησε ἐπισταμένως τίς προτάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας καί ἀπεδέχθη νά δρομολογήσῃ ἐπί τῇ βάσει αὐτῶν τήν διευθέτησι τοῦ θέματος, ἐφ᾿ ὅσον διατηροῦσε κατ᾿ οὐσίαν τά ἀπαραίτητα ἐκεῖνα κανονικά δικαιώματα ἐπί τῶν Μητροπόλεών του, τά ὁποῖα προεβλέποντο, ἄλλωστε, καί εἰς τά προγενέστερα συστήματα.

Κατά τήν Συνοδική συνεδρία, λοιπόν, τῆς 17ης Ἰανουαρίου 1928 τό Πατριαρχεῖο καταρτίζει καί ἀποστέλλει εἰς τήν Ἀθήνα σχέδιο Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Πράξεως, τό ὁποῖο γίνεται ἀποδεκτό ἀπό πλευρᾶς Ἑλληνικῆς Πολιτείας.

Δυστυχῶς ὅμως, ἀντί μετά ταῦτα νά ἀναμείνῃ ἡ Ἑλληνική Πολιτεία τήν ἐπίσημη ἔκδοσι τῆς νενομισμένης Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Πράξεως γιά νά προχωρήσῃ ἐν συνεχείᾳ εἰς τήν σύνταξι Νόμου,  ἐπιταχύνει τίς διαδικασίες καί εὑρισκομένη τότε καί ἐν ὄψει Κυβερνητικῆς ἀλλαγῆς, ἐπιψηφίζει τό καταρτισθέν Νομοσχέδιο 3615/10 Ἰουλίου 1928 «περί τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως τῶν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις τῆς Ἑλλάδος Μητροπόλεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου».

Τό Νομοσχέδιο ὅμως αὐτό ἐνῷ σαφῶς ὁμιλεῖ γιά τήν διατήρησι τοῦ ἀνωτάτου κανονικοῦ δικαιώματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐπί τῶν Μητροπόλεων τῶν Νέων Χωρῶν, δέν προσδιορίζει τά δικαιώματα αὐτά, τά ὁποῖα ἡ Ἑλληνική Πολιτεία ἀπεδέχθη ἐκ τῶν προτέρων.

Ἀκολουθεῖ ἐκκλησιαστική ἀναστάτωσις στό Φανάρι, τήν ἕδρα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἕνεκα τῆς καθυστερήσεως τῆς ἐκδόσεως ἐκκλησιαστικῆς Πράξεως πρό τοῦ Νόμου μετά συγκεκριμένων ὅρων. Ἡ προφορική παράδοσις μέχρι τῶν ἡμερῶν μας ὁμιλεῖ γιά τήν πρόθεσι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βασιλείου Γ´ νά ἐξυπηρετήσῃ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χρυσόστομο Α´ προσωπικῶς, τόν ὁποῖο ὁ Πατριάρχης Βασίλειος πολύ ἐτίμα ὡς διατελέσαντα μαθητή του στήν Κωνσταντινούπολι κατά τά ἔτη 1885-1887.

Τελικῶς, διά τῆς θεσμικῆς ἐπιμονῆς τῆς διοικούσης Ἱεραρχίας στήν Κωνσταντινούπολι, καταρτίζεται καί τήν 4η Σεπτεμβρίου 1928 ἐξαπολύεται ἡ ἐκκλησιαστικῶς ἀπαραίτητος Πατριαρχική καί Συνοδική Πρᾶξις περί ἀναθέσεως ἐπιτροπικῶς τῶν ἐπί μέρους τῆς διοικήσεως τῶν Μητροπόλεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου εἰς τήν Αὐτοκέφαλο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Νά σημειώσουμε, ὅτι τήν Πατριαρχική αὐτή Πρᾶξι, παρά τήν ἔκδοσι τοῦ Νόμου, ἐπισταμένως ἐπιζητοῦσε ἡ Ἑλληνική Πολιτεία, διότι ἀκριβῶς ἐγνώριζε, ὅτι ἄνευ αὐτῆς, κατ᾿ οὐδένα τρόπο ἐνομιμοποιεῖτο ἐκκλησιαστικῶς ἡ διοίκησις τῶν Μητροπόλεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὑπό τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Ἡ Πατριαρχική καί Συνοδική αὐτή Πρᾶξις τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1928 (ΠΣΠ 28), ὁμιλεῖ σαφῶς ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, λόγῳ τῶν ἐκτάκτων συνθηκῶν -πού ἐμπόδιζαν τότε τήν ἄμεση ἐπικοινωνία τοῦ Πατριαρχείου μέ τίς Μητροπόλεις του τῶν Νέων Χωρῶν τῆς Ἑλλάδος- παραχωρεῖ ἐπιτροπικῶς, δηλαδή προσωρινῶς, τήν διοίκησι τῶν Μητροπόλεών του αὐτῶν εἰς τήν Αὐτοκέφαλο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, διατηρῶντας τό ἐπ᾿ αὐτῶν ἀνώτατο κανονικό του δικαίωμα.

Εἰς τήν συνέχεια, ἡ ΠΣΠ 28 ἀναλύει τό ἀνώτατο αὐτό κανονικό δικαίωμα.  Ἀναφέρει, δηλαδή, τούς ὅρους ὑπό τούς ὁποίους τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀναθέτει τήν διοίκησι τῶν Μητροπόλεών του. Οἱ ὅροι αὐτοί συνοπτικῶς διευκρινίζουν τά:

1.-Περί τῆς συμμετοχῆς τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Νέων Χωρῶν εἰς τήν Ἱερά Σύνοδο καί τά λοιπά διοικητικά σώματα τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (ὅροι Α´ , Β´ , Γ´ καί Δ´ )·

2.-Περί τοῦ τρόπου ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν αὐτῶν καί περί τοῦ δικαιώματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου νά προτείνῃ ὑποψηφίους καί νά ἐγκρίνῃ τόν κατάλογο ὑποψηφίων Ἀρχιερέων (ὅρος Ε´ )·


3.-Περί τοῦ ἐκκλήτου, τοῦ τελεσιδίκου, δηλαδή, δικαστικοῦ δικαιώματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, (ὅρος ΣΤ´ )·

4.-Περί τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νά ἀναγγέλλῃ εἰς τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τήν χηρεία καί τήν πλήρωσι τῶν Μητροπόλεων αὐτῶν, νά ἀποστέλλῃ εἰς τό Πατριαρχεῖο τά ὑπομνήματα ἐκλογῆς καί τίς Ἀρχιερατικές ὁμολογίες τῶν νέων Ἀρχιερέων καί νά ἀνακοινώνῃ καί τίς προσκλήσεις πού ἀπευθύνει εἰς αὐτούς πρός συμμετοχήν των εἰς τήν Σύνοδο τῶν Ἀθηνῶν, ἀκόμη δέ καί περί τῆς ὑποχρεώσεως τῶν ἰδίων τῶν Μητροπολιτῶν νά ἀνακοινώνουν εἰς τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τήν ἀνάληψι τῶν ποιμαντορικῶν τους καθηκόντων (ὅρος Ζ´ )·

5.-Περί τῆς ἀποστολῆς εἰς τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τῶν ἐτησίων ἐκθέσεων πεπραγμένων τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Νέων Χωρῶν (ὅρος Η´ )·

6.-Περί τοῦ Πατριαρχικοῦ μνημοσύνου, τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀναφορᾶς, δηλαδή, τοῦ Πατριαρχικοῦ ὀνόματος εἰς τήν Θεία Λειτουργία ἀπό τούς Μητροπολίτας τῶν Νέων Χωρῶν (ὅρος Θ´ )· καί

7.-Περί τῆς διατηρήσεως τῶν κανονικῶν δικαιωμάτων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἐπί τῶν Πατριαρχικῶν καί Σταυροπηγιακῶν Μονῶν τῶν Νέων Χωρῶν (ὅρος Ι´ ).

Εἶναι, δυστυχῶς, γεγονός, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δέν ἀνέμενε τήν, ἀσφαλῶς ἀπαραίτητη, ἀναλυτική περιγραφή τῶν διατηρουμένων δικαιωμάτων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Προτιμοῦσε μία Πατριαρχική Πρᾶξι πού θά ἀντέγραφε μόνον τόν προηγηθέντα σύντομο Πολιτικό Νόμο, ὁ ὁποῖος ὅμως, ὅπως ἐλέχθη, δέν περιελάμβανε σαφῶς τά ἐκ τῶν προτέρων γενόμενα ἀποδεκτά ὑπό τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Γι᾿ αὐτό καί ὅταν ἔλαβε τήν Πατριαρχική Πρᾶξι ἐξεδήλωσε γραπτῶς τήν ἐπιφύλαξί της γιά ὡρισμένες πτυχές τῶν ὅρων πού περιελάμβανε.

Ἐπηκολούθησε ἀπό τόν Νοέμβριο 1928 μέχρι τόν Αὔγουστο 1929 διευκρινιστική ἀλληλογραφία μεταξύ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐν τέλει τῆς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος διά γράμματος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου πρός τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Βασίλειο Γ´ τῆς 28ης Μαΐου 1929, ἀποδέχεται τούς ὅρους τῆς ΠΣΠ 28 μέ μικρές μόνον παραλλαγές εἴς τινα σημεῖα. Διά τῆς ἀλληλογραφίας αὐτῆς ἐγένετο κυρίως ἀποδεκτό τό συμμνημόσυνο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν Ἀθηνῶν ὁμοῦ μετά τοῦ Πατριαρχικοῦ ὀνόματος.

Τοιουτοτρόπως, λοιπόν, ἰσχύει ἔκτοτε εἰς τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἕνα ἰδιαίτερο ἐκκλησιαστικό καθεστώς τῆς πνευματικῆς καί κανονικῆς δικαιοδοσίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀναγνωριζόμενο ἀνέκαθεν καί πολιτειακῶς.

Ἐνῷ, λοιπόν, τόσον σαφῶς καθωρίσθησαν οἱ ἐκκλησιαστικοί ὅροι, ἐπί τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὤφειλε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νά διοικῇ τίς Μητροπόλεις τῶν Νέων Χωρῶν, ἡ ἀδελφή αὐτή Ἐκκλησία, ἐπέδειξε ἀπό τήν πρώτη στιγμή διάθεσι κωλυσιεργίας καί συστηματική τάσι μή τηρήσεώς των.

Καί ναί μέν κατά τήν περίοδο 1940-1949 οἱ συνθῆκες οἱ ὁποῖες εἶχαν καταργήσει ἐν Ἑλλάδι τήν ἔννομο τάξι (ξενική κατοχή καί ἐμφύλιος διαμάχη), παρεκώλυαν τήν τήρησι τῶν ὅρων. Εἰς τήν συνέχεια ὅμως μέ κάθε τρόπο προσεπάθησε νά θέσῃ σέ ἀχρησία τούς ὅρους τῆς ΠΣΠ 28. Ὁ ἀπώτερος σκοπός τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἦταν νά κάνῃ μέ τήν ἐπίμονη αὐτή τακτική της νά λησμονήσῃ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό σύνολο τῶν ἐκ τῆς ΠΣΠ 28 κανονικῶν του δικαιωμάτων ἐπί τῶν Μητροπόλεών του τῶν Νέων Χωρῶν, κατά συνέπειαν δέ καί τήν θεσμική προσωρινότητα τῆς ἀναγκαστικῆς αὐτῆς -γιά τίς μετά τήν Συνθήκη τῆς Λωζάννης συνθῆκες- ἐκκλησιαστικῆς του ρυθμίσεως.

Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὅμως ποτέ δέν ἐπέτρεψε νά λησμονηθοῦν τά κανονικά ἐκκλησιαστικά του δικαιώματα ἐπί τῶν ἀνωτέρω Ἐπαρχιῶν του. Ὅλοι οἱ μετά τόν Βασίλειο Γ΄ Οἰκουμενικοί Πατριάρχαι, κινούμενοι, ἀσφαλῶς, ἐντός τῶν πλαισίων τῶν συνθηκῶν καί τῶν δυνατοτήτων τῆς ἐποχῆς των, ἐστήριξαν ἐπιμόνως τά ἱστορικά αὐτά δικαιώματα τοῦ Θρόνου. Συγκεκριμένως δέ καί ὅλως περιληπτικῶς:

Ὁ Πατριάρχης Φώτιος Β´ (1929-1935), ὑπερετόνισε διά Πατριαρχικῶν Γραμμάτων πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο τήν προσωρινότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ρυθμίσεως τοῦ 1928, καί ἠγωνίσθη σθεναρῶς καί ἐπιτυχῶς, προκειμένου ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νά παύσῃ νά ἔχῃ, ἀντικανονικῶς, βλέψεις (πρό τῆς τελικῆς μορφῆς τοῦ Καταστατικοῦ της Νόμου τοῦ 1931) ἐπί τῶν Ὀρθοδόξων Κοινοτήτων τῆς Διασπορᾶς, ἀλλά καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, ἡμιαυτονόμου Ἐπαρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Οἱ Πατριάρχαι Βενιαμίν (1936-1946) καί Μάξιμος Ε´ (1946-1948), παρά τήν κρισιμότητα τῶν καιρῶν τῆς Πατριαρχίας των, προάσπισαν διά συγκεκριμένων πρωτοβουλιῶν τά δίκαια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὁ μέν Πατριάρχης Βενιαμίν τήν ἀναλλοίωτη θεσμική ὑπόστασι τῶν Μητροπόλεων τῶν Νέων Χωρῶν, ὁ δέ Πατριάρχης Μάξιμος Ε´ τά ἐπί τῆς Ἱερᾶς Πατριαρχικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας Χαλκιδικῆς ἐπισταμένως τότε ἀλλά καί ἐν συνεχείᾳ (1945-1969) θιγέντα ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δίκαια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου.

Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας (1948-1972), κατά τήν μακρά Πατριαρχία του, παρηκολούθησε συστηματικῶς τήν ἀντικανονική συμπεριφορά τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὡς πρός τά δίκαια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐπί τῶν Μητροπόλεών του τῶν Νέων Χωρῶν. Γι᾿ αὐτό καί προκειμένου νά γίνουν ὁπωσδήποτε σεβαστά τά δίκαια αὐτά ἀπηύθυνε πολλά βαρυσήμαντα Πατριαρχικά Γράμματα πρός τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί τίς Ἑλληνικές Κυβερνήσεις. Πρός δέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπέστειλε πέντε φορές Πατριαρχικές Ἀντιπροσωπεῖες (τόν Ἰούλιο τοῦ 1950, τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1950, τόν Αὔγουστο τοῦ 1952, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1957 καί τόν Μάρτιο τοῦ 1960), μέ συγκεκριμένη Πατριαρχική καί Συνοδική ἐντολή νά συζητήσουν, σύν ἄλλοις, καί τήν ἀπαραίτητη ἐφαρμογή τῶν ὅρων τῆς ΠΣΠ 28.

Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ἀντιμετώπισε τήν αὐτή σχεδόν τακτική κωλυσιεργίας ὡς πρός τήν ἐφαρμογή τῶν ὅρων τῆς ΠΣΠ 28 τεσσάρων κυρίως Ἀρχιεπισκόπων Ἀθηνῶν [τῶν ἀειμνήστων Σπυρίδωνος(1949-1956), Θεοκλήτου(1957-1962), Χρυσοστόμου Β´(1962-1967) καί Ἱερωνύμου(1967-1973)], ἐξαιρουμένου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Δωροθέου(1956-1957), ἐπιδείξαντος διάθεσιν συνεργασίας ἐν προκειμένῳ καί ἀρχιεπισκοπεύσαντος μόλις 16 μῆνες. Ἐξ αὐτῶν, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος, πού ἀνεδείχθη ὑπό ἑπταμελοῦς ἀριστίνδην Συνόδου ἐπί Δικτατορίας (1967-1974), προσεπάθησε νά καταργήσῃ θεσμικῶς τήν ΠΣΠ 28, ἄνευ ὅμως τελικῆς ἐπιτυχίας, λόγῳ τῆς σθεναρᾶς στάσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Ἡ στάσις αὐτή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, πού ἐσυνεχίσθη καί ἐπί Πατριαρχίας Δημητρίου (1972-1991), κατέστησε σαφές τότε (1973) εἰς τήν Ἑλλαδική Ἐκκλησία καί τήν Ἑλληνική Πολιτεία, ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἔναντι πάσης θυσίας θά προασπίσῃ τά κανονικά του δίκαια ἐπί τῶν Μητροπόλεών του τῶν Νέων Χωρῶν.

Συνεπείᾳ τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτῆς κρίσεως τότε, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος, τόν Δεκέμβριο 1973, παρῃτήθη ἐκ τοῦ Θρόνου τῶν Ἀθηνῶν.

Ὁ διάδοχος τοῦ Ἱερωνύμου, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Σεραφείμ (1974-1998), κατέβαλε ὄντως πολλές προσπάθειες, προκειμένου νά ὁμαλοποιηθοῦν οἱ ταραγμένες σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μετά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Συνέβαλε δέ ἀποφασιστικῶς, προκειμένου ἡ ἐκκλησιαστική ζωή στήν Ἑλλάδα νά εὕρῃ τόν κανονικό της ρυθμό. Τοῦτο δέ ἐπετεύχθη διά τε τῆς προβολῆς, διά τῆς Συνταγματικῆς καί καταστατικῆς κατοχυρώσεως ἀλλά καί διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς τηρήσεως τῶν ὅρων τοῦ Πατριαρχικοῦ καί Συνοδικοῦ Τόμου τοῦ 1850 (τοῦ ἱδρυτικοῦ Τόμου τῆς Αὐτοκεφαλίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος) καί τῆς ΠΣΠ 28.

Διά τῆς ἐπιμονῆς, λοιπόν, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς καλοπροαιρέτου τότε συνεργασίας μετ᾿ αὐτοῦ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Σεραφείμ, ἐπιτυγχάνεται ἡ συμπερίληψις τοῦ ΠΣΤόμου τοῦ 1850 καί τῆς ΠΣΠ 28 εἰς τό ἰσχῦον Ἑλληνικό Σύνταγμα τοῦ 1975 καί τόν ἐν συνεχείᾳ ψηφισθέντα νέο Καταστατικό Χάρτη τῆς ΕΕ τοῦ 1977.

Ἡ ΠΣΠ 28 ἔκτοτε ἤρχισε νά ἐφαρμόζεται ὁμαλῶς μέχρις ὅτου ἡ ἡγεσία τῆς ΕΕ ἐπηρεασθῇ ἀπό τήν μή ἔχουσα σχέσι μέ τήν ἱστορία καί τήν παράδοσι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐθνοκεντρική ἀντίληψι καί νοοτροπία. Σημειωτέον ὅτι ἡ ἀντίληψις καί νοοτροπία αὐτή ποτέ δέν ἔπαυσε ὑφισταμένη εἰς τούς κόλπους τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας καί ποτέ δέν ἠνέχθη, δυστυχῶς, ἐντός τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας τήν ὕπαρξι καί λειτουργία ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Γι᾿ αὐτό καί ὅταν ὁ νέος Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος (1991 καί ἑξῆς), ἠθέλησε, συνεπής πρός τήν ἐκκλησιαστική ὑποχρέωσί του, νά προασπίσῃ τά ἐκ τῆς ΠΣΠ 28 δίκαια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, τά ὑπό τῆς ΕΕ ταχέως λησμονούμενα, ἀντιμετώπισε ἀπ᾿ αὐτήν ἔντονη ἀντίδρασι καί ἐκκλησιαστικῶς ἀνάρμοστη συμπεριφορά (1992).

Εὐτυχῶς, πού ἡ ἀποφασιστική, ὡς πάντοτε, στάσις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί ἡ κατ᾿ οὐσίαν ἀγαθή διάθεσις καί ἡ διοικητική ὀξυδέρκεια τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ, συνέβαλαν ὥστε νά μή ὑπάρξῃ τότε καί μέχρι τέλους τῆς Ἀρχιεπισκοπείας του νέα ἐκκλησιαστική κρίσις.

Ἡ κρίσις δέν ἀπεφεύχθη ὅμως ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ νέου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χριστοδούλου (1998 καί ἑξῆς) κατά τήν ἀπαρχή τῆς ὁποίας (Ὀκτώβριος 1998) ἐπεχειρήθη ἡ σκόπιμος ἀλλοίωσις τοῦ Πατριαρχικοῦ μνημοσύνου καί ἡ ἔντονος διάθεσις τῆς ἐν τῇ πράξει καταργήσεως ἐπί μέρους διατάξεων τῆς ΠΣΠ 28 διά τῆς ἐπικλήσεως ἀμφιλεγομένων νομολογιῶν τοῦ ΣτΕ οἱ ὁποῖες προεκλήθησαν κατά καιρούς, ἐρήμην τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, μεταξύ τῶν ἐτῶν 1999-2003, ἐπεχείρησε δι᾿ ἀλλεπαλλήλων γραμμάτων του πρός τόν νέο Ἀρχιεπίσκοπο νά καταστήσῃ σαφές, ὅτι δέν θά ἀνεχθῇ τελεσμένα, ἀποβλέποντα εἰς τό νά ζημιώσουν τά κανονικά του δικαιώματα ἐπί τῶν Μητροπόλεών του τῶν Νέων Χωρῶν καί νά μειώσουν τό ἐκκλησιαστικό κῦρος του.

Δυστυχῶς, ὁ θάνατος τοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελέημονος (Ἰούλιος 2003) καί ἡ δικαία ἀπαίτησις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νά τηρηθοῦν κατά τήν διαδικασία τῆς διαδοχῆς του ὑπό τῆς ΕΕ τά ὑπό τῆς ΠΣΠ 28 προβλεπόμενα (ὅρος Ε´ ), ἀλλά καί ἡ ἐπίμονη ἄρνησις αὐτῆς νά τά τηρήσῃ, ἐδημιούργησαν τίς προϋποθέσεις νέας ἐκκλησιαστικῆς κρίσεως. Ἡ κρίσις παρά τίς προσπάθειες ἀποφυγῆς πού κατεβλήθησαν ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου δέν ἀπεφεύχθη, δυστυχῶς, μετά τήν ὑπό τύπον τετελεσμένου γεγονότος «ἐκλογή» (26 Ἀπριλίου 2004) τοῦ νέου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης καί τῶν νέων Μητροπολιτῶν Κοζάνης καί Ἐλευθερουπόλεως, παρά τήν ἄρνησι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου.

Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, συνεκάλεσε πάραυτα (30 Ἀπριλίου 2004) ἔκτακτη διηυρυμένη Σύνοδο ἐκ 50 Μητροπολιτῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ἡ ὁποία γιά πρώτη φορά εἰς τήν ἱστορία τῶν σχέσεων τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, τῆς Μητρός Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τῆς ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀπεφάσισε νά διακόψῃ τήν κοινωνία ἐν τῇ λατρείᾳ καί τῇ διοικήσει μετά τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χριστοδούλου καί νά μή ἀναγνωρίσῃ τίς γενόμενες «ἐκλογές» τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Νέων Χωρῶν.

Ἐπηκολούθησε ἀναστάτωσις εἰς τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά καί εἰς τήν Ἑλληνική Κυβέρνησι, ἡ ὁποία ἀπέστειλε ἀντιπροσώπους της στό Φανάρι, προκειμένου νά εὑρεθῇ διέξοδος.


Τό Πατριαρχεῖο ἐξήγησε, ὅτι διέξοδος θά θεωρηθῇ μία ἀπόφασις πού θά ληφθῇ ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπέρ τοῦ σεβασμοῦ καί τῆς τηρήσεως ἐφεξῆς τοῦ ΠΣΤόμου τοῦ 1850 καί ὅλων τῶν διατάξεων τῆς ΠΣΠ 28.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐπέδειξε ὑπευθυνότητα καί ἀπεφάσισε τήν τήρησι τοῦ Τόμου τοῦ 1850 καί ὅλων τῶν διατάξεων  τῆς ΠΣΠ 28 κατά τήν ἔκτακτη συνεδρία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας της (28 Μαΐου 2004).

Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο διά νέας ἐκτάκτου Συνοδικῆς ἀποφάσεώς του (4 Ἰουνίου 2004) ὁμαλοποίησε τίς σχέσεις του μετά τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί ἀπεδέχθη κατ᾿ ἄκραν οἰκονομίαν καί συγκατάβασι τίς ἀντικανονικῶς γενόμενες ἐκλογές τῶν τριῶν Ἀρχιερέων, εὐελπιστεῖ δέ ὅτι δέν θά ἀμφισβητηθῇ εἰς τό ἑξῆς ἡ κυριαρχική του δικαιοδοσία ἐπί τῶν 36 Μητροπόλεών του τῶν Νέων Χωρῶν.

----------------------------------

Πρός διευκόλυνσιν:
ΑΕE: Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος
ΕΕ: Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος
ΠΣΠ 28: Πατριαρχική καί Συνοδική Πρᾶξις 1928
ΠΣΤόμος: Πατριαρχικός καί Συνοδικός Τόμος 1850
ΣτΕ: Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας