[English] Printer-friendly version
The Ecumenical Patriarch
The Ecumenical Patriarchate
Bishops of the Throne
List of Patriarchs
Other Orhodox Churches
Theological and various articles
Ecological activities
Youth ministry
Interchristian relations
Conferences
Photo gallery
Holy Monasteries and Churches
Creed
Church calendar
Icons
Byzantine music
Contact details

Ἀρχική σελίς
Ἀρχική σελίς

Ὁμιλία τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου κατά τήν Ἡμερίδα «Ἡ Θάλασσα πού μᾶς ἑνώνει» (10 Μαρτίου 2018)

Ἐπιστροφή
Ἐπιστροφή

* * *

Τιμιώτατοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Ἐξοχώτατε κύριε Γενικέ Πρόξενε τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Πόλει,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες,
Ἐλλογιμώτατοι κύριοι Διευθυνταί καί Καθηγηταί,
Ἀγαπητά τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Σᾶς καλωσορίζομεν ἐγκαρδίως εἰς τήν Πόλιν τῶν Πόλεων, εἰς τό σεπτόν Κέντρον τῆς οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας. Σᾶς ὑποδεχόμεθα μέ χαράν εἰς τούς φιλοξένους χώρους τοῦ Ζωγραφείου Λυκείου, διά νά συμπνευματισθῶμεν καί νά συζητήσωμεν, κατά τήν ἐπιμορφωτικήν ἐπιστημονικήν ἡμερίδα μέ θέμα «Ἡ θάλασσα πού μᾶς ἑνώνει», ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ «Τετραημέρου Περιβαλλοντικῶν Δράσεων» (8-11 Μαρτίου 2018).

Συγχαίρομεν τούς ἐμπνευστάς τῆς πρωτοβουλίας, τά μέλη τῆς Ὀργανωτικῆς, τῆς Συντονιστικῆς καί τῆς Τιμητικῆς Συμβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τούς πολλούς ἀξιολόγους συνεργαζομένους φορεῖς καί τούς ἐλλογίμους ὁμιλητάς. Συγχαρητήρια ἐκφράζομεν πρός τούς καταρτίσαν-τας τό πρόγραμμα τοῦ Τετραημέρου σας ἐνταῦθα. Ἐπισκέπτεσθε τούς ναούς μας, τά μνημεῖα καί τά προσκυνήματά μας, τήν Ἁγίαν Σοφίαν καί τήν Μονήν τῆς Χώρας, τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον καί τήν Ἱεράν Θεολογικήν Σχολήν τῆς Χάλκης, τήν Χαλκηδόνα, τό Πέρα, τόν Βόσπορον καί διάφορα τουριστικά ἀξιοθέατα. Σᾶς ἐπαινοῦμεν καί σᾶς εὐλογοῦμεν!

Ὁ τίτλος τῆς ἡμερίδος «Ἡ θάλασσα πού μᾶς ἑνώνει» εἶναι ἰδιαιτέρως ἐκφραστικός καί συγκινητικός. Ἡ θάλασσα ὄντως ἑνώνει καί ὀφείλει νά ἑνώνῃ! Οἱ λαοί περί τήν θάλασσαν τοῦ Αἰγαίου ὀφείλομεν νά τήν βλέπωμεν ὡς ἑνωτικήν δύναμιν καί νά τήν προστατεύωμεν ἀπό τήν ἀνθρωπογενῆ μόλυνσιν, νά διασώσωμεν τόν θαλάσσιον πλοῦτον καί τήν ἀπαράμιλλον αἰγαιοπελαγιτικήν ὡραιότητα. Εἰς τό Αἰγαῖον Πέλαγος τῶν μεταναστῶν καί τῶν προσφύγων δοκιμάζονται ὅμως σήμερον αἱ ἀνθρωπιστικαί ἀρχαί τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, τά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί ἡ χριστιανική ἀγάπη πρός τόν πάσχοντα συνάν-θρωπον. Ἡ λύσις εἶναι ἀδύνατον νά δοθῇ ἐπί τῇ βάσει πολιτικῶν ὑπολογισμῶν, βίας ἤ γραφειοκρατίας. Ἰδιαίτερον ρόλον καλοῦνται καί δύνανται νά διαδραματίσουν αἱ θρησκεῖαι, καλλιεργοῦσαι καί ἐφαρμό-ζουσαι πνεῦμα εἰρήνης καί ἀλληλεγγύης, καί ἀσκοῦσαι ἔμπρακτον βοήθειαν πρός ἀνακούφισιν τῶν ἐνδεῶν. Δι᾿ ἡμᾶς, ἡ ἀδιαφορία διά τόν πάσχοντα συνάνθρωπον εἶναι ἀδιαφορία διά τόν Θεόν καί τάς ἐντολάς Του. Ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη καί ἀλληλεγγύη, δοξάζεται τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ.

Γνωρίζετε, προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ, ὅτι ἡ προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, ἡ δημιουργία περιβαλλοντικῆς εὐαισθησίας, ἡ κινητοποίησις τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν, τῶν κοινωνικῶν φορέων καί κινημάτων καί ἡ πρόσκλησις τῶν θρησκειῶν νά ἀνακαλύψουν καί νά ἀναπτύξουν τό οἰκολογικόν δυναμικόν αὐτῶν, εὑρίσκεται εἰς τό κέντρον τῆς Πατριαρχικῆς ἡμῶν διακονίας, ὁμοῦ μετά τῆς προωθήσεως τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἀλληλεγγύης καί τοῦ διαλόγου.

Ὁ εἰκοστός αἰών ὑπῆρξεν ὁ πλέον βίαιος αἰών τῆς ἱστορίας, ὄχι μόνον ἀναφορικῶς πρός τήν βίαν τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν ἄνθρωπον, ἀλλά καί ἐν σχέσει πρός τάς ὠμότητας τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι εἰς τήν φύσιν, τήν πανίδα καί τήν χλωρίδα, τήν ἀτμόσφαιραν, τόν ὑδροφόρον ὁρίζοντα, τούς ποταμούς, τάς λίμνας καί τάς θαλάσσας. Δυσκόλως δύναται νά ἀμφισβητηθῇ ὅτι αὐτή ἡ καταστροφή τοῦ φυσικοῦ περιβάλ-λοντος συνδέεται μέ τήν ἐξουσιαστικήν σχέσιν τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν φύσιν, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη κατά τούς τρεῖς τελευταίους αἰῶνας. Ὁ νεωτερικός ἄνθρωπος αὐτοανεκηρύχθη δημιουργός τῆς ἱστορίας, κυρί-αρχος τῆς μοίρας του καί διαμορφωτής τῶν ἀξιῶν, μετέτρεψε δέ καί τήν φύσιν εἰς ἀντικείμενον, τό ὁποῖον ἐχειραγώγησεν καί ἐξεμεταλλεύθη κατά βούλησιν. Ἀναμφισβητήτως, αἱ μεγάλαι δυνάμεις τῆς ἐποχῆς, ἡ ἐπιστήμη καί ἡ τεχνολογία, παρέσχον πλεῖστα ὅσα εὐεργετήματα εἰς τήν ἀνθρωπότητα. Οὐδείς νουνεχής δύναται νά ἀμφισβητήσῃ τήν πρόοδον ἡ ὁποία συνετελέσθη καί τήν ἄνοδον τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου εἰς πολλάς περιοχάς τοῦ πλανήτου. Ἡ πρόοδος αὐτή δέν ἐπικαλύπτει ὅμως τό βαρύ τίμημα, τό ὁποῖον κατέβαλον ἡ ἀνθρωπότης καί τό φυσικόν περιβάλλον. Ἰδιαιτέρως προκλητικόν παραμένει τό γεγονός ὅτι μέγα τμῆμα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ζῇ καί σήμερον ἐν ἐνδείᾳ. Φαίνεται ὅτι ἡ γνῶσις, ἡ ὁποία παρήγαγε θαυμαστά ἀποτελέσματα, καί ἡ πρωτόγνωρος εὐημερία δέν ἐθεράπευσαν τήν καρδίαν καί τόν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά, μᾶλλον, ἐτροφοδότησαν τόν κυνισμόν του.
Συνδεδεμένον μέ τάς τεχνικοεπιστημονικάς ἐξελίξεις εἶναι καί τό πρότυπον οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, τό ὁποῖον κυριαρχεῖ σήμερα. Ἡ σύγχρονος παγκοσμιοποίησις ὤξυνε τά οἰκολογικά προβλήματα καί προοιωνίζεται, μέ τήν φετιχοποίησιν τῆς οἰκονομικῆς προόδου καί τήν ὑποταγήν τῆς οἰκολογίας εἰς τήν οἰκονομίαν, νέα ἀδιέξοδα. Ὁ πυρήν τοῦ συγχρόνου οἰκονομοκεντρικοῦ, τεχνοκρατικοῦ καί εὐδαιμονιστικοῦ πολιτισμοῦ εἶναι τό «Ἔχειν», τό ὁποῖον καθίσταται, ραγδαίως, ὁ «λόγος» καί τό νόημα τῆς ζωῆς εἰς παγκόσμιον κλίμακα.

Εἶναι προφανές ὅτι ἡ ἀντιμετώπισις τῆς οἰκολογικῆς καί τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως δέν ἀποτελεῖ ὑπόθεσιν ἀποκλειστικῶς τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας, οὔτε ἐξαρτάται μόνον ἀπό πολιτικάς ἐπιλογάς. Εἶναι ἀναγκαία μία κοπερνίκεια στροφή εἰς τήν ἀξιολογίαν μας, μία ριζική ἀλλαγή νοοτροπίας, μετά-νοια, πολυδιάστατος εὐαισθητοποίησις καί εὐρυτέρα κινητοποίησις. Καθώς θεωρεῖται βέβαιον ὅτι αἱ ρίζαι τῆς οἰκολογικῆς καί τῆς κοινωνικοοικονομικῆς κρίσεως εἶναι πνευματικαί, αἱ θρησκεῖαι, αἱ μεγάλαι ἱστορικαί δυνάμεις τοῦ πνεύματος, καλοῦνται νά διαδραματίσουν πρωτεύοντα ρόλον εἰς τήν ἀντιμετώπισιν αὐτῶν τῶν προκλήσεων, νά συμβάλουν εἰς τήν ὑπέρβασιν τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ καί τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μετατρέψει τήν φύσιν εἰς ἀντικεί-μενον καί μέσον ἱκανοποιήσεως ἀναγκῶν καί δημιουργίας νέων ἀναγκῶν καί νέων ἱκανοποιήσεων.

Ἡ πίστις εἰς τόν Θεόν ἀντιστέκεται εἰς τόν τιτανισμόν τοῦ ἀνθρώπου, εἰς τόν προμηθεϊσμόν τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας, ἀλλά καί εἰς τήν ἀλαζονείαν τῆς ἐπιδεικτικῆς καταναλώσεως καί σπατάλης.

Πεποίθησίς μας εἶναι ὅτι ἡ πνευματική παράδοσις τῆς Ὀρθοδοξίας δύναται νά συμβάλῃ καθοριστικῶς εἰς τήν ἀντιμετώπισιν αὐτῶν τῶν προβλημάτων. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ οἰκολογική καί κοινοτική μορφή τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἡ πίστις καί ἡ θεία λατρεία, τό ἀσκητικόν ἦθος καί ἡ εὐχαριστιακή ταυτότης τῆς Ὀρθοδοξίας ὁδηγοῦν εἰς σεβασμόν τῆς δημιουργίας, εἰς ἁπλότητα βιοτῆς καί εἰς φιλάνθρωπον διακονίαν τοῦ πλησίον.

Ἡ Ὀρθόδοξος Θεολογία ἀνέδειξεν εἰς τήν ἐποχήν μας τάς κοσμολο-γικάς διαστάσεις τῆς ἁμαρτίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμέναι μέ τάς κοινωνικάς ἐπιπτώσεις της. Ἡ καταστροφή τοῦ φυσικοῦ περιβάλλον-τος ἀπειλεῖ σύμπασαν τήν ἀνθρωπότητα καί ἀμεσώτερα ἐγγίζει τούς πτωχούς τῆς γῆς. Τήν στενήν σχέσιν μεταξύ κοινωνικῶν καί οἰκολογικῶν προβλημάτων ἀνεδείξαμεν εἰς τό Κοινόν Μήνυμα διά τήν Παγκόσμιον Ἡμέραν Προσευχῶν διά τήν προστασίαν τῆς Δημιουργίας μετά τοῦ Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου. (1-9-2017). Εἰς τό Μήνυμα αὐτό σημειώνονται τά ἑξῆς:

«Τό ἀνθρώπινον καί τό φυσικόν περιβάλλον ὑποβαθμίζονται ἐκ παραλλήλου. Ἐν τῇ πράξει, ἡ ἐπιδείνωσις τῆς καταστάσεως τοῦ πλανήτου ἐπηρεάζει τούς πλέον εὐαλώτους κατοίκους αὐτοῦ. Τά ἀποτελέσματα τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς ἐγγίζουν πρῶτον καί πρωτίστως αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ζοῦν ἐν πτωχείᾳ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς. Ἡ ὑποχρέωσίς μας νά χρηριμοποιῶμεν τά ἀγαθά τῆς γῆς ὑπευθύνως ἐμπερικλείει τήν ἀναγνώρισιν καί τόν σεβασμόν τῶν ἀνθρώπων καί ὅλων τῶν ἐμβίων ὄντων. Ἡ ἐπείγουσα ἔκκλησις καί πρόκλησις νά μεριμνῶμεν διά τήν κτίσιν, ἀποτελεῖ πρόσκλησιν πρός ὁλόκληρον τήν ἀνθρωπότητα νά ἐργάζεται πρός τήν κατεύθυνσιν μιᾶς βιωσίμου καί ὁλικῆς ἀναπτύξεως. ...
Εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά ὑπάρξῃ εἰλικρινής καί μόνιμος λύσις εἰς τήν πρόκλησιν τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως καί τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς, ἐάν ἡ ἀπάντησις δέν εἶναι συντονισμένη καί συλλογική, ἐάν ἡ εὐθύνη δέν εἶναι κοινή καί ἀξιόπιστος, ἐάν δέν δώσωμεν προτεραιότητα εἰς τήν ἀλληλεγγύην καί τήν διακονίαν».

Ἡ πορεία πρός τό οἰκολογικόν καί κοινωνικόν μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος, μόνον κοινωνική καί οἰκολογική δύναται νά εἶναι. Κάθε ἐπιλογή εἰς τόν χῶρον τῆς οἰκονομίας, κάθε πρόοδος τῆς ἐπιστήμης, κάθε πολιτικόν καί κοινωνικόν κίνημα, κρίνεται μέ βάσιν τήν συμβολήν του εἰς τήν προστασίαν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου του καί τοῦ «οἴκου» του, τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος.

Αὐτή ἦτο καί ἡ ἀπόφανσις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία συνῆλθε τόν Ἰούνιον τοῦ 2016 ἐν Κρήτῃ. Εἰς τό Μήνυμα τῆς Συνόδου «πρός τόν Ὀρθόδοξον λαό καί κάθε ἄνθρωπο καλῆς θελήσεως», ἀναφέρονται τά ἑξῆς: «Ἡ σημερινή οἰκολογική κρίση εἶναι προφανές ὅτι ὀφείλεται σέ πνευματικά καί ἠθικά αἴτια. Οἱ ρίζες της συνδέονται μέ τήν πλεονεξία, τήν ἀπληστία καί τόν ἐγωισμό, πού ὁδηγοῦν στήν ἀλόγιστη χρήση τῶν φυσικῶν πόρων, τήν ἐπιβάρυνση τῆς ἀτμόσφαιρας μέ ζημιογόνους ρύπους καί τήν κλιματική ἀλλαγή. Ἡ χριστιανική ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος ἀπαιτεῖ μετάνοια γιά τίς καταχρήσεις, ἐγκράτεια καί ἀσκητικό ἦθος, πού ἀποτελοῦν ἀντίδοτο στήν ὑπερκατανάλωση, συγχρόνως δέ, καλλιέργεια στόν ἄνθρωπο τῆς συνειδήσεως ὅτι εἶναι "οἰκονόμος", καί ὄχι κάτοχος τῆς δημιουργίας. Δέν παύει νά τονίζει ὅτι καί οἱ μελλοντικές γενεές ἔχουν δικαίωμα πάνω στά φυσικά ἀγαθά, πού μᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Δημιουργός. Γιά αὐτό τό λόγο καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία συμμετέχει ἐνεργῶς στίς διάφορες διεθνεῖς οἰκολογικές προσπάθειες. Ὅρισε δέ τήν 1η Σεπτεμβρίου ὡς ἡμέρα προσευχῆς γιά τήν προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος» (§ 8).

Εἰς δέ τήν Ἐγκύκλιον τῆς Συνόδου, τονίζεται ἰδιαιτέρως ὅτι εἰς τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας «καταφάσκεται ἡ δημιουργία καί ὁ ἄνθρωπος ἐνδυναμώνεται διά νά λειτουργῇ ὡς οἰκονόμος, φύλαξ καί "ἱερεύς" αὐτῆς, προσάγων ταύτην δοξολογικῶς τῷ Δημιουργῷ – "Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν, Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα" – καί καλλιεργῶν εὐχαριστιακήν σχέσιν μέ τήν κτίσιν» (§ 14). Ὑπογραμμίζεται ἐπίσης ὅτι ἡ ὀρθόδοξος αὐτή προσέγγισις «στρέφει τήν προσοχήν μας εἰς τάς κοινωνικάς διαστάσεις καί τάς τραγικάς ἐπιπτώσεις τῆς καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος» (ὁ. π.).

Εἶναι προφανές ὅτι ὅσοι κατηγοροῦν τήν Ὀρθοδοξίαν, ὅτι ἐν ὀνόματι τῆς λειτουργικῆς καί λατρευτικῆς ζωῆς καί λόγῳ τοῦ ἰσχυροῦ ἐσχατολογικοῦ της προσανατολισμοῦ παραμελεῖ τόν κόσμον καί ἀδιαφορεῖ διά τήν ἱστορίαν, σφάλλουν. Ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι ἔμπνευσις καί ὤθησις διά τήν «λειτουργίαν, μετά τήν Λειτουργίαν», διά «λειτουγικήν διακονίαν» ἐν τῷ κόσμῳ. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ποτέ δέν συνεβιβάσθη μέ τήν ἀδικίαν, μέ ὅλας ἐκείνας τάς ἀντιπερσοναλιστικάς δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ὑποσκάπτουν τήν κοινωνικήν συνοχήν καί τήν κοινωνικήν δικαιοσύνην. Ὁ βιωμένος κοινοτισμός ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ ἁπτήν πρόκλησιν διά τόν σύγχρονον ἀτομοκεν-τρισμόν καί τήν κοινωνικήν ἀναλγησίαν.

Ἡ Ὀρθοδοξία καλεῖται σήμερον νά λειτουργήσῃ ἡ ἰδία, εὐρύτερον, ὡς θετική πρόκλησις καί ἐναλλακτική πρότασις ἐλευθερίας διά τόν ἄνθρωπον, εἰς ὅλας τάς διαστάσεις τῆς ζωῆς. Ἀπευθυνόμενοι εἰς μέλη τῆς ἐκπαιδευτικῆς κοινότητος, ἐπιθυμοῦμεν νά ὑπενθυμίσωμεν ὅτι ἡ ὀρθόδοξος παιδεία τοῦ προσώπου ἐνσταλάσσει εἰς τάς ψυχάς τῶν παίδων καί τῶν νέων οἰκολογικήν καί κοινωνικήν εὐαισθησίαν, εὐθύνην, μέριμναν καί στοργήν διά τόν συνάνθρωπον καί διά τό φυσικόν περιβάλλον. Ἡ καταστροφή τῆς φύσεως καί ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ πλησίον ἀρχίζουν μέσα εἰς τόν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου καί ἀπό ἐκεῖ ὀφείλει νά ξεκινᾷ καί ἡ θεραπεία. Σχετικαί ἔρευναι ἔχουν καταδείξει ὅτι ἡ παιδική ἡλικία εἶναι ἡ φάσις τῆς ζωῆς μας, κατά τήν ὁποίαν διαμορφώνεται καί ἡ στάσις μας ἀπέναντι εἰς τήν φύσιν. Καί ἐδῶ ἰσχύει τό τοῦ ποιητοῦ: «Ἀπό παιδιά καί μόνον φτιάχνεις Ἱεροσόλυμα» (Ὀ. Ἐλύτης, Ἐκ τοῦ πλησίον, σ. 13).

Ἀκριβῶς, ὡς θεολογικόν μάθημα, τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν εἶναι κατ᾿ ἐξοχήν μάθημα οἰκολογικῆς καί κοινωνικῆς εὐαισθητοποιή-σεως, διδασκαλία τοῦ προσωποκεντρικοῦ, τοῦ κοινοτικοῦ καί οἰκοφιλικοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας. Σᾶς καλοῦμε νά στηρίζετε τήν διαρκῶς μεταρρυθμιζομένην σχολικήν θρησκευτικήν ἀγωγήν καί νά ἀναδεικνύ-ετε τάς σημαντικωτάτας παιδευτικάς λειτουργίας της.

Ὡς ἐλέχθη εὐστόχως πρό ὀλίγου, ἡ Παιδεία εἶναι «ἡ θάλασσα τοῦ πνεύματος, πού μᾶς ἑνώνει». Μᾶς ἑνώνει ὡς παιδεία ἐν Χριστῷ καί κατά Χριστόν, ὡς παιδεία ἐλευθερίας, ὡς παιδεία εἰρήνης καί ἀλληλεγγύης, ὡς παιδεία κοινωνικῆς καί οἰκολογικῆς συνευθύνης.

Ἱερώτατοι ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ἡ ἰσχύς μας εἶναι πνευματική, εἶναι ἡ δύναμις τῆς πανιέρου ὀρθοδόξου Παραδόσεως, τῆς ἀνεξαντλήτου πηγῆς ζωτικῶν ἀληθειῶν διά τόν ἄνθρωπον καί τόν ἐν τῷ κόσμῳ καί τόν αἰώνιον προορισμόν του, διά τήν κοινωνίαν καί τήν κτίσιν. Ὅπως γράφει, προσφυέστατα, σύγχρονος ἡμέτερος θεολόγος, ἡ ὀρθόδοξος πίστις μας «μᾶς ὑπενθυμίζει τόν εὐλογημένον "τρόπον τοῦ βίου" τῶν ἁπλῶν χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπί αἰῶνες ἔφερναν στήν Ἐκκλησία "τόν σῖτον, τόν οἶνον καί τό ἔλαιον" γιά νά τά ἁγιάσει ὁ ἱερέας καί νά ἁγιασθεῖ ἡ ζωή καί ὁ μόχθος τους. Μᾶς θυμίζει τή χαρμολύπη, ἐκείνων πού γνώριζαν πῶς βγαίνει τό ψωμί, τό λάδι καί τό κρασί, τόν ἀγῶνα πού κρύβεται σέ κάθε κόκκο καί κάθε σταγόνα. Ἀναφέρεται στό θυσιαστικό φρόνημα αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι δέν εἶχαν ἀκούσει γιά "δικαιώματα" τοῦ ἀτόμου, ἤξεραν ὅμως τά "δικαιώματα", δηλαδή τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, καί "ἐφύλατταν τόν τόπον" τους. Μᾶς μεταφέρει τό δοξολογικό ἦθος ἐκείνων πού δέν θεωροῦσαν τίποτε δικό τους κατόρθωμα, τίποτε αὐτονόητο, οὔτε τήν ὑγιεία, οὔτε τό ψωμί, οὔτε τό νερό, καί δοξολογοῦσαν τόν Θεό γιά τό δῶρον τῆς ζωῆς, τῶν ἁπλῶν πιστῶν πού βίωναν τήν ἱερότητα τῆς κτίσης καί ἐφάρμοζαν καθημερινά τό λόγιον τοῦ Χριστοῦ "Σχίσατε ξύλον, ἐκεῖ εἰμι. Ἐγείρατε τόν λίθον κακεῖ εὑρήσετέ με". Τό ἐπιχείρημα ὅτι ἕνα τέτοιο ἦθος δοξολογικῆς, εὐχαριστιακῆς καί ἀσκητικῆς ἐλευθερίας δέν εἶναι δυνατόν νά βιωθεῖ κάτω ἀπό τίς σύγχρονες κοινωνικές, οἰκονομικές καί πολιτισμικές συνθῆκες, εἶναι τελείως σαθρό».
Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά ζήσωμεν τήν πίστιν μας εἰς τήν ἐποχήν μας, νά εἴμεθα χριστιανοί καί σύγχρονοι ἄνθρωποι. Ἡ ἔντασις μεταξύ χριστιανικῆς ταυτότητος καί συγχρόνου βιοτῆς εἶναι ἀναπόφευκτος, δύναται ὅμως νά λειτουργήσῃ δημιουργικῶς. Ἡ ἀπόρριψις τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ εἰς τό συνολόν του δέν ἀνταποκρίνεται εἰς τό πνεῦμα τῆς γνησίας χριστιανικῆς παραδόσεως. Καλούμεθα νά μεταμορφώσωμεν τόν κόσμον, ὄχι νά τόν ἀπορρίψωμεν. Προφανῶς, ἡ μαρτυρία ἐν τῷ κόσμῳ δέν συνεπάγεται ἐκκοσμίκευσιν τῆς Ἐκκλησίας.

Περαίνοντες τόν λόγον, τονίζομεν ὅτι ὅλα ὅσα ἡ ἡμετέρα Μετριότης πράττει, αἱ οἰκολογικαί καί εἰρηνευτικαί πρωτοβουλίαι, οἱ διάλογοι, ὁ ἀγών διά τόν πολιτισμόν τῆς ἀλληλεγγύης καί ἡ καλή μαρτυρία ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ, ἐκφράζουν τό πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, τήν στοργήν αὐτῆς διά τόν ἄνθρωπον, καί τήν μέριμναν διά τήν ἀπειλουμένην καί στενάζουσαν σήμερον δημιουργίαν.

Καλοῦμεν πάντας ὑμᾶς, νά προσεύχεσθε διά τήν Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Μεγάλην Ἐκκλησίαν καί διά τούς φυλάσσοντας φυλακάς ἐν Φαναρίῳ, νυχθημερόν καί ἀνυστάκτως. Ηὐλογήθημεν ἅπαντες οἱ Ὀρθόδοξοι νά εἴμεθα κληρονόμοι τῆς ὁλοφώτου, φιλοθέου καί φιλανθρώπου παραδόσεως τῆς ἀληθευούσης ἐν ἀγάπῃ πίστεως, τῆς μή καταισχυ-νούσης ἐλπίδος ζωῆς αἰωνίου ἐν Χριστῷ, τῶν πανσέπτων μυστηρίων τῆς εὐσεβείας, τῆς ἱερᾶς παρακαταθήκης τῶν Μαρτύρων καί τῶν Ἁγίων. Ὀφείλομεν νά διαφυλάσσωμεν τά τιμαλφῆ καί πολυτίμητα αὐτά ἀγαθά ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, ἐν ὁμονοίᾳ, ἐν πιστότητι, ἐν προσευχῇ καί δεήσει, «ἀφορῶντες εἰς τόν τῆς πίστεως ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ἰησοῦν» (Ἑβρ. ιβ’, 2).

Συγχαίροντες ἅπαξ ἔτι, ἐκ μέσης καρδίας, τούς συντελεστάς τῆς ὡραίας αὐτῆς συνάξεως καί πάντας ὑμᾶς διά τήν συμμετοχήν σας, σᾶς ἀπονέμομεν τήν πατριαρχικήν μας εὐλογίαν, ἐπικαλούμενοι ἐφ᾿ ὑμᾶς καί τούς οἰκείους σας τήν ζείδωρον χάριν καί τό ἀμέτρητον ἔλεος τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης.

Σᾶς εὐχαριστοῦμεν διά τήν προσοχήν σας!