Ἐπιστροφή
 

Διάλεξις εἰς τήν Σχολήν Ἐθνικῆς Ἀσφαλείας μέ θέμα: "Διαθρησκειακός Διάλογος, ἡ συμβολή του εἰς τήν εἰρηνικήν συνύπαρξιν τῶν λαῶν καί ὁ ρόλος τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερα" (17/10/2006).

Ἱερώτατοι ἀδελφοί Ἀρχιερεῖς,
Ἐξοχώτατε κ. Ὑπουργέ Δημοσίας Τάξεως,
Ἐντιμότατε καί ἀγαπητέ κύριε Διοικητά τῆς Σχολῆς ταύτης Ἐθνικῆς Ἀσφαλείας,
Φίλοι σπουδασταί, τέκνα  ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά καί εὐλογημένα,

Ἐν πρώτοις ἐκφράζομεν τήν χαράν μας διά τήν συνάντησίν μας αὐτήν εἰς τόν χῶρον τοῦτον, ὅπου διδάσκονται καί μελετῶνται τρόποι ἀσφαλείας τῆς Ἑλλάδος καί τῶν εὐλογημένων  πολιτῶν της. Θά ἐπιτρέψῃ ἡ ἀγάπη σας νά σᾶς μεταφέρωμεν ὡρισμένας  σκέψεις ἐπί τοῦ θέματος τοῦ διεξαγομένου ἀπό τινων ἐτῶν, μέ πρωτοβουλίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου, διαθρησκειακοῦ διαλόγου καί κατ᾿ ἐπέκτασιν ἐπί τοῦ θέματος τῆς συμβολῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας εἰς τήν εἰρηνικήν συνύπαρξιν τῶν λαῶν τοῦ κόσμου.

Ὁ ἄνθρωπος πλασθείς μόνος ἐκ τῆς ὅλης δημιουργίας ἀπο χῶμα καί πνοήν ζῶσαν, δηλαδή ἐκ σώματος καί ψυχῆς λογικῆς, ἐδημιουργήθη διά νά ζῇ εἰς ἄμεσον κοινωνίαν μετά τοῦ Θεοῦ. Ἐξέπεσεν ὅμως τοῦ ἀρχαίου κάλλους καί ἀπώλεσε τήν προτέραν δόξαν.

Ἀμαυρώθηκε τό «κατ᾿ εἰκόνα», δέν ἐξέλιπεν ὅμως τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος δέν ἔπαυσε νά ἀναζητῇ τόν Θεόν, τήν ἀλήθειαν. ᾘσθάνετο ὡς ὀντότης πάντοτε ἀδύναμος. Ἐπεζήτει διαρκῶς ἔρεισμα πρός ἐπιστηριγμόν. Καί αὐτό δέν ἦτο ἄλλο παρά ὁ ἴδιος ὁ Θεός.

Ἐπεπόθει τό βρότειον γένος τόν Θεόν, ἀνεζήτει ὁ ἄνθρωπος τήν αὐθεντικήν του εἰκόνα· τό πλάσμα τόν Πλάστην. Δυστυχῶς ὅμως δέν ἐστράφη πάντοτε πρός τά ἄνω, ἀλλά, κατά τόν Ἀπόστολον Παῦλον, ἐνίοτε «ἐλάτρευσε τήν κτίσιν παρά τόν κτίσαντα».

Ὁ ὑπό τοῦ Θεοῦ, λοιπόν, δημιουργηθείς καί ὑπό τοῦ «κακοῦ» ἀπατηθείς ἄνθρωπος δημιουργεῖ τόν «θεόν» του· δημιουργεῖ θεότητας, μύθους, παραδόσεις, ἱερατεῖον.

Ὑποτάσσεται ἄνευ ὅρων εἰς ἕν σύστημα, τό ὁποῖον καθορίζει ὁλόκληρον τό εἶναι καί τήν ζωήν του. Δημιουργεῖ θρησκείας, αἱ ὁποῖαι διακατέχουν τήν ψυχοσύνθεσίν του καί τόν ὁδηγοῦν εἰς βιαιότητας καί πράξεις ἀπανθρώπους. Ὑποτάσσεται εἰς «ἀνόμους νόμους» καί διακατέχεται ὑπό μισαλλοδοξίας καί φανατισμοῦ.

Φειδόμενος ὁ Δημιουργός τοῦ πλάσματός του, «ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου ἐξαπέστειλε τόν Υἱόν Αὐτοῦ ἵνα τούς ὑπό νόμον ἐξαγοράσῃ». Ἔρχεται ὁ Θεός εἰς τόν κόσμον διά νά ἐλευθερώσῃ τόν ἄνθρωπον. Καί ἔρχεται ὄχι διά νά δημιουργήσῃ κάτι νέον, ἀλλ᾿ «ἐν μορφῇ δούλου», διά νά ἀναδείξῃ δηλαδή ἐλευθέρους τούς δούλους.

Ὁ Θεός δέν ἀναιρεῖ καί δέν καταργεῖ τήν ἀνθρωπίνην ἐλευθερίαν, ἀλλ᾿ «ἵσταται ἔξω τῆς θύρας καί κρούει». Δέν εἰσέρχεται, ἐάν δέν κληθῇ νά εἰσέλθῃ. Μέλη τῆς Ἐκκλησίας γίνονται, λοιπόν, μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τό ἐπιθυμοῦν. Ὁ Θεός ἵσταται παρά τήν θύραν, κρούει καί διαλέγεται μέ τόν ἔσω αὐτῆς ἄνθρωπον.

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καί μάλιστα ἡ Ὀρθόδοξος, συνυπάρχει εἰς τόν δημιουργημένον τοῦτον κόσμον μέ πλῆθος ἄλλων «ἐκκλησιῶν» καί θρησκειῶν. Καί ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ γεννᾶται τό ἐρώτημα: Ποίαν στάσιν πρέπει νά λάβῃ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔναντι τῶν ἐκτός αὐτῆς θρησκειῶν, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνουν εἰς τούς κόλπους των καί αὐταί «δημιουργήματα» τοῦ ἑνός ἀληθινοῦ Θεοῦ; Καί πῶς διαζωγραφεῖται τό παγκόσμιον μέλλον ἔναντι τῆς καταστάσεως αὐτῆς;

Εἶναι χαρακτηριστική ἡ διατύπωσις ἑνός στελέχους συνδικαλιστικῆς κινήσεως, τό ὁποῖον ἐξέθετεν εἰς ραδιοφωνικόν σταθμόν τάς ἀπόψεις του λέγον ὅτι: «Αἱ θέσεις μας εἶναι ἀδιαπραγμάτευτες, καί ὅμως ὁ Ὑπουργός μᾶς ἀρνεῖται τό διάλογον».

Κρίνομεν ὅτι αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἀντίληψις τοῦ διαλόγου εἶναι ἡ κυρίαρχος σήμερον. Εἶναι ἀδιαπραγμάτευτοι αἱ θέσεις τοῦ καθενός μας. Οὐδεμίαν διάθεσιν ἔχομεν νά κάμωμεν τήν παραμικράν ὑποχώρησιν, καί ὅμως ἀπαιτοῦμεν καί ζητοῦμεν διάλογον, δηλαδή τήν δυνατότητα νά προβληθοῦν αἱ θέσεις μας, νά «προπαγανδισθοῦν» καί, ἐμμέσως ἤ ψυχολογικῶς, νά ἐπιβληθοῦν.

Μία τοιαύτη ἀντίληψις τοῦ διαλόγου ἀποδεικνύεται καί φανεροῦται ὄχι ἁπλῶς ἀνεπαρκής, ἀλλά καί ἀντιφατική.

Ἰδιαιτέρως εἰς τήν περίπτωσιν τῆς συναντήσεως θρησκευτικῶν παραδόσεων ὁ ὅρος «διάλογος»  γίνεται ἐπισφαλής καί ἐπικίνδυνος.

Ἀλήθεια, εἰς ποῖον ἐπίπεδον καί μέ ποῖον τρόπον δύνανται νά διαλεχθοῦν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς ἐμπειρίας μακραιώνων θρησκευτικῶν παραδόσεων; Τί νά συζητήσουν, ὅταν δέν πρόκειται ἁπλῶς δι᾿  ὡρισμένας πεποιθήσεις, ἀλλά διά τήν εἴσοδον εἰς ἕνα χῶρον ἐμπειρίας τῆς ζωῆς, εἰς ἕνα χῶρον ἑρμηνείας τῆς πραγματικότητος καί τοῦ ὑπαρκτικοῦ αἰνίγματος. Ἑρμηνείας, ἡ ὁποία δέν συνιστᾷ ἰδεολόγημα, ἀλλά μεταγγίζεται, μέσῳ τῶν σχέσεων κοινωνίας ἀπό τάς  ὁποίας διῆλθεν ὁ ἄνθρωπος κατά τήν ἐφηβικήν ἡλικίαν  καί ἀπό  «παιδί», εἰς τήν ἑπομένην γενεάν.

Δυστυχῶς, σήμερον ἐάν ἡ ἔννοια τοῦ διαλόγου εἶναι παραποιημένη καί παρεξηγημένη, ἐξ ἴσου παραποιημένη καί παρεξηγημένη εἶναι καί ἡ ἔννοια τῆς θρησκείας.

Μέ τήν λέξιν «θρησκεία» οἱ ἄνθρωποι ἐννοοῦν περισσότερον ἰδεολογικάς πεποιθήσεις, δηλαδή ἀτομικάς ἐπιλογάς ἰδεῶν, ἀπόψεων μεταφυσικῶν, πίστεων, ὅπως τάς ὀνομάζουν, καί ἡ ὁποία πίστις εἰς αὐτάς τάς περιπτώσεις οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρός τό ἀρχικόν ἑλληνικόν νόημα τῆς λέξεως, πού σημαίνει «ἐμπιστοσύνην».

Περιορίζεται ἀποκλειστικῶς εἰς τάς ἀτομικάς πεποιθήσεις, εἰς ἀτομικά διανοήματα, τά ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος ψυχολογικῶς ἐγκολπώνεται καί ὄπισθεν τῶν ὁποίων ὀχυρώνεται διά νά ἔχῃ μεταφυσικάς βεβαιότητας μέσῳ τῶν νοημάτων τούτων.

Τήν θρησκευτικότητά του ὁ ἄνθρωπος ὁπουδήποτε τῆς γῆς δέν τήν ἐπιλέγει, ἀκριβῶς ἐπειδή δέν πρόκειται περί ἰδεολογικῆς προτιμήσεως. Ἡ πίστις τοῦ ἀνθρώπου, ἡ μεταφυσική του ἀναφορά, μεταγγίζεται εἰς αὐτόν ὅπως μεταγγίζεται ἡ γλῶσσα μαζί μέ τό γάλα τῆς μητρός. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικόν ὅτι εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις οἱ ἔφηβοι διαμαρτύρονται.  Διαμαρτύρονται, ἐπί παραδείγματι, διά τόν νηπιοβαπτισμόν. Διότι ὅταν ἦσαν νήπια ἀκόμη, ἐβαπτίσθησαν. Καί δέν ἀφέθησαν νά φθάσουν εἰς τήν ἐφηβίαν, ὥστε νά ἐπιλέξουν μόνοι των, ποίαν πίστιν καί ποίαν θρησκείαν θά ἀκολουθήσουν.

Αὐτή εἶναι ἡ μεγίστη πλάνη τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας, ὁ ὁποῖος μεταβάλλει τήν πραγματικότητα τῆς ζωῆς εἰς κενά νοήματα ἰδεολογημάτων. Ἡ πίστις δέν ἐπιλέγεται, ὅπως δέν ἐπιλέγεται καί ἡ γλῶσσα. Σκεφθῆτε, ἀγαπητοί μου σπουδασταί, ἕνα ἔφηβον ὁ ὁποῖος ἀπαιτοῦσε νά τόν ἄφηνε ἡ μητέρα του χωρίς νά τοῦ μεταδώσῃ οὐδεμίαν δυνατότητα γλωσσικῆς ἐκφράσεως, μέχρις ὅτου νά εἶναι ὁ ἴδιος εἰς θέσιν νά ἐπιλέξῃ ἐκείνην τήν γλῶσσαν, τήν ὁποίαν θά προετιμοῦσε νά χρησιμοποιῇ. Αὐτά  εἶναι μόνον ἐγκεφαλικαί ἐπινοήσεις καί οὐδέν ἀντίκρυσμα πραγματικότητος ἔχουν εἰς τήν ζωήν.

Ἡ γ λ ῶ σ σ α καί ἡ π ί σ τ ι ς εἶναι συνυφασμέναι μέ τήν εἴσοδον τοῦ ἀνθρώπου εἰς τήν κοινωνίαν τῶν σχέσεων. Δέν ὑπάρχει λογικόν ὑποκείμενον ἐκτός τῆς ἐμπειρίας τῆς κοινωνίας τῶν σχέσεων, δηλαδή ἐκτός τῆς λειτουργίας τῆς γ λ ώ σ  σ η ς καί τῆς π ί σ τ ε ω ς. Ἡ πίστις εἶναι τό γεγονός τῆς παραδόσεως, τῆς αὐτοπαραδόσεως, τῆς ἐμπιστοσύνης, καί αὐτή ἡ ἐμπιστοσύνη καί ἡ αὐτοπαράδοσις εἶναι προϋποθέσεις τῆς κοινωνίας τῶν σχέσεων.

Μέ αὐτά τά δεδομένα, διατί ἐξακολουθοῦμεν καί ὁμιλοῦμεν διά διαθρησκειακόν διάλογον σήμερον. Νομίζομεν, ὅτι διασώζει ἡ διατύπωσις αὐτή μίαν βασικήν καί πρωταρχικήν μας ἀνάγκην.

Ἐπί πολλούς αἰῶνας αἱ θρησκευτικαί παραδόσεις προχωροῦσαν παραλλήλως ἐντός τῆς ἱστορίας, ἀγνοοῦσαι ἡ μία τήν ἑτέραν, καί συχνάκις μετεβάλλοντο εἰς ἰδεολογίας καί ἤρχοντο εἰς σύγκρουσιν, ἀκόμη δέ καί εἰς αἱματηράς συγκρούσεις εἰς ἱερούς πολέμους. Τό ζητούμενον σήμερον, καί αὐτό θά ἠδύνατο νά θεωρηθῇ μία «κατάκτησις» τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, εἶναι νά γνωρισθοῦν μεταξύ των οἱ ἔμπειροι ἑκάστης παραδόσεως. Νά γνωρίσουν τήν ἰδιαιτερότητα καί τόν πλοῦτον ἑκάστης παραδόσεως ἀμοιβαίως. Ὄχι βεβαίως διά νά μεταπηδήσουν οἱ ἄνθρωποι ἀπό μίαν παράδοσιν εἰς ἄλλην, ἀλλά γνωρίζοντες καί πληροφορούμενοι τήν πορείαν κάθε ἄλλης θρησκευτικῆς παραδόσεως, νά καλλιεργήσουν σεβασμόν καί ἀνοχήν ἀπέναντί της. Μέχρι τοῦ σημείου, νά ἠμποροῦν νά συνυπάρχουν θρησκευτικαί παραδόσεις χωρίς προσπάθειαν προσηλυτισμοῦ καί βιαίας ἀγρεύσεως ὀπαδῶν. Τοῦτο εἶναι τό αἰτούμενον, τό ὁποῖον ὅμως δέν ἐπιτυγχάνεται εὐκόλως.

Ὑπάρχουν, ἀδελφοί καί τέκνα,  μεγάλαι δυσκολίαι διά τήν συνάντησιν τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν συνάνθρωπον, διά τήν ἀλληλογνωριμίαν καί τόν ἀλληλοσεβασμόν τῶν θρησκευτικῶν παραδόσεων· δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι θά ἠδύνατο νά εἴπῃ κανείς, ὅτι ἀνάγονται εἰς τήν ἰδίαν τήν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου.

Δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ἡ θρησκευτικότης εἶναι ἕνα ἔμφυτον γεγονός εἰς τόν ἄνθρωπον, μία φυσική ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου, μία ἐνστικτώδης ὁρμέμφυτος ἀνάγκη.

Ὁ ἄνθρωπος, ἀπό τῆς ἐμφανίσεώς του εἰς τόν πλανήτην, ἐξ ὅσων μαρτυροῦν τά ἴχνη του, ἔχει ἀνάγκην τῆς θρησκείας. Δηλαδή, ἔχει ἀνάγκην ἀπό  ἀναφοράν εἰς μεταφυσικήν πραγματικότητα, ἡ ὁποία τόν ὑπερβαίνει. Καί εἰς τήν ὁποίαν ἀποδίδει τόσον τά ἐνδεχόμενα δυστυχίας του, ὅσον καί ἐκεῖνα τῆς εὐτυχίας του ἐπί τῆς γῆς.

Ἑπομένως, ἔχει ὁρμέμφυτον ἀνάγκην νά δημιουργήσῃ καλάς σχέσεις, νά ἐξευμενίσῃ τόν ἄγνωστον ὑπερβατικόν παράγοντα μέ θυσίας, μέ νόμους ἠθικῆς, μέ ἱεροτελεστίας, καί τοιουτοτρόπως νά ἔχῃ τήν ἀτομοκεντρικήν πάντοτε βεβαιότητα τοῦ φυσικοῦ ἀνθρώπου, ὅτι εἶναι θωρακισμένος μέ μεταφυσικάς βεβαιότητας, μέ ἀλάθητον μεταφυσικήν γνῶσιν.

Ἡ ἐγωκεντρική αὕτη ἀπαίτησις, ἡ ἀπαίτησις θωρακίσεως τοῦ ἀτόμου μέ μεταφυσικάς βεβαιότητας, εἶναι βασικόν γνώρισμα πολλῶν, ἄν ὄχι ὅλων, τῶν θρησκευτικῶν παραδόσεων.

Ἀκριβῶς, ἡ φυσική ὁρμέμφυτος ἀπαίτησις τῶν βεβαιοτήτων, ὁδηγεῖ εἰς συγκρούσεις, εἰς τήν μεταβολήν τῶν θρησκευτικῶν παραδόσεων εἰς ἰδεολογίας, καί ἐν συνεχείᾳ εἰς τάς συγκρούσεις τῶν ἰδεολογιῶν, εἰς τούς ἱερούς πολέμους, εἰς τάς αἱματηράς συρράξεις.

Ἐν τῇ περιπτώσει τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ἐντός τῆς ὁποίας ἐγεννήθημεν καί τήν ὁποίαν προσπαθοῦμε νά διακονοῦμε, εὑρισκόμεθα εἰς ἕν πεδίον, ἐντός τοῦ ὁποίου κυριολεκτικῶς  ἀνατρέπονται αἱ προτεραιότητες τῆς ἀτομοκεντρικῆς φυσικῆς ἀπαιτήσεως. Ἐκεῖνο τό ὁποῖον συμβαίνει εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί διά τό ὁποῖον μετέχομεν εἰς αὐτήν, εἶναι ὅτι ἐκεῖ νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι. Αἱ ἀπαιτήσεις τῆς φύσεως καί αἱ δεσμεύσεις τῆς φύσεως αἴρονται, διά νά ἐλευθερωθῇ ὁ ἄνθρωπος, νά γνωρίσῃ τήν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ, νά εἰσέλθῃ εἰς τόν χῶρον τῆς ζωῆς, ἡ ὁποία δέν γνωρίζει ἀναγκαιότητας καί περιορισμούς χρόνου, χώρου, φθορᾶς, θανάτου.

Λοιπόν, ἡ ἐλευθερία ἀπό τήν ἀπαίτησιν τῶν γνωστικῶν βεβαιοτήτων ἐξεφράσθη καί διετηρήθη ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως μέ βάσιν τήν στάσιν ἐκείνην τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τῆς γνώσεως καί τῆς πληροφορήσεως, πού καί  εἰς τήν φιλοσοφίαν ἀλλά καί εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν παράδοσιν ὠνομάσθη ἀ π ο φ α τ ι σ μ ό ς. Ἀποφατισμός εἶναι ἡ ἄρνησις ἐξαντλήσεως τῆς ἀληθείας ἁπλῶς εἰς τήν διατύπωσίν της. Ἡ ἄρνησις νά ἐξαντλήσωμεν τήν ἰδίαν τήν γνῶσιν εἰς τήν διατύπωσιν τῆς γνώσεως.

Τοῦτο σημαίνει, ὅτι μεταξύ τῆς διατυπώσεως καί τῆς ἰδίας τῆς γνώσεως ὑπάρχει πάντοτε μία ἀπόστασις, ἡ ὁποία θά καλυφθῇ ὑπό τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδή ὑπό μιᾶς καθολικῆς προσβάσεως, μετοχῆς, μεθέξεως εἰς τό γνωριζόμενον γεγονός. Ἐάν δέν ὑπάρχῃ ὁ παράγων τῆς ἐμπειρίας, ἡ γνῶσις μεταβάλλεται εἰς ἁπλῆν μάθησιν, εἰς μίαν πρόσληψιν ἁπλῶς νοημάτων καί διανοητικῶν ἐπεξεργασιῶν τῆς πραγματικότητος, ἄνευ τῆς δυνατότητος μετοχῆς, δηλαδή τῆς ἐμπειρικῆς γεύσεως τῆς πραγματικότητος.

Εἰς τόν χῶρον τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως, ὁ τρόπος τῆς γνώσεως τῶν μεταφυσικῶν πραγματικοτήτων ὑποσημαίνεται μέ τήν περίφημον φράσιν τοῦ Ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, ὁ ὁποῖος ὑπογραμμίζει  καί ὁμιλεῖ διά τήν ἄ γ ν ο ι α ν, ἡ ὁποία εἶναι ὑπερτέρα πάσης γνώσεως. Ὑπάρχει ἕνα εἶδος ἀγνοίας, εἰδικῶς εἰς τόν χῶρον τῆς μεταφυσικῆς, ὅπου ἡ ἐμπειρία τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων δέν δύναται νά ἰσχύσῃ· μιᾶς ἀγνοίας ὅμως, ἡ ὁποία ὅταν γίνεται ἀποδεκτή μέ ἐμπιστοσύνην, ὅταν πρυτανεύῃ ἡ προτεραιότης τῆς πίστεως, τῆς ἐμπιστοσύνης, τότε (ἡ ἄγνοια αὐτή) ἀποδεικνύεται ὑπερτέρα πάσης γνώσεως. Τότε μόνον γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τήν μεταφυσικήν πραγματικότητα, ὅταν ἔχη ἀληθινήν καί συνεπῆ προσωπικήν σ χ έ σ ι ν μετά  τοῦ Θεοῦ. Καί ἡ σχέσις αὐτή μετά τοῦ Θεοῦ εἶναι κυρίως καί πρωτίστως σχέσις ἐ μ π ι σ τ ο σ ύ ν η ς εἰς Αὐτόν· ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία βασίζεται εἰς τόν λόγον τῆς δημιουργίας Του, εἰς τό κ ά λ λ ο ς καί εἰς τήν ἀ γ ά π η ν, τήν ὁποίαν προσδίδει αὐτός οὗτος ὁ Λόγος, καί εἰς τόν ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος παραδίδεται.

Εἰς τήν περίπτωσιν τῆς Χριστιανικῆς παραδόσεως, εἰς τήν ἐντός τῆς ἱστορίας παρουσίαν Του, ὁ ἔνσαρκος Λόγος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός,  δέχεται τόν  ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος παραδίδεται εἰς Αὐτόν μέ ἐμπιστοσύνην.

Ἡ συμβολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, καί μάλιστα τῆς πρωτοθρόνου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου, εἰς  ὅ,τι σήμερον ὀνομάζεται διαθρησκειακός διάλογος  εἶναι αὐτή ἀκριβῶς ἡ ὑ π ό μ ν η σ ι ς, ὅτι εἰς τόν χῶρον τῆς μεταφυσικῆς δέν χωρεῖ διάλογος ἰδεολογημάτων καί νοησιαρχικῶν προτεραιοτήτων. Δέν ὑπάρχει περιθώριον διαλόγου, ὅταν πρυτανεύουν αἱ πεποιθήσεις αἱ ὁποῖαι θωρακίζουν ἀτομοκεντρικά τόν ἄνθρωπον.

Εἰς τόν χῶρον τῆς μεταφυσικῆς πραγματικότητος, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, κομίζει τήν συμβολήν τοῦ ἀποφατισμοῦ, ἡ ὁποία ἀκριβῶς συμβολή ὁρίζει καί προϋποθέτει τόν σεβασμόν τοῦ ἄλλου. Τόν σεβασμόν τῆς ἀγνοίας, τόν σεβασμόν τοῦ κατορθώματος, τόν σεβασμόν τῆς ἐμπιστοσύνης, δηλαδή τῆς πίστεως.

Αὐτό τό μ ή ν υ μ α  ἐκπροσωποῦμεν, αὐτό κηρύττομεν, καί μέ αὐτό ἐργαζόμεθα εἰς τό ἐπίπεδον, τό ὁποῖον δεχόμεθα νά ὀνομάζεται σήμερον δ ι α θ ρη σ κ ε ι α κ ό ς  δ ι ά λ ο γ ος.

Βεβαίως, εἰς τό σημεῖον τοῦτο ὀφείλομεν νά ἐπισημάνωμεν ὅτι, ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καταργοῦνται ὅλα τά ἐκτός αὐτῆς ἰσχύοντα. Ἡ Ὀρθοδοξία, ὁ παρατεινόμενος εἰς τούς αἰῶνας Χριστός, δίδει εἰς τά μέλη της τήν δυνατότητα ὑπερβάσεως τῆς γηίνου στατικότητος. Μεταμορφώνει τόν ἄνθρωπον εἰς «υἱόν Θεοῦ» «δι᾿ υἱοθεσίας» καί εἰς «κατά χάριν Θεόν». Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν δεσμεύει, δέν ἐπιθέτει ἐπί τοῦ ἀνθρώπου «φορτία δυσβάστακτα καί βαρέα», ἀλλά ἐλευθερώνει, ἐξυψώνει, ζωοποιεῖ καί θεοποιεῖ τόν ἄνθρωπον. 

Οἱ ἄνθρωποι δέν ἤνθεξαν τήν συμβίωσιν μετά τοῦ Χριστοῦ καί τήν  ἀπάρτισιν, κατά τήν διδασκαλίαν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἑνός σώματος, καί ἀπεσχίσθησαν. Ἐδημιούργησαν διαφόρους θρησκευτικάς ὁμάδας, τάς ὁποίας ὠνόμασαν καί «ἐκκλησίας». Ὁ Ἱερός Φώτιος,  Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, λίαν χαρακτηριστικῶς λέγει: «Μία ἐστίν ἡ τοῦ Χριστοῦ καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία, οὐ πλείους, οὐδέ δύο. Συναγωγαί πονηρευομένων εἰσίν τά παρά ταύτην συνέδρια, καί σύνοδοι ἀθετούντων».

Πῶς, λοιπόν, δύνανται νά συνυπάρχουν ἐπί τοῦ παγκοσμίου προσκηνίου αἱ διάφοροι θρησκεῖαι;

Τό παρελθόν καί ἡ ἱστορία κατέγραψαν περιστατικά οὐδόλως τιμητικά διά τάς διαφόρους θρησκείας. Ὁ φανατισμός καί ἡ μισαλλοδοξία εἰς πολλάς περιπτώσεις ὡδήγησαν θρησκείας εἰς μεταξύ των πόλεμον. Πολεμικαί συρράξεις ὑπεκινήθησαν ὑπό θρησκευτικῶν ἡγετῶν. Λάβαρα θρησκειῶν ἐβάφησαν ὑπό ἀνθρωπίνου αἵματος.

Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἔχει ἐμπειρίαν  ἰοβόλων βελῶν κατά καιρούς κατά τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ θεσμοῦ ἐπανισταμένων διαφόρων ὁμάδων, ἁπλῶς καί μόνον διότι εἶναι Ὀρθόδοξον καί μήτρα καί κιβωτός καί προστάτης καί σωτήρ τοῦ ἡμετέρου εὐσεβοῦς καί τετιμημένου Γένους.

Δέν δυνάμεθα νά ἀπαριθμήσωμεν τά δεινά, τά ὁποῖα ἡ πρωτόθρονος Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπέστη ὑπό τῆς λαίλαπος τοῦ φανατισμοῦ. Ἀκόμη ρέει τό αἷμα τῆς μνήμης ἐκ τῶν προκληθεισῶν θανατηφόρων πληγῶν, γνωστῶν καί ἀγνώστων, ὀφειλομένων εἰς τόν θρησκευτικόν φανατισμόν. Ἀλλ᾿ «εἴη τό ὄνομα Κυρίου ε᾿ύλογημένον», ὅτι σώζει καί διακρατεῖ ἀλώβητον τό λῆμμα αὐτοῦ εἰς τήν βασιλίδα τῶν πόλεων, παρά τάς ποικιλοτρόπους ἐξάρσεις θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ.

Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ἀπό τῶν ἀρχῶν τοῦ παρελθόντος αἰῶνος συνειδητοποίησε τήν ἀναγκαιότητα καί τό ἀπαραίτητον τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως τῶν ἀνθρώπων καί τῶν θρησκειῶν  καί δι᾿  ἐπισήμων Πατριαρχικῶν καί Συνοδικῶν ἐγκυκλίων προσεκάλεσεν τούς ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης θρησκευτικούς ἡγέτας νά συνεργασθοῦν καί νά συμβάλουν εἰς τοῦτο. Κατέβαλε πολλάς προσπαθείας καί προέβη εἰς κινήσεις καλῆς θελήσεως, ὠργάνωσε διαθρησκειακά συνέδρια, ἀντήλλαξεν ἐκτενῆ ἀλληλογραφίαν καί συνετέλεσεν εἰς τήν σύστασιν τοῦ σημερινοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καί εἰς τήν καλλιέργειαν τῆς λεγομένης Οἰκουμενικῆς Κινήσεως.

Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον γνωρίζει ὅτι ὁ θεσμός τῆς θρησκείας εἶναι τόσον σημαντικός, ὥστε ἐξ αὐτῆς νά χαρακτηρίζεται κάθε ἄνθρωπος. Ἡ συμπεριφορά, ὁ τρόπος σκέψεως, ἡ ἠθική, ἡ ἐπί τό γενικώτερον ἰδιοσυγκρασία, τό ὅλον εἶναι τοῦ ἀνθρώπου καθορίζεται ὑπό τῆς θρησκείας. Δέν εἶναι συνετός ὁ ἄνθρωπος πού δέν θρησκεύει. Ἄλλωστε, «εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· οὔκ ἐστι Θεός», κατά τόν προφήτην Δαυίδ. Δηλαδή, μόνον οἱ ἄφρονες ἀρνοῦνται τήν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ.

Ἡ εἰρηνική συμβίωσις τῶν θρησκειῶν συνεπάγεται καί εἰρηνικήν συμβίωσιν τῶν λαῶν αὐτῶν. Ὅταν αἱ διάφοροι θρησκεῖαι σέβωνται ἀλλήλας, τότε καί οἱ λαοί αὐτῶν σέβονται ἀλλήλους, δηλαδή τάς λοιπάς θρησκείας καί ὁμολογίας. Καί ὁ ἀλληλοσεβασμός θεμελιοῦται ἐπί τοῦ εἰλικρινοῦς διαλόγου.

Ἡ ἐν προκειμένῳ εὐθύνη τῶν θρησκευτικῶν ἡγετῶν εἶναι μεγάλη. Πολύ περισσότερον μεγάλη εἶναι ἡ εὐθύνη ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων, διότι ἔχομεν ὡς παράδειγμα αὐτόν τόν «ἀρχηγόν καί τελειωτήν τῆς πίστεως ἡμῶν» Ἰησοῦν Χριστόν, τούς Ἀποστόλους, τούς Μάρτυρας, τούς ὁμολογητάς καί διδασκάλους τῆς πίστεώς μας. Ὁ Κύριός μας δέν ἐδίστασε νά ἐγκαινιάσῃ μίαν νέαν ἐποχήν καταργῶν τά μέχρι τότε ἰσχύοντα. Οἱ δεύτεροι, οἱ Ἀπόστολοι, διεκινδύνευσαν καί διελέχθησαν μέ τούς εἰδωλολάτρας κηρύξαντες Ἰησοῦν Χριστόν, δηλαδή τήν ἀλήθειαν, τό φῶς, τήν ζωήν. Οἱ τρίτοι, δηλαδή οἱ μάρτυρες, δέν ἐδίστασαν νά ὁμολογήσουν αὐτήν τήν ἀλήθειαν, γνωρίζοντες ὅτι ὁ διάλογός των εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἀφαίρεσιν καί τῆς ἰδίας τῆς ἐπιγείου ζωῆς των. Οἱ τέταρτοι, τέλος, οἱ ὁμολογηταί καί διδάσκαλοι ἐπολέμησαν κατά τῶν παραχαρακτῶν τῆς ἀληθείας, διαλεγόμενοι καί μή φοβούμενοι τάς συνεπείας.

Ἐάν ἐκεῖνοι, οἱ πρό ἡμῶν, δέν ἐκάμφθησαν πρό τοῦ ἐνδεχομένου τοῦ θανάτου καί ὡμίλησαν δημοσίως καί μέ παρρησίαν καί διελέχθησαν μαρτυρήσαντες τῇ ἀληθείᾳ, πόσον μᾶλλον ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι τοῦ 21ου αἰῶνος ὑποχρεούμεθα νά πρωτοστατοῦμεν εἰς τήν προσπάθειαν τοῦ διαλόγου μεταξύ τῶν θρησκειῶν καί μετά παντός ἀνθρώπου. Ἡμεῖς κατέχομεν τόν Χριστόν, τήν ἀλήθειαν, καί αὐτό μᾶς καθιστᾷ ἰσχυρούς εἰς κάθε πρόκλησιν.

Ὁ Κύριός μας προσηυχήθη ἐπί τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν πρός τόν Πατέρα Του «ἵνα πάντες ἕν ὦσι», διά νά ἑνωθῇ δηλαδή ὅλη ἡ ἀνθρωπότης ἐν τῇ ὀρθῇ πίστει καί τῇ μιᾷ Ἐκκλησίᾳ. Μία τοιαύτη πεποίθησις ἐπί τοῦ παρόντος εἶναι ἀνέφικτος. Ὅμως, ἀφοῦ δέν δυνάμεθα νά καταστήσωμεν ὅλους μέλη τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νά εἴμεθα εἰς θέσιν νά προσπαθήσωμεν νά συμβιώσωμεν μέ ὅλους εἰρηνικῶς.

Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ἡ Μήτηρ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία, πρωτοστατεῖ εἰς τούς διαθρησκειακούς διαλόγους καί ὄχι μόνον νυχθημερόν προσεύχεται, ἀλλά καί ἐργάζεται διά τήν ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης. Τό Πατριαρχεῖον ἀνοίγει, δέν μυωπάζει καί δέν κλείει τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἀπό  τῶν ἀνθρώπων.

Ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία δέν δειλιᾷ, ἐπαναλαμβάνομεν, ἐνώπιον τῶν προκλήσεων, ἔχουσα τήν βεβαιότητα ὅτι ὀφείλει καί ὑποχρεοῦται νά κηρύξῃ διά τοῦ διαλόγου τήν ἀλήθειαν πρός πάντας καί νά δώσῃ τήν εὐκαιρίαν τῆς μετοχῆς εἰς τόν νυμφῶνα τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ.

Πιστεύομεν, ὅτι ὁ ὄντως Ὀρθόδοξος δέν ἔχει τό δικαίωμα νά ὀπισθοχωρῇ καί νά ὑποχωρῇ ἐνώπιον τοῦ διαλόγου, διότι εἶναι μέλος τοῦ Χριστοῦ· εἶναι Χριστός κατά χάριν· κατέχει τήν ἀλήθειαν καί βιώνει τήν ἐν Χριστῷ ἀγάπην καί κατανόησιν. Αὐτό, τόν καθιστᾷ ἐλεύθερον καί δυνατόν νά διαλέγεται μέ τούς ἄλλους οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἔξω τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Εὑρίσκεται εἰς τήν εὐχάριστον θέσιν νά ἐπηρεάζῃ καί νά μή ἐπηρεάζεται· νά μή ἀλλοτριώνεται τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένης ἀληθείας.

Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἀνά τούς αἰῶνας πάντοτε διαλέγεται κατά τό παράδειγμα τοῦ «ἀεί διαλεγομένου» μέ τό δημιούργημά Του, τόν ἄνθρωπον, Θεοῦ. Προσπαθεῖ ὅσον δύναται νά ἠρεμῇ τά διάφορα ἀντιτιθέμενα πνεύματα καί νά συμβάλλῃ εἰς τήν εἰρηνικήν συνύπαρξιν, τήν ἀλληλοκατανόησιν, τόν ἀλληλοσεβασμόν.

Οἱ Ὀρθόδοξοι, κατ᾿ ἐξοχήν, ὡς γνωστόν, ἐπλήγημεν ὑπό τοῦ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ καί μίσους. Εἴμεθα ὅμως καί οἱ κατ᾿ ἐξοχήν δεχθέντες τήν ἀγάπην καί τήν εἰρήνην. Καί ὑποχρεούμεθα νά τάς κηρύξωμεν, ἔργοις καί λόγοις, εἰς τούς ἐγγύς καί τούς μακράν.

Φίλοι σπουδασταί τῆς Σχολῆς ταύτης Ἐθνικῆς Ἀσφαλείας,

Ἐπισκεπτόμενοι σήμερον τήν περίπυστον Σχολήν σας καί θεωροῦντες τά φωτεινά πρόσωπά σας, ἐθεωρήσαμεν εὐκαιρίαν νά μοιρασθοῦμεν μαζί σας αὐτάς τάς σκέψεις, αὐτά τά βιώματα καί πιστεύματα, τό φρόνημα αὐτό τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Ἐκκλησίας τοῦ σταυροῦ καί τῆς ἀναστάσεως, τῆς Ἐκκλησίας τῶν στεναγμῶν καί τῶν δακρύων καί τοῦ μαρτυρίου. Τῆς Ἐκκλησίας ὅμως, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, τῆς ἀληθείας, τῆς ζωῆς, τοῦ φωτός, τῆς εἰρήνης τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ. Αὐτά κηρύττει καί ἐξαγγέλλει διαχρονικῶς τό Πατριαρχεῖον μας. 

Αὐτήν τήν εἰρήνην τῆς Ἀναστάσεως νά προσπαθῆτε νά ἐπιτυγχάνετε εἰς τήν αὐριανήν προσφοράν σας πρός τό κοινωνικόν σύνολον, σκοποῦντες ἀληθῶς εἰς τήν ἀσφάλειαν τοῦ Ἕλληνος πολίτου, εἰς τήν ἀσφάλειαν τῆς εὐλογημένης Ἑλλάδος, καί συγχρόνως εἰς τήν εἰρηνικήν συνύπαρξιν μετά πάσης Χώρας, ἰδιαιτέρως μετά τῶν γειτονικῶν της χωρῶν, καί μετά παντός ἀνθρώπου καλῆς θελήσεως. Ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ καθήκοντος καί λειτουργήματός σας νά διαλέγεσθε, ὅπως ὁ Κύριός μας, καί νά προσπαθῆτε νά κερδίσετε τήν ἐμπιστοσύνην τῶν συνανθρώπων σας καί νά ἀληθεύετε ἐν εἰρήνῃ καί ἐν δικαιοσύνῃ. Προσπαθήσατε ὥστε ἡ ζύμη τῆς ἀληθείας, διά τοῦ διαλόγου καί τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως, νά ζυμώσῃ ὅλον τό φύραμα.

Ἐπικαλούμεθα ἐπί τόν καθένα σας καί ἐπί ὅλους σας συνολικῶς, ἐπί τήν εὐφήμως γνωστήν Σχολήν σας, ἐπί τόν Διοικητήν Σας καί ἐπί τούς Καθηγητάς Σας τήν Χάριν καί τό ἄπειρον Ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί σᾶς εὐλογοῦμεν μέ ὅλην μας τήν πατρικήν καρδίαν.
Χαίρετε! Εἰρήνη ὑμῖν! Εἰρήνη πᾶσι!