[English] Printer-friendly version
The Ecumenical Patriarch
The Ecumenical Patriarchate
Bishops of the Throne
List of Patriarchs
Other Orhodox Churches
Theological and various articles
Ecological activities
Youth ministry
Interchristian relations
Conferences
Photo gallery
Holy Monasteries and Churches
Creed
Church calendar
Icons
Byzantine music
Contact details

Ἀρχική σελίς
Ἀρχική σελίς

Ὁμιλία κατά τήν πρός τιμήν Αὐτοῦ ἐκδήλωσιν τῆς Ὁλομελείας τῶν Πρόέδρων τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων τῆς Ἑλλάδος(22/09/2005).

Ἐπιστροφή
Ἐπιστροφή

«ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ»

Μακαριώτατε ἀδελφέ Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Χριστόδουλε,
Ἐξοχώτατοι,
Ἐλλογιμώτατε κύριε Δημήτριε Παξινέ,  Πρόεδρε τῆς Ὁλομελείας τῶν Προέδρων τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων Ἑλλάδος,
Ἐλλογιμώτατοι κύριοι Πρόεδροι τῶν ἐπί μέρους Δικηγορικῶν Συλλόγων καί μέλη αὐτῶν,
Ἀγαπητοί λοιποί ἀκροαταί,

Σᾶς εὐχαριστοῦμεν θερμῶς διά τήν πρόσκλησίν σας ὅπως παρευρεθῶμεν εἰς τήν πρός τιμήν τῆς ἡμετέρας Μετριότητος συνάντησιν αὐτήν. Μᾶς γεμίζει χαράν ἡ παρουσία μας ἐν τῷ μέσῳ ὑμῶν, τῶν ἐγκρίτων νομικῶν, τῶν ἐπιφορτισμένων μέ τήν ὑποστήριξιν τῶν δικαίων τῶν πολιτῶν ἐνώπιον τῶν Ἀρχῶν καί τῶν Δικαστηρίων τῆς Χώρας καί μέ τήν παροχήν εἰς αὐτούς νομικῶν συμβουλῶν καί συμπαραστάσεως διά τήν διεκπεραίωσιν τῶν ὑποθέσεών των, ἐν ὄψει μάλιστα τοῦ δαιδαλώδους τῶν συγχρόνων νομοθεσιῶν.

Σᾶς ἀπευθύνομεν τόν ὁλοκάρδιον χαιρετισμόν μας καί σᾶς φέρομεν προθύμως τάς εὐλογίας τῆς Μητρός Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας ἡ μεγαλωσύνη ἔγκειται τόσον εἰς τήν κληρονομίαν τῆς ὁποίας εἶναι φορεύς καί συνεχιστής ὅσον καί  εἰς τάς εὐθύνας τάς ὁποίας ἔχει ἔναντι τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος, τοῦ εὐσεβοῦς Γένους μας καί τοῦ κόσμου ὁλοκλήρου.
Πάντοτε ἡ γνωριμία μας μέ νέα φιλικά πρόσωπα πληροῖ τήν ὕπαρξίν μας χαρᾶς, διότι εὑρίσκομεν εἰς τούς ἄλλους τόν Παράδεισόν μας, ἐν ἀντιθέσει μέ τόν ἀπελθόντα τοῦ κόσμου τούτου σύγχρονόν μας φιλόσοφον, ὁ ὁποῖος εἰς τούς ἄλλους ἔβλεπε τήν κόλασιν. Εἶναι βασική διαφορά ἀντιλήψεως, ἀποδεικνύουσα ὅτι ἕκαστος ἡμῶν ἐπιλέγει ἐλευθέρως διά τόν ἑαυτόν του τήν χαράν ἤ τήν λύπην, ὅπως θά ἐλέγομεν ἐάν δέν ἐχρησιμοποιούσαμεν τάς φορτισμένας μέ τό ἐκκλησιαστικόν χρῶμα λέξεις παράδεισος καί κόλασις.

Οἱ «ἄλλοι» ὅμως εἶναι ὑπαρκτοί  εἴτε τό θέλομεν εἴτε ὄχι. Ἐάν αὐτό μᾶς ἐνοχλῇ, ἐάν ὁ ἐγωκεντρισμός μας θά προτιμοῦσε νά μή ὑπάρχουν, τότε θά ἐπιθυμούσαμε τό ἀκατόρθωτον, καί θά ἐζούσαμε τόν πόνον τῆς ἀνεκπληρώτου ἐπιθυμίας καί οὕτω θά μετεβάλλομεν τήν ζωήν μας εἰς κόλασιν. Τήν κόλασίν μας αὐτήν θά τήν ἐδημιουργούσαμεν ἕνεκα τῆς ἐσφαλμένης ἀντιλήψεώς μας περί τῶν ἄλλων, ἄρα θά ἤμεθα ὑπεύθυνοι τῆς ὑποκειμενικῆς μας αὐτῆς καταστάσεως, τοῦ προσωπικοῦ μας πόνου. Ἀντιθέτως, ἐάν οἱ ἄλλοι εἶναι ἡ χαρά μας, τότε ἀπολαμβάνομεν τήν συνύπαρξίν μας μαζί των καί ζῶμεν εἰς τόν προσωπικόν μας παράδεισον. Ἄρα, τό ἴδιον γεγονός δύναται νά βιοῦται εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως, μέ ἀποτέλεσμα ἕκαστος ἄνθρωπος νά ζῇ τήν προσωπικήν του κόλασιν ἤ τόν προσωπικόν του παράδεισον ἐξ αἰτίας τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖον ἀντιμετωπίζει τήν πραγματικότητα τῶν ἄλλων καί γενικώτερον τῆς ζωῆς.


Ὁ ἄνθρωπος ὅμως εἶναι φύσει κοινωνικόν ὄν. Ἑπομένως, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος  ἀπορρίπτει τούς ἄλλους πορεύεται ἀντιθέτως πρός τήν φύσιν του ὡς ἀνθρώπου καί δι᾿ αὐτό ὀδυνᾶται. Ὁ ἀρχαῖος σοφός εἶχε διακηρύξει ὅτι ὁ μονήρης εἶναι ἤ Θεός ἤ θηρίον. Ἡμεῖς ὡς πρός μέν τόν δεύτερον ὅρον, ὅτι ὁ ἐκ πεποιθήσεως μονήρης εἶναι θηρίον, δέν θά εἴχομεν ἀντίρρησιν. Ὡς πρός τόν πρῶτον ὅμως ὅρον ἀντιλέγομεν ὅτι ὁ Θεός δέν εἶναι μόνος, διότι εἶναι Τριαδικός, ἤτοι τριπρόσωπος, γεγονός τό ὁποῖον ἐξηγεῖ διατί εἶναι Ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη εἶναι σχέσις προσώπων καί ἡ συνδέουσα τά τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος σχέσις εἶναι ἡ ἀγάπη. Αὐτή ὑπερεκχειλίζει καί δημιουργεῖ τά ἀνθρώπινα πρόσωπα ὡς δυνάμενα νά ἀγαποῦν καί νά ἀγαπῶνται, ἤτοι νά μετέχουν τῆς μεγάλης χαρᾶς τῆς ἀγάπης. Ἄρα, ἡ χαρά μας διά τήν συνάντησίν μας καί διά τόν δεσμόν ἀγάπης, ὁ ὁποῖος μᾶς συνδέει μέ τά ἄλλα πρόσωπα, εἶναι ἐκδήλωσις τοῦ ὅτι εἴμεθα πλασμένοι κατ᾿ εἰκόνα τοῦ τριπροσώπου Θεοῦ, δηλαδή κοινωνία πολλῶν προσώπων, δυναμένων νά ἀγαπῶνται καί νά βιοῦν τόν παράδεισον τῆς χαρᾶς μέσα εἰς τήν μεταξύ των ἀγάπην.

Εἰς τοιαύτην ἰδανικήν κατάστασιν δέν χρειάζονται κανόνες συμπεριφορᾶς. Δικαίῳ νόμος οὐ κεῖται, ὑπό τήν ἔννοιαν ὅτι δέν χρειάζεται. Ἡ ἀρετή του καί ἡ ἀγάπη του εἶναι ἐπαρκής ὁδηγός διά νά πράττῃ πάντοτε τό καλύτερον διά τόν συνάνθρωπόν του.

Ἡ ἐν κοινωνίᾳ ὅμως συμβίωσις τῶν ἀνθρώπων δέν κατευθύνεται δυστυχῶς πάντοτε ἀπό τήν ἀγάπην. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι βλέπουν τόν ἄλλον ὡς κόλασιν ἤ ὡς ἐμπόδιον διά τά σχέδια αὐτῶν δέν εἶναι ὀλίγοι. Αὐτή ἡ στάσις των εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ των, τῆς ἀπορρίψεως δηλαδή τοῦ ἄλλου ὡς δέκτου τῆς ἀγάπης μας καί τῆς ἀναγωγῆς τοῦ ἑαυτοῦ μας εἰς τό μοναδικόν πρόσωπον διά τό ὁποῖον ἀξίζει νά ἐνδιαφερώμεθα. Οὕτω, φθάνομεν εἰς μίαν συγκρουσιακήν κατάστασιν, τῆς ὁποίας πρῶτον μέν βῆμα εἶναι ἡ διακοπή τῆς σχέσεως ἀγάπης μας πρός τόν Δημιουργόν μας, ἑπόμενον δέ εἶναι ἡ ἐκτροπή τῆς ἀδελφικῆς σχέσεως κατά τό πρότυπον Κάϊν-Ἄβελ, ἤτοι ἡ παρεισαγωγή τοῦ ἀδελφοκτόνου μίσους εἰς τήν θέσιν τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης.

Εὐτυχῶς, ἡ ἀντιστροφή αὐτή τῆς φυσικῆς σχέσεως ἀγάπης δέν εἶναι γενική καί ἀπόλυτος. Ὁ Θεός ἐφρόντισε νά ἐνθέσῃ εἰς τόν ἄνθρωπον τοιαύτας δυνάμεις ἑλκτικάς πρός τόν συνάνθρωπον, ὥστε ὁ ἄλλος νά εἶναι πρόξενος χαρᾶς, ὡς ἐπί συζυγίας, μητρότητος, φιλίας, κλπ., καί οὕτω νά διαφαίνεται ἐκ τοῦ μέρους πόσον ὡραῖος θά ἦτο ὁ ἀνθρώπινος βίος ἐάν εἰς τό σύνολόν του ἐπεκράτει ἡ ἀγάπη. Ἐπί πλέον, ὁ Πλάστης τοῦ ἀνθρώπου ὑπέδειξεν εἰς αὐτόν διά τῶν θεοπνεύστων θρησκευτικῶν ἡγητόρων ὅρια ἐπιτρεπτῆς συμπεριφορᾶς, ἡ ὑπέρβασις τῶν ὁποίων ὁδηγεῖ εἰς τόν πνευματικόν θάνατον. Τά οὕτω θεσπισθέντα ἀποτελοῦν τόν λεγόμενον νόμον τοῦ Θεοῦ, ἤτοι τήν πρώτην πηγήν τῶν Ἱερῶν Κανόνων.

Ἀλλά καί οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δέν διεβρώθησαν πλήρως ἀπό τήν νόσον τοῦ Κάϊν, τήν νόσον τῆς ἀδελφοκτονίας ἤ τῆς αἰσθήσεως τῶν ἄλλων ὡς αἰτίας κολάσεως δι᾿ ἑαυτούς, ἐσοφίσθησαν νά θέσουν κανόνας συμβιώσεως, οἱ ὁποῖοι νά ὁρίζουν τάς ἐπιτρεπτάς καί τάς μή ἐπιτρεπτάς συμπεριφοράς. Οἱ κανόνες αὐτοί ἔχουν ποικίλην ἔκτασιν ἐφαρμογῆς καί διαφορετικήν ἱεραρχημένην ἰσχύν ἐπιβολῆς. Ἀποτελοῦν τό κοσμικόν δίκαιον, ἤτοι δομημένον λογικῶς σύστημα ρυθμίσεων ἤ, ἄλλως, τούς Νόμους τοῦ Κράτους.

Οἱ ἐκ Θεοῦ Ἱεροί Κανόνες ὑποδεικνύουν κατ᾿ ἀρχήν μέν τήν τελειότητα τῆς ἀνθρωπίνης στάσεως ἀπέναντι τῶν προσώπων τῆς Θεότητος καί τῶν προσώπων τῆς ἀνθρωπότητος, προχωροῦν ὅμως καί εἰς κλιμακωτήν ὑπόδειξιν ὑποδεεστέρων ἠθικῶς συμπεριφορῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι προτιμότεραι τῆς καϊνικῆς ἀδελφοκτονίας. Πέραν δέ τῶν ἐκ τῆς Ἁγίας Γραφῆς προερχομένων Ἱερῶν Κανόνων, οἱ ὁποῖοι ὑποδεικνύουν τάς ὠφελιμωτέρας διά τόν ἄνθρωπον συμπεριφοράς («τοῦτο ποίει καί ζήσει»), ἐθεσπίσθησαν ὑπό τῶν Ἁγίων Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας καί ἄλλοι Ἱεροί Κανόνες οἱ ὁποῖοι ρυθμίζουν εἴτε θέματα ὀργανώσεως τῶν θεσμῶν αὐτῆς, εἴτε τάς συνεπείας τῶν παραβάσεων πού ἀφοροῦν εἰς τήν συμπεριφοράν τούτων, εἴτε ἄλλα ἐκκλησιαστικά θέματα.

Παραλλήλως, καί οἱ ἐκ τοῦ λαοῦ Νόμοι τοῦ Κράτους ρυθμίζουν τόν ἀνθρώπινον βίον καί τάς συναφεῖς σχέσεις, ἐνίοτε μέν ἐπιτάσσοντες ὅ,τι καί οἱ Ἱεροί Κανόνες (π.χ. οὐ φονεύσεις), συχνότερον ὅμως ἀρκούμενοι εἰς στοιχειωδεστέρας ἐπιταγάς περί τῶν ὁρίων τῆς ἐπιτρεπτῆς συμπεριφορᾶς. Οἱ διά τῶν ὀργάνων τοῦ λαοῦ θεσμοθετούμενοι νόμοι καί αἱ ὑπερκείμεναι αὐτῶν συνταγματικαί διατάξεις δεσμεύουν ἐξαναγκαστικῶς ὅλους τούς πολίτας, ἐν ἀντιθέσει πρός τούς Ἱερούς Κανόνας, οἱ ὁποῖοι ἀπευθύνονται μόνον εἰς τούς πιστούς καί ζητοῦν κατ᾿ ἀρχήν ἑκουσίαν συμμόρφωσιν, ὑπό τήν ἔννοιαν ὅτι μέλος τῆς ὁμάδος ἐντός τῶν κόλπων τῆς ὁποίας ἰσχύουν ὑποχρεωτικῶς οἱ Ἱεροί Κανόνες γίνεταί τις μόνον ἑκουσίᾳ βουλήσει. Ὅσον δέ διευρύνονται αἱ κοινωνικαί ὁμάδες καί σχέσεις τόσον ἐκτενέστεραι καί πολυπλοκώτεραι γίνονται αἱ ἰσχύουσαι νομικαί ρυθμίσεις.

Ἐκ τρίτου, καί αἱ διάφοροι κοινωνικαί ὁμάδες θεσπίζουν ἐντός τῶν ὁρίων αὐτοδιοικήσεως καί αὐτοπροσδιορισμοῦ, τά ὁποῖα ἀφήνει εἰς αὐτάς ὁ νομοθέτης, κανόνας ἀφορῶντας εἰς τήν ζωήν τῆς ὁμάδος.

Τοῦτο, διότι, ὡς γνωστόν, οἱ λαοί οἱ ὁποῖοι εἶναι ὠργανωμένοι εἰς κράτη ἀσκοῦντα αὐτοδύναμον ἐξουσίαν συγκροτοῦνται ἀπό μικροτέρας ὁμάδας, ἑκάστης τῶν ὁποίων τά μέλη συνδέονται μεταξύ των διά τινος συνδέσμου. Οἱ σύνδεσμοι ποικίλουν. Εἶναι χαρακτῆρος τοπικοῦ, φυλετικοῦ, οἰκογενειακοῦ, θρησκευτικοῦ, γλωσσικοῦ ἤ ἄλλου.

Ἑκάστη τῶν ὁμάδων τούτων διέπεται, λοιπόν, ὡς πρός τήν λειτουργίαν της ἀπό ὡρισμένους κανόνας ρυθμίζοντας τήν ἐσωτερικήν της τάξιν. Αὐτοί οἱ κανόνες ἰσχύουν εἴτε ἐθιμικῶς ὡς ἄγραφοι ἐπιταγαί, εἴτε κατόπιν εἰδικῆς θεσπίσεως μέ γραπτήν διατύπωσιν. Ὄχι σπανίως δέ οἱ κανόνες αὐτοί ἔχουν θεσπισθῆ συμφώνως πρός τούς θεμελιώδεις κανόνας οἱ ὁποῖοι διέπουν τήν συγκεκριμένην ὁμάδα, εἰς τρόπον ὥστε νά ἀποτελοῦν ὁλόκληρον σύστημα. Πολλάκις οἱ κανόνες αὐτοί δέν ἐφαρμόζονται ἐν πεποιθήσει δικαίου, ἀλλ᾿ ἐν πεποιθήσει κοινωνικοῦ χρέους, ἀλλ᾿ ἔχουν τόσην ἠθικήν ἰσχύν, ὥστε θεωροῦνται ἀπαραβίαστοι. Εἰς ἄλλας περιπτώσεις ἔχουν τήν ἰσχύν ἁπλῶν κανόνων κοινωνικῆς εὐπρεπείας, μή συνεπαγομένων ἐν παραβάσει αὐτῶν κυρώσεις ἄλλας πλήν μιᾶς κοινωνικῆς μομφῆς κατά τοῦ παραβιάζοντος αὐτούς.

Τό Κράτος ὀφείλει νά σέβεται τούς κανόνας, οἱ ὁποῖοι διέπουν τάς ὁμάδας καί ὑποομάδας τῶν πολιτῶν του. Μάλιστα δέ τόσον περισσοτέραν εὐδαιμονίαν προσφέρει εἰς τούς πολίτας του, ὅσον περισσοτέραν ἐλευθερίαν ἀναγνωρίζει εἰς τάς ὁμάδας αὐτάς ὡς πρός τήν αὐτοδιοίκησίν των καί τήν αὐτοθέσπισιν τῶν κανόνων, διά τῶν ὁποίων ἐπιθυμοῦν νά ρυθμίζουν τά ἐσωτερικά των ζητήματα.

Κράτη ὁλοκληρωτικά ἐπιθυμοῦν νά ρυθμίζουν τά πάντα, ἀκόμη καί τήν σκέψιν τῶν πολιτῶν των, διότι οἱ κυβερνῶντες αὐτά ἔχουν τήν ψευδαίσθησιν ὅτι γνωρίζουν καλύτερον τό δέον καί ὅτι πρέπει νά ἐπιβάλλουν αὐτό διά τῆς ἰσχύος τῆς ἐξουσίας. Ὁ ὁλοκληρωτισμός συνήθως μονοπωλεῖ τήν ἐξουσίαν, διότι πιστεύει κατά τρόπον μεσσιανικόν εἰς τήν ἀποστολήν της. Οὐδείς ἀντιλέγει ὅτι ἡ πολιτική ἐξουσία προσφέρει ὑπηρεσίας εἰς τήν κοινωνίαν, ἀλλά καί οὐδείς σήμερον ἀναγνωρίζει εἰς τούς ἀσκοῦντας αὐτήν τήν ἀπόλυτον αὐθεντίαν ἐπί ὅλων τῶν ζητημάτων.

Εἶναι φανερόν, ὅτι εἰς τάς συγχρόνους δυτικάς κοινωνίας αἱ ὁλοκληρωτικαί ἀπόψεις θεωροῦνται ὑπό τῆς πλειοψηφίας ἀπαράδεκτοι, παρ᾿ ὅλον ὅτι ἐπιβιώνουν εἰς ὡρισμένας μειοψηφούσας ὁμάδας τῶν πολιτῶν. Ἐν τούτοις, πολλάκις κατά τήν διαπάλην τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων  διά τήν ἀπόκτησιν ἐξουσίας ἤ μεγαλυτέρου μεριδίου ἐκ τῶν ὑλικῶν καί πνευματικῶν ἀγαθῶν, τά ὁποῖα παράγει τό κοινωνικόν σύνολον διά τῆς ὠργανωμένης προσπαθείας αὐτοῦ, ἡ ἰσχυροτέρα τάξις ἤ ὁμάς, ἡ ὁποία εἶναι συνήθως καί ἡ πολυπληθεστέρα ἤ ἡ οἰκονομικῶς πλουσιωτέρα, ἤ ἡ πνευματικῶς ὀξυνουστέρα, ἐπιδιώκει νά ἐπιβάλῃ τήν θέλησίν της ἐπί τῶν ἄλλων τάξεων, κατά τό μέτρον κατά τό ὁποῖον νομίζει ὅτι ἐξυπηρετοῦνται καλύτερον τά συμφέροντά της ἤ ἀναγνωρίζεται ἡ ἐξουσία της. Εἶναι τοῦτο ἐπιβίωσις ὁλοκληρωτικῶν ἀπόψεων ἐν δημοκρατικῇ κοινωνίᾳ, καί ἐπειδή τοῦτο εἶναι ὀξύμωρον, καταβάλλονται προσπάθειαι νά δικαιολογοῦνται αἱ τοιαῦται ὁλοκληρωτικαί ἀπόψεις ἤ καί ἐνέργειαι διά τῆς ἐπικλήσεως ὑπερτέρων συμφερόντων, ὡς ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος, ἡ προστασία τῆς ἐλευθερίας τῶν ἄλλων, κλπ.

Μία ἐκ τῶν πολυπληθεστέρων καί δυναμικῶς ἐκφραζομένων κοινωνικῶν ὁμάδων, ἡ ὁποία ἔχει τήν ἰδικήν της ἐσωτερικήν κανονιστικήν τάξιν, εἶναι ἡ θρησκευτική ὁμάς. Λόγῳ δέ τοῦ ὅτι ἡ θρησκεία ἀπευθύνεται εἰς ἕν τῶν ἰσχυροτέρων συναισθημάτων τοῦ ἀνθρώπου, οἷον τό θρησκευτικόν, πολλοί ἐπιθυμοῦν νά καθέξουν τήν θρησκευτικήν ἐξουσίαν ἤ νά ἐλέγξουν αὐτήν, ἵνα δι᾿ αὐτῆς ὡς μέσου ἐπιτύχουν ἄλλους σκοπούς.

Ἤδη, ἔχοντες ἀνιχνεύσει διά μικρᾶς ἀναδρομῆς εἰς τήν ἱστορίαν καί τήν κοινωνιολογίαν τήν γενεσιουργόν αἰτίαν τῆς ἀναγκαιότητος καί τήν πηγήν τῶν ρυθμιστικῶν τοῦ ἀνθρωπίνου βίου κανόνων, προσηγγίσαμεν εἰς τό θέμα τῆς βαθυτέρας σχέσεως Ἱερῶν Κανόνων καί Πολιτειακῶν Νόμων, τό ὁποῖον προανηγγέλθη ὅτι θά μᾶς ἀπασχολήσῃ δι᾿ ὀλίγων σήμερον.

Αἱ σχέσεις Κράτους καί Θρησκείας ἔχουν κατά τήν διάρκειαν τῆς ἱστορίας διέλθει ἐκ πολλῶν σταδίων. Κατά τάς ἀρχαίας προχριστιανικάς ἐποχάς ἐνίοτε συνέπιπτεν ἡ ἰδιότης τοῦ Πολιτειακοῦ καί τοῦ Θρησκευτικοῦ Ἡγέτου, οἷον ἐπί Ρωμαίων Αὐτοκρατόρων. Ἄλλοτε ὑπῆρχον στεναί σχέσεις μεταξύ αὐτῶν. Ἡ ἀντίληψις αὐτή ἐπεβίωσεν εἰς τήν ἐπιφανειακῶς ἐκχριστιανισθεῖσαν Δυτικήν Εὐρώπην, εἰς τήν ὁποίαν εἶχεν ἐπικρατήσει ἡ ἄποψις ὅτι ἡ θρησκεία ἀνήκει εἰς τόν ἔχοντα τήν πολιτειακήν ἐξουσίαν («cujus regio, ejus religio»). Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία ὑποβιβάζει τήν θρησκείαν εἰς μέσον, ὑπῆρξαν αἱ δύο ὄψεις της, ἡ τοῦ Καισαροπαπισμοῦ καί ἡ τοῦ Παποκαισαρισμοῦ, μέ κατάλοιπον τήν σημερινήν ἀναγνώρισιν τοῦ Βατικανοῦ ὡς κράτους, εἰς τό ὁποῖον οἱ θρησκευτικοί ἄρχοντες εἶναι ταυτοχρόνως καί πολιτειακοί.

Ἡ αὐτή ἀντίληψις συναντᾶται καί εἰς τήν μουσουλμανικήν θρησκείαν, εἰς τήν ὁποίαν τό Χαλιφᾶτον εἶναι ταυτοχρόνως θρησκευτικόν καί πολιτικόν ὄργανον, ἄν καί ἐσχάτως αἱ σχετικαί ἀντιλήψεις μεταβάλλονται.

Εἰς τήν Ἑλληνικήν Ὀρθόδοξον Ἀνατολήν κατεβλήθη συνειδητῶς προσπάθεια νά παραμείνουν διακριτοί καί κεχωρισμένοι οἱ ρόλοι τοῦ Αὐτοκράτορος καί τοῦ Πατριάρχου. Ἐθεσπίσθη δι᾿ Ἱερῶν Ἐκκλησιαστικῶν Κανόνων τό ἀσυμβίβαστον τῆς συνυπάρξεως τῶν δύο ἰδιοτήτων εἰς τό αὐτό πρόσωπον. Ἀλλά ὑπῆρχε συνεργασία μεταξύ τῶν φορέων αὐτῶν. Ὁ Αὐτοκράτωρ συνεκάλει Οἰκουμενικάς Συνόδους τῶν Ἐπισκόπων καί ἐνίοτε προήδρευεν αὐτῶν, καί ὁ Πατριάρχης ἔχριε καί ἀνηγόρευε δι᾿ ἐκκλησιαστικῆς τελετῆς τόν Αὐτοκράτορα καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπον καί ἄν οὗτος ἀνεδεικνύετο.

Κατά τήν διάρκειαν τῆς συνεργασίας αὐτῆς Χριστιανοί Αὐτοκράτορες, εἴτε διά νά προσφέρουν ὑπηρεσίαν εἰς τήν Ἐκκλησίαν, εἴτε διά νά κυβερνήσουν εὐκολώτερον τό Κράτος, ἐθέσπισαν «τάξιν νόμων ἐπέχειν τούς Ἱερούς Κανόνας». Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἀναγνώρισις τῶν τελευταίων ὡς ἰσοδυνάμων μέ τούς πρώτους προσέδιδεν εἰς αὐτούς ἐξαναγκαστικόν χαρακτῆρα, ἤτοι ἠδύναντο οὗτοι νά ἐφαρμοσθοῦν διά τῆς πολιτειακῆς ἰσχύος τῆς Αὐτοκρατορίας ὡς Νόμοι αὐτῆς, γεγονός ἀντίθετον πρός τήν φύσιν τῆς θρησκείας καί τῶν κανόνων της, ὡς ἐκφράσεως ἀπολύτως ἐλευθέρας.

Ἡ κατά τά ἄνω νόθευσις τοῦ χαρακτῆρος τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί ἡ μετάπτωσις αὐτῶν ἀπό τῆς κατηγορίας τῶν κανόνων τῆς ἐσωτερικῆς κανονιστικῆς τάξεως τῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν νομικήν κατηγορίαν τῶν πολιτειακῶν νόμων, ἴσως ηὐνόησε τήν ἐξάπλωσιν τῆς παρομοίας ἰδέας τοῦ Ἰσλαμισμοῦ. Διότι, λέγει μέν τό Κοράνιον, ὅτι ἡ θρησκεία δέν ἐπιβάλλεται, τοῦθ᾿ ὅπερ ἀποτελεῖ ἀντανάκλασιν τῆς φράσεως τοῦ Χριστοῦ, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν», ταυτοχρόνως ὅμως ἐντέλλεται εἰς τούς πιστούς νά ἐπιβάλλουν διά τῆς βίας τόν ἐξισλαμισμόν τῶν ἀπίστων πολυθεϊστῶν, ὥς τινες τῶν Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων ἐνετέλλοντο τήν ἐπικράτησιν ἑνός δόγματος καί κατεδίκαζον  εἰς δίωξιν τούς ἀντιφρονοῦντας, ὡς ἐπί Ἀρειανισμοῦ, Εἰκονομαχίας, κλπ.

Διότι, ἀτυχῶς, καί εἰς τό Βυζάντιον δέν ἔλειψαν αἱ ἐλαφρᾶς βεβαίως ἐν σχέσει μέ τήν Δύσιν ἐντάσεως θρησκευτικαί διώξεις, παρ᾿ ὅλον ὅτι ἐγένοντο κατά κανόνα παρά τῶν μή Ὀρθοδόξων αὐτοκρατόρων. Εἶναι γνωσταί εἰς ὅλους αἱ διώξεις τῶν εἰκονολατρῶν ἀπό τούς εἰκονοκλάστας, τῶν Ὀρθοδόξων ἀπό τούς ἀρειανιστάς καί βραδύτερον ἀπό τούς  μονοφυσίτας καί ἄλλους.


Εἰς τό μετά τό 1821 ἱδρυθέν Νεοελληνικόν Κράτος, ἡ Ἀντιβασιλεία μετέφερε καί ἐφήρμοσε τήν δυτικοευρωπαϊκήν ἀντίληψιν περί τῆς διοικητικῆς ὑπαγωγῆς τῆς Ἐκκλησίας εἰς τό Κράτος καί ὑπήγαγεν αὐτήν ὑπό τόν μονάρχην Ὄθωνα, καίτοι ἀλλόδοξον, κατ᾿ ἀκρίβειαν δηλαδή εἰς τό Κράτος. Ἔκτοτε αἱ διά τοῦ κοσμικοῦ νομοθέτου ρυθμίσεις ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων, πολλάκις κατ᾿ ἀντίθεσιν πρός τάς ρυθμίσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ὑπῆρξαν συνεχεῖς. Ἡ Πολιτεία ἐπανειλημμένως ὑπεισῆλθεν εἰς τήν ἐσωτερικήν κανονιστικήν τάξιν τῆς Ἐκκλησίας, ἐνίοτε δέ κατ᾿ ἀπαίτησιν αὐτῶν τούτων τῶν ἡγετικῶν αὐτῆς παραγόντων, μέ ἀποτέλεσμα νά προκληθοῦν κρατικαί παρεμβάσεις εἰς ἐκκλησιαστικά θέματα καί συνακόλουθοι τριβαί καί ἐντάσεις.

Εἰς τό ἐπίκεντρον αὐτῶν τῶν ἐντάσεων εὑρίσκεται συνεχῶς τό θέμα τῆς ὑπερισχύσεως ἤ μή τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἔναντι τῶν Νόμων. Ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἔχει διαφοροποιηθῆ ἀναλόγως πρός τάς κατ᾿ ἐποχήν ἀντιλήψεις τῆς κοινωνίας.

Κατά μίαν πρώτην ἐποχήν, κατά τήν ὁποίαν ὁ Χριστιανισμός ἦτο θρησκεία μή ἀνεγνωρισμένη καί διωκομένη, οἱ Κανόνες οἱ ὁποῖοι διεῖπον τήν ἐσωτερικήν λειτουργίαν της ἦσαν θέμα ἀποκλειστικῶς ἰδικόν της καί ἡ ἐφαρμογή των ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς θελήσεως τῶν πιστῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν, οἱ ὁποῖοι συνίστων μίαν εἰδικήν θρησκευτικήν ὁμάδα.

Κατά τήν δευτέραν ἱστορικήν φάσιν, κατά τήν ὁποίαν ὁ Χριστιανισμός ἀνεγνωρίσθη ἐπισήμως ὡς ἀνεκτή καί βραδύτερον ὡς ἐπικρατοῦσα εἰς τήν Αὐτοκρατορίαν θρησκεία, πολλοί τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἀπέκτησαν, ὡς ἐλέχθη, ἰσχύν πολιτειακοῦ νόμου καί ἡ ἐφαρμογή των ἐπεχειρήθη ἐξαναγκαστικῶς. Ἡ ἐσφαλμένη αὐτή ἀντίληψις, ἡ ὁποία ἐν ἀρχῇ ἱκανοποίησε τούς ἀμαθεστέρους τῶν χριστιανῶν, διότι περιέβαλε τήν θρησκείαν των μέ τήν ἑλκυστικήν διά τούς ἀμαθεῖς ἰσχύν τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας, δέν ἐβράδυνε νά στραφῇ κατά τῆς Ἐκκλησίας. Διότι ἐάν ἦτο νόμιμος καί ἐπιτρεπτή ἡ ἐπέμβασις  τῶν φίλων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας αὐτοκρατόρων εἰς τήν πίστιν τῶν πολιτῶν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, θά ἦτο (καί οὕτως ἐκρίθη) νόμιμος καί ἡ ἐπέμβασις τῶν μή φίλων τῆς Ὀρθοδοξίας αὐτοκρατόρων εἰς βάρος αὐτῆς.

Ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης συμπορεύσεως Κράτους καί Ἐκκλησίας κατά τήν Βυζαντινήν Περίοδον ὑπῆρξαν οἱ Νομοκάνονες, ἤτοι Συλλογαί Νόμων καί Ἱερῶν Κανόνων, ἰσχυόντων παραλλήλως καί ἐξ ἴσου καί ρυθμιζόντων τά τοῦ βίου τῶν πολιτῶν ὑποχρεωτικῶς, παρά τόν τελείως διαφορετικόν χαρακτῆρα τῆς συμμορφώσεως τοῦ πιστοῦ πρός τούς Ἱερούς Κανόνας. Κατέστησαν οὕτως οἱ Ἱεροί Κανόνες «δίκαιον» καί προσέλαβον τόν νόθον χαρακτῆρα τῆς ἐξωγενοῦς ὑποχρεωτικότητος, ἐνῷ ἡ ἀληθής ὑποχρεωτικότης αὐτῶν εἶναι καθαρῶς ἐνδογενής. Ἀπορρέει ἀπό τήν ἐσωτερικήν βούλησιν τοῦ πιστοῦ νά εἶναι πιστός καί νά συμμορφοῦται πρός τούς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, τοῦθ᾿ ὅπερ ἐμπεριέχει καί τήν ἀναγνώρισιν εἰς τά ὄργανα αὐτῆς τοῦ δικαιώματος νά ἐπιβάλλουν εἰς αὐτόν ἐκκλησιαστικά ἐπιτίμια, ἐάν παραβαίνῃ τούς Κανόνας αὐτούς. Ὡς ἀκριβῶς συμβαίνει καί ἐπί ἑνός μέλους συλλόγου τινός, τό ὁποῖον, ἀποδεχόμενον τό καταστατικόν αὐτοῦ, ὑπόκειται εἰς τούς διέποντας τήν ζωήν τοῦ συλλόγου κανόνας αὐτοπροαιρέτως καί ὄχι διότι εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεωμένον πρός τοῦτο.


Κατά τούς τελευταίους αἰῶνας παρετηρήθη μία τάσις διαχωρισμοῦ τῶν λειτουργιῶν Κράτους καί Ἐκκλησίας. Ὑπό τήν στέγην τῆς προστασίας τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία ἀνεγνωρίσθη ὡς προστατευτέον ἀνθρώπινον δικαίωμα, ἐκαλύφθη τόσον τό δικαίωμα τοῦ μή ἀποκαλύπτειν τήν θρησκείαν ἑκάστου, ὅσον καί τό δικαίωμα τοῦ θρησκεύειν δι᾿  ἕκαστον κατά τό δοκοῦν, ἐφ᾿ ὅσον τηροῦνται οἱ ἐλάχιστοι ἀπαραίτητοι  νόμοι τοῦ Κράτους, ὅσον καί τό αὐτονόητον δικαίωμα τοῦ διοικεῖσθαι διά τάς θρησκευτικάς ὁμάδας (Ἐκκλησίας, θρησκείας, κλπ.) κατά τρόπον ὁριζόμενον ὑπ᾿ αὐτῶν τῶν ἰδίων. Οἱ ἐπιτρεπτοί νομοθετικοί περιορισμοί περιωρίσθησαν εἰς τούς ἀπολύτως ἀναγκαίους ἐν δημοκρατικῇ κοινωνίᾳ διά τήν προστασίαν τῆς δημοσίας τάξεως καί τῆς εἰρήνης τῶν πολιτῶν.

Ἐν ὄψει τῆς σημερινῆς ἀντιλήψεως περί τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας πολλαί τῶν προτέρων ἀπόψεων περί τῆς σχέσεως Ἱερῶν Κανόνων καί Νόμων εἶναι ἐσφαλμέναι. Σήμερον, κατά τήν, δύναταί τις εἰπεῖν, ἐπικρατοῦσαν ἀπόλυτον θεωρίαν τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας,  δέν εἶναι δυνατόν νά ὑποχρεωθῇ τις ἀπό τόν νόμον νά ἐφαρμόσῃ θρησκειογενές δίκαιον ἐν τῷ συνόλῳ του. Δέν εἶναι δηλαδή δυνατόν νά ὑποχρεωθῇ  διά τοῦ νόμου νά τηρήσῃ τούς κανόνας θρησκείας τινός διά μόνον τόν λόγον ὅτι ἀνήκει εἰς τήν ἐν λόγῳ θρησκείαν. Ἐν τούτοις, ἔχουν θεσπισθῆ διά διεθνῶν κυρίως συμβάσεων, κεκυρωμένων διά νόμων, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν καταργηθῆ, ὡρισμέναι ὑποχρεώσεις σχετιζόμεναι πρός τήν θρησκείαν ἑκάστου, ὡς ἡ κρίσις ὡρισμένων διαφορῶν ὑπό θρησκευτικῶν καί ὄχι πολιτειακῶν δικαστηρίων. Κατά πόσον αὐτό συμβιβάζεται μέ τήν σύγχρονον ἀντίληψιν περί τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας εἶναι θέμα τό ὁποῖον ἀναμένει τήν λύσιν του. Ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἡμεῖς ἀντιλαμβανόμεθα ὡς ὀρθοτέραν λύσιν εἶναι ἡ παροχή ὑπό τοῦ νομοθέτου τῆς δυνατότητος (καί ὄχι τῆς ὑποχρεώσεως) εἰς τούς πιστούς ὡρισμένου θρησκεύματος ὅπως προσφεύγουν, ὅταν προτιμοῦν τοῦτο, εἰς τά θρησκευτικά δικαστήρια τῆς θρησκείας των, ἀντί τῶν κρατικῶν. Οὕτω διαφυλάσσεται καί ἡ θρησκευτική ἐλευθερία καί ἡ ἐφαρμογή τῶν ἐκ τοῦ παρελθόντος ἐρχομένων ρυθμίσεων.

Ὁ ἑκάστοτε νομοθέτης δύναται βεβαίως νά ἐπιλέξῃ συγκεκριμένας διατάξεις τοῦ θρησκειογενοῦς δικαίου καί νά καταστήσῃ αὐτάς νομικάς, ὅπως π.χ. τήν ἀργίαν τῆς Κυριακῆς ἤ τοῦ Σαββάτου ἤ τῆς Παρασκευῆς.  Ἀλλά  δέν ἔχει τήν ἐξουσίαν νά ἀπαγορεύσῃ εἴς τινα νά ἐφαρμόσῃ τούς κανόνας θρησκείας τινός εἰς τήν προσωπικήν του ζωήν καί εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας του, ἀρκεῖ νά μή τίθεται διά τῆς ἐν λόγῳ ἐφαρμογῆς εἰς κίνδυνον ἡ δημοσία τάξις καί ἡ εἰρήνη τῶν πολιτῶν. Ἑπομένως, ἡ εἰς τό ἄρθρον 3 τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος διάταξις «τηροῦσα-ἡ Ἐκκλησία- ᾿ἀπαρασαλεύτως τούς Ἱερούς Κανόνας» πρέπει νά κατανοηθῇ ὡς λέγουσα «ἔχουσα τό δικαίωμα νά τηρῇ ἀπαρασαλεύτως τούς Ἱερούς Κανόνας». Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὁ νομοθέτης δεσμεύεται ὑπό τοῦ Συντάγματος νά μή ὑποχρεώσῃ διά νόμου τήν Ἐκκλησίαν νά παραβῇ τούς Ἱερούς αὐτῆς Κανόνας δογματικούς ἤ διοικητικούς. Ἀσφαλῶς δέ εἶναι ἐκτός τῆς λογικῆς τοῦ Συντάγματος, ὅπως εἶναι καί ἐκτός τῆς λογικῆς τῶν συγχρόνων δυτικῶν πολιτισμῶν καί ἰδίᾳ τῶν ἑρμηνευτῶν τῶν περί θρησκευτικῆς ἐλευθερίας διατάξεων, νά ἐπιβάλῃ τοῦτο εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί τούς πιστούς της τήν τήρησιν τῶν Ἱερῶν Κανόνων ὡς μέρους τῆς κρατικῆς νομοθεσίας. Ἀλλ᾿ ἐμμέσως ὁ συνταγματικός νομοθέτης δεσμεύει τόν κοινόν νομοθέτην νά μή θεσμοθετήσῃ διά νόμου διατάξεις ὑποχρεούσας τήν Ἐκκλησίαν νά ἐνεργήσῃ κατά τρόπον διαφορετικόν ἀπό ἐκεῖνον τόν ὁποῖον ὁρίζουν οἱ Ἱεροί Κανόνες.
Κατοχυρώνεται, λοιπόν, ἡ ἐλευθερία τῆς Ἐκκλησίας νά ἐφαρμόζῃ τούς Ἱερούς αὐτῆς Κανόνας καί ἀπαγορεύεται εἰς τόν κοινόν νομοθέτην νά τήν ὑποχρεώσῃ νά τούς παραβῇ.

Ἑπομένως, κατόπιν τῶν νεωτέρων ἀντιλήψεων περί τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, ὡς ἀνθρωπίνου δικαιώματος ἀναγνωριζομένου ὄχι μόνον εἰς τά ἄτομα, ἀλλά καί εἰς τάς Ἐκκλησίας αὐτῶν, ὁ νομοθέτης δέν δύναται πλέον νά ὁρίζῃ αὐτός τόν τρόπον διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι τόν τρόπον ἐκλογῆς καί τά προσόντα τῶν διοικητικῶν της ὀργάνων εἰς ἐπίπεδον Ἀρχιερέων, ἤ Ἱερέων καί Ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλίων, ἤ Μητροπόλεων ἤ Πατριαρχῶν. Ὁ νομοθέτης δύναται μόνον νά θέτῃ γενικούς κανόνας, ἰσχύοντας δι᾿ ὅλας τάς θρησκείας καί θρησκευτικάς ὀργανώσεις, διά τῶν ὁποίων νά ὁρίζωνται αἱ θεμελιώδεις προϋποθέσεις ἀναγνωρίσεως τῶν ὀργάνων αὐτῶν ὑπό τῆς Πολιτείας καί τά ὅρια τῶν θρησκευτικῶν δραστηριοτήτων αὐτῶν, ὡς ταῦτα θά ἦσαν ἀνεκτά ἐν δημοκρατικῇ κοινωνίᾳ δυτικοῦ πολιτισμοῦ.

Ἐν ὄψει τούτων, ὁ καταλληλότερος τρόπος τυχόν προληπτικοῦ ἐλέγχου τῶν ὁρίων αὐτῶν ὑπό τῆς Πολιτείας εἶναι ἡ ὑποβολή τῶν καταστατικῶν διατάξεων τῶν Ἐκκλησιῶν καί τῶν λοιπῶν θρησκευτικῶν ὀργανώσεων, ὡς αὗται θά ἔχουν διατυπωθῆ ὑπ᾿ αὐτῶν τῶν ἰδίων, εἰς ἔλεγχον ὑπό μιᾶς τῶν ἐν τῷ Κράτει λειτουργιῶν ἤ ἐξουσιῶν. Ἐπί παραδείγματι, ἡ  νομοθετική ἐξουσία δύναται νά ἐλέγχῃ τήν νομιμότητα τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῶν Ἐκκλησιῶν, ὡς ὁρίζει τό Ἑλληνικόν Σύνταγμα εἰς τό ἄρθρον 72 παράγραφος 1 αὐτοῦ, καταλλήλως κατανοούμενον ὑπό τά σύγχρονα ἑρμηνευτικά δεδομένα. Ἡ δικαστική ἐξουσία δύναται νά ἐλέγχῃ τήν νομιμότητα τῶν καταστατικῶν τῶν ὑποδεεστέρων θρησκευτικῶν ὀργανώσεων, ὡς ἐλέγχει τήν νομιμότητα τῶν ἑνώσεων προσώπων, τῶν ἐχουσῶν νομικήν προσωπικότητα, καί ἡ διοικητική ἐξουσία δύναται νά ἐλέγχῃ τήν νομιμότητα τῶν ἐκτελεστῶν διοικητικῶν πράξεων τῶν ἀνωτ´έρων ἤ ἀνωτάτων ἐκκλησιαστικῶν ὀργάνων, ὡς ἡ ἐκλογή Ἐπισκόπων, ἐκδίδουσα σχετικόν ἀναγνωριστικόν τῆς νομίμου ἰδιότητος αὐτῶν Διάταγμα.


Ἐν συμπεράσματι ἡμεῖς δεχόμεθα ὅτι:

1.- Οἱ Ἱεροί Κανόνες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔχουν ἀπόλυτον κῦρος ἐντός αὐτῆς. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει τό συνταγματικῶς κατωχυρωμένον δικαίωμα νά ἐφαρμόζῃ αὐτούς «ἀπαρασαλεύτως». Δέν ἐπιτρέπεται εἰς τόν νομοθέτην νά ὑποχρεώσῃ τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν νά ἐφαρμόζῃ νομικάς διατάξεις ἀντιθέτους πρός τούς Ἱερούς Κανόνας.

2.- Οἱ Ἱεροί Κανόνες ἀντλοῦν τό κῦρος αὐτῶν ἐκ τῆς πίστεως τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν περί τῆς κατ᾿ ἐπίνευσιν Θεοῦ θεσπίσεώς των ὑπό τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας,  καί τῆς ἐν γένει ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Δέν ἔχουν ἀνάγκην περιβολῆς διά νομικῆς ἰσχύος. Ἡ μεταβολή αὐτῶν εἰς κανόνας τοῦ κοσμικοῦ δικαίου ἐνέχει τόν κίνδυνον τῆς παρεισαγωγῆς εἰς αὐτούς τῆς ρευστότητος τῶν δικαιϊκῶν διατάξεων.

3.- Ὅλαι αἱ τεθεσπισμέναι κρατικαί ἐπεμβάσεις εἰς τήν διοίκησιν καί ὀργάνωσιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρέπει σταδιακῶς νά ἐπανεξετασθοῦν ἐπί τῷ σκοπῷ ὅπως ἀναγνωρισθῇ εἰς τήν Ἐκκλησίαν τό δικαίωμα τῆς αὐτοδιοικήσεως αὐτῆς.

4.- Αἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι πρέπει νά ἀντιληφθοῦν τήν ἐπελθοῦσαν μεταβολήν εἰς τήν περί τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ἀντίληψιν καί νά προετοιμάζωνται συντόνως διά τήν σχετικήν ὡρίμανσιν καί τήν ὁμαλήν μετάβασιν εἰς τήν νέαν νομοθετικήν κατάστασιν περί αὐτῶν, ἡ ὁποία προσαπαιτεῖ μεγαλυτέραν ὑπευθυνότητα εἰς ὅλα τά πεδία τῶν ἐκκλησιαστικῶν δραστηριοτήτων.

5.- Οἱ ἔγκριτοι νομικοί καί ἰδίᾳ οἱ μελετῶντες τό ἐκκλησιαστικόν κοσμικόν δίκαιον καί τούς Ἱερούς Κανόνας πρέπει νά ἀπεμπλακοῦν ὡρισμένων ἀντιλήψεων, ἰσχυουσῶν εἰς παλαιοτέρας ἐποχάς, κατά τάς ὁποίας ἄλλαι ἦσαν αἱ σχέσεις κρατικῆς νομοθεσίας καί Ἱερῶν Κανόνων, καί νά προετοιμάσουν τό ἔδαφος διά τήν ἀπρόσκοπτον μετάβασιν εἰς τήν ἤδη θεωρητικῶς ἰσχύουσαν μείζονα θρησκευτικήν ἐλευθερίαν, ἡ ὁποία ὅμως πρακτικῶς δέν ἔχει ἀποδεσμευθῆ ἀπό περιοριζούσας τήν ἐλευθερίαν ταύτην παρῳχημένας ἀντιλήψεις.

6.- Τά λαμβανόμενα ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέτρα κατά τῶν μελῶν των, τά ὁποῖα παραβαίνουν τούς Ἱερούς Κανόνας, ἔχουν χαρακτῆρα παιδαγωγικόν καί θεραπευτικόν καί ὄχι τιμωρητικόν. Κατά βάθος εἶναι εὐμενῆ διά τούς παραβάτας, ὁσονδήποτε βαρέα καί ἄν φαίνωνται, ὅπως ἀκριβῶς αἱ βαρεῖαι ἰατρικαί ἐπεμβάσεις ἀναλαμβάνονται ὑπέρ τῶν πασχόντων.

Διά τούτων τῶν ἐπιγραμματικῶν συμπερασματικῶν προτάσεων κατακλείομεν τόν λόγον, ἐκφράζοντες ἅμα καί πάλιν τάς θερμάς εὐχαριστίας μας διά τήν τιμητικήν πρόσκλησιν τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων τῆς Ἑλλάδος καί διά τήν μεθ᾿ ὑπομονῆς ἀκρόασίν σας, ἡ ὁποία ἔχει μεγαλυτέραν ἀξίαν διά τόν λόγον ὅτι ἠνέχθητε τόν μή εἰδικόν ἀναπτύσσοντα θέμα, ἡ ἐπί τοῦ ὁποίου γνῶσις σας ὑπερτερεῖ τῆς ἰδικῆς του.

Ἐπί δέ τούτοις, ἐπικαλούμεθα ἐφ᾿ ὑμᾶς τήν Χάριν καί τήν Ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ὁποίου τά πλούσια δωρήματα εἴθε νά καταπλουτίζουν τήν ζωήν σας. Ἀμήν.