Ἐπιστροφή
 

Ὁμιλία
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. κ. Βαρθολομαίου
κατὰ τὴν Πατριαρχικὴν Θείαν Λειτουργίαν
ἐπί τῶν Ἐρειπίων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς
Παναγίας Φανερωμένης Ἀρτάκης Κυζίκου
(23 Αὐγούστου 2017)

Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοὶ,
Κύριε Βουλευτά,
Εὐγενεστάτη κ. Γεν. Πρόξενε τῆς Ἑλλάδος ἐν Σμύρνῃ,
Ἀγαπητοί Νεοαρτακηνοί, εὐλογημένοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί,

Πραγματοποιοῦμε καὶ ἐφέτος, κατὰ τὴν εὔσημον αὐτὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπανηγύριζεν ἡ ἐδῶ σεβασμία Ἱερὰ Μονὴ τῆς Παναγίας Φανερωμένης, εὐλαβικόν προσκύνημα εἰς τὸν ἅγιον τοῦτον χῶρον, εἰς τὸν ὁποῖον συνέρρεαν πλήθη πιστῶν πανταχόθεν τῆς εὐλογημένης αὐτῆς περιοχῆς. Πραγματοποιοῦμε προσκύνημα μαζὶ μὲ αὐτὰ τὰ πλήθη, τὰ σήμερον ἀναπαυόμενα "ἐν οὐρανίοις θαλάμοις διηνεκῶς", καὶ μὲ τοὺς ζῶντας ἀπογόνους των, κατὰ τοὺς καιροὺς τούτους τῆς παρακμῆς τῆς ὀρθοδόξου λατρείας εἰς τοὺς καθηγιασμένους διὰ δακρύων, στεναγμῶν, πόνων, κακουχιῶν ἀλλὰ καὶ θανάτου αἵματος τόπους τούτους, καὶ προσκυνοῦμεν νοερῶς τὴν ὡς "ὄλβον θαύματος" ἐντεῦθεν κομισθεῖσαν καὶ φυλαττομένην εἰς τὸν Πάνσεπτον Πατριαρχικὸν Ναόν μας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἐν Φαναρίῳ ἱερὰν Εἰκόνα τῆς Παναγίας Φανερωμένης, ψάλλοντες προθύμως ἑόρτιον ᾠδὴν τῇ πανυμνήτῳ Θεοτόκῳ χαρμονικῶς καὶ παρακαλοῦντες: "δυσώπει, Θεοτόκε, τοῦ οἰκτειρῆσαι ἡμᾶς" ἀπὸ πάσης "ὁρατῆς καὶ ἀοράτου ἐπιβουλῆς".

Προσκυνηταὶ εἰς τὸ Tepe Manastırı, εἰς τὸ Kirazlı Manastırı, ἐδῶ εἰς τὸ Kapıdağ, ἀναλογιζόμεθα τὴν περιπέτειαν τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆς Φανερωμένης, ἡ ὁποία ἦλθεν εἰς τὸν τόπον τοῦτον ὅπου ἱστάμεθα, ἀπὸ κάποιαν παραλιακὴν Μονὴν τῆς Θεοτόκου, καλουμένην Σιγριανή, παρὰ τὸ σημερινὸν παράλιον χωρίον Κουρσουμλί, κατεδαφισθεῖσαν ὑπὸ τῶν Σταυροφόρων, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν τὴν εἰκόνα εἰς ἔρημον τόπον. Ἡ εἰκὼν ἐλησμονήθη, διὰ νὰ εὑρεθῇ θαυματουργικῶς ἐπάνω εἰς ἕνα αἰωνόβιον δένδρον, τὴν 23ην Αὐγούστου τοῦ 1846, δηλαδή πρίν ἀπό 171 χρόνια. Ἡ ἱστορικὴ μνήμη δὲν διασώζει τὸ ὄνομα τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον εἶδε τὸ ὅραμα καὶ ἀνεῦρε τὴν Εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία ἀπὸ Σιγριανὴ ὠνομάσθη καὶ εἶναι Φανερωμένη. Εἶναι μαρτυρημένον, ὅμως, ὅτι ἱδρύθη ἐδῶ Παρεκκλήσιον Φανερωμένης, τὸ ὁποῖον ἐξειλίχθη εἰς τὴν περίφημον αὐτὴν μέχρι τὸ ἔτος 1922 Μονὴν τῆς Φανερωμένης "μὲ τὰ 100 δωμάτια". Καὶ ἡ Εἰκὼν θαυματουργεῖ πάντοτε καὶ εἶναι διὰ τοὺς ἀπείρους προσκυνητάς της φυλακτήριον ἄσυλον, δῶρον τίμιον, ἀναφαίρετος πλοῦτος ἰαμάτων τῆς Κυζίκου, "ποταμὸς πεπληρωμένος τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος". Τὸ τέλος τῆς περιπετείας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς εἶναι γνωστόν. Μὲ μίαν χαρακτηριστικὴν λεπτομέρειαν: Οἱ Κυζικηνοὶ πατέρες μας, κατὰ τὴν μαρτυρίαν τῆς Ἑλένης Καρατζᾶ, ἐκκινοῦντες διὰ τὴν μεγάλην περιπέτειαν τῆς προσφυγιᾶς, ἐγκατέλειψαν ἐδῶ τὰ πάντα, ὡρισμένα διασωζόμενα εἰς διαφόρους χώρους καὶ μουσεῖα. Ἐσήκωσαν ὅμως εἰς τοὺς ὤμους των μόνον τὴν Εἰκόνα τῆς Φανερωμένης καὶ μετὰ ὁδοιπορίαν 17 ὡρῶν τὴν παρέδωκαν εἰς τὸ Πατριαρχεῖον μας, μαζὶ μὲ τὸ ἀργυροῦν "ὑποκάμισόν" της, ἀνταπόδομα θαύματος πρὸς τὴν πριγκίπισσαν Τατιάναν Ποτίμκιν, κτίτορα τῆς ὁμωνύμου Μονῆς εἰς τὸ Χάρκοβον Οὐκρανίας.

Σήμερα συνοδεύομεν, ἀδελφοί, νοερῶς τὰ ἐν οὐρανοῖς "καραβάνια" τῶν προσκυνητῶν τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Εἰκόνος, καὶ προσευχόμεθα εἰς τὸν τόπον τοῦ θαύματος. Περιπετείας, βεβαίως, ἀντιμετωπίζουν οἱ ἄνθρωποι. Ἡμεῖς ζῶμεν καὶ ἀντιμετωπίζομεν τὴν περιπέτειαν τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Κυρίου, ἡ ὁποία εἶναι περιπέτεια ζωῆς καὶ σωτηρίας, αἱ ὁποῖαι ἐφανερώθησαν εἰς τὸν κόσμον διὰ τῆς Κυρίας Θεοτόκου. 

Συγχρόνως, ὅμως, κατὰ τὴν σημερινὴν Θείαν Λειτουργίαν, ἀκούομεν ὅλοι μας καὶ μίαν φωνὴν μυστικήν. Εἶναι ἡ φωνὴ τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία παίρνει τὴν πτωχικήν "μας τὴν μιλιὰ, καὶ τὴν ὑψώνει ὣς τὰ ἀστέρια", μέχρι τὸν Θρόνον τοῦ Υἱοῦ Της, καὶ Τὸν παρακαλεῖ ἱκετευτικῶς νὰ συγχωρῇ τὰς ἁμαρτίας μας, νὰ ἁπαλύνῃ τοὺς πόνους μας, νὰ ἐλαφρύνῃ τοὺς κόπους μας, νὰ ἀπαντᾷ εἰς τὰς δυσπιστίας καὶ ὀλιγοπιστίας μας, νὰ εὐλογῇ τὴν ζωήν μας.

Ἡ ἱερὰ Εἰκὼν τῆς Παναγίας τῆς Φανερωμένης εἶναι τὸ «ἔνδοξο φλάμπουρό» μας, τὸ λάβαρό μας, τὸ μόνο ποὺ μᾶς ἀπέμεινεν ἀπὸ τὰ ἐρείπια. Ἡμεῖς, κατέχοντες αὐτὴν προστασίαν καὶ σκέπην τῆς ἡμῶν ζωῆς, προσφέρουμε «μ᾿ ἕνα μόνο ἀνασασμὸ» προσευχὴν καὶ ἱκεσίαν καὶ ἀγάπην καὶ στοργὴν καὶ θυσίαν αἰνέσεως καὶ δοξολογίας. Καὶ ἐκείνη, ἡ Φανερωμένη τοῦ Ἀρχαγγέλου, ὅπως τὴν ἐγνώριζαν καὶ τὴν τιμοῦσαν οἱ Κυζικηνοί, γεμίζει τὴν ζωήν μας μὲ θεῖα καὶ ὑπερκόσμια νοήματα, μὲ ἄρρητα ρήματα καὶ "θάματα": δρόσον τῆς χάριτος, δάκρυα κατανύξεως καὶ ἰατρείαν ψυχῶν καὶ σωμάτων.

Εἰς τὸν ἐρειπωμένον αὐτὸν χῶρον, τὸ κατοικητήριον καὶ τὸ σκήνωμα τῆς Παναγίας τῆς Φανερωμένης, τὸ κάλλος τῆς φύσεως συμπλέκεται ἐραστικῶς μὲ τὴν παρουσίαν τῆς Ἀειπαρθένου εἰς ἕνα θαῦμα, εἰς μίαν ἱερὰν μυσταγωγίαν: ὅτι ἐκ τῶν ἐρειπίων, ἐκ τῶν λίθων, ἐγείρει ὁ Θεὸς τέκνα τῷ Ἀβραάμ, τὰ ὁποῖα ἔρχονται νὰ προσφέρουν "θυσίαν λογικήν, ἀναίμακτον" "θυσίαν ζωῆς", τὴν Θείαν Λειτουργίαν ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας, παρεστηκότων καὶ συλλειτουργούντων μαζί μας ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων.

Ἡμεῖς δὲ οἱ νοσταλγοὶ, καὶ πολλάκις ἀπέλπιδες ἐκ τῶν τραυμάτων τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς προσκυνηταὶ, ὑποβαλλόμεθα εἰς ἔκστασιν, προσευχήν, θάμβος. Τί κι᾿ ἂν εἶναι τὰ ποτὲ ἱερά μας ἐρείπια καὶ "σωριασμένες πέτρες"; ὅπως διερωτᾶτο καὶ ὁ Παπαδιαμάντης εἰς τὴν Σκιάθον, ἡμεῖς δὲ σήμερον εἰς τὴν Κύζικον; Δὲν εἶναι οὔτε ἐρείπια, οὔτε σωριασμένες πέτρες. Εἶναι ἡ «τιμιωτέρα τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ», ἡ ὁποία μὲ τὴν ἀόρατον κραταιὰν παρουσίαν της τὰ ἁγιάζει. Καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐρείπια δέχεται τοὺς στεναγμοὺς κάθε καρδιᾶς καὶ χαρίζει, ὡς ἀνταπόδωμα καὶ ὡς ἀντίδωρον, τὸ ἔλεος καὶ τὴν λύτρωσιν, τὴν ἀνακούφισιν καὶ τὴν ἀνάπαυσιν.

Οἱ πέτρες αὐτὲς καὶ τὰ "ντουβάρια", τὰ ὑπολείμματα, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἄψυχος ὕλη, ἀλλὰ ἔχουν φωνὴν καὶ λαλιάν, καὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ. Διηγοῦνται, καὶ διηγούμεθα καὶ ἡμεῖς, οἱ βιοῦντες τὸ ποικιλόμορφον θαῦμα, "τὸ θεῖον καὶ ἄρρητον κάλλος τῶν ἀρετῶν τοῦ Χριστοῦ".

Ἔχοντες τὴν βεβαιότητα αὐτήν, πλησιάζει ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης τῆς «εὐσπλαχνίας τὴν ἄβυσσον» καὶ ἀποθέτει εἰς τὰς χεῖρας τῆς Θεοτόκου τὸ ἄγχος, τὴν ἀγωνίαν καὶ τὰς δυσκολίας τὰς ὁποίας ἀντιμετωπίζομεν, τὰς δυσκολίας καὶ τὰ προβλήματα τῶν εὐθυνῶν μας καὶ τοῦ ἡμετέρου λαοῦ καὶ Γένους, καὶ τῶν πανορθοδόξων, καὶ αἰσθανόμεθα τὴν στοργὴν καὶ τὴν τρυφερότητα τῆς σωστικῆς της παρουσίας νὰ πλημμυρίζῃ τὰ καθ᾿ ἡμᾶς πάντα:

«Σὲ ποιό καλύβι ἀγνώριστο, σὲ ποιά καρδιὰ θλιμμένη

νὰ πέρασες τὴ νύχτα Σου, Κυρὰ Φανερωμένη;

Ποιό μαραμένο λούλουδο ἡ χάρη Σου, Κυρούλα,

κρυφὰ κρυφὰ ν᾿ ἀνάστησε, σὰν οὐρανοῦ δροσούλα;»
(Ἀριστοτέλους Βαλαωρίτου, «Φανερωμένη»).

Πράγματι, ἡ Χάρις τῆς Παναγίας Φανερωμένης, μυστικῶς, «σὰν οὐρανοῦ δροσούλα», πέφτει στὶς κουρασμένες ψυχές μας καὶ τὶς ζωογονεῖ, ἀνασταίνει τὴν ἐλπίδα διὰ τὸ μέλλον, διὰ τὴν ἀνάστασιν τῶν πεπτωκυιῶν σκηνῶν τῆς Ὀρθοδόξου παρουσίας καὶ λατρείας μας, εἰς τοὺς ἀπεράντους τούτους τόπους τῆς Μικρασίας, εἰς τοὺς ὁποίους ἐσιώπησε τὸ κάλεσμα τῆς καμπάνας, ἐρειπώθηκαν τὰ ἱερὰ τῶν πατέρων μας, ἀπέθαναν ἢ κατέφυγαν ἀλλοῦ, εἰς ἄλλους καλλιτέρους τόπους, οἱ ἄνθρωποί μας. Ἡ ἐλπὶς ὅμως οὐ καταισχύνει:

«Χαμογελᾶ ἡ ἀνατολὴ καὶ ροδοκοκκινίζει
ὀλίγο ὀλίγο ἡ καταχνιά, ποὺ τὰ βουνὰ στολίζει».
(Ἀριστοτέλους Βαλωρίτη, «Φανερωμένη»).

Ἐντὸς ὀλίγου, θὰ φύγουμε καὶ ἐμεῖς ἀπὸ τὰ ἐρείπια τῆς Φανερωμένης, ὄχι "μὲ τὴν ψυχὴ στὸ στόμα", ὅπως πρὸ αἰῶνος οἱ πατέρες μας. Θὰ φύγουμε διὰ νὰ ἐπανέλθουμε καὶ νὰ προσευχηθοῦμε δι᾿ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ διὰ τοὺς πατέρας μας, καὶ διὰ τοὺς ὅπου γῆς Κυζικηνούς. Θὰ φύγουμε μὲ γαληνιῶσαν τὴν ψυχήν μας, μὲ τὰ προβλήματά μας νὰ φαίνωνται πλέον μικρά, καὶ θὰ συνεχίζουμε τὸν καθημερινὸν ἀγῶνα μας μὲ μεγαλυτέραν αἰσιοδοξίαν καὶ θάρρος. Φεύγουμε μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἡ μεγάλη Μάννα μας, μᾶς συνοδεύει:

«Ἐκεῖνος ὅπου τοῦ Θεοῦ τὴ Μάνα συλλογᾶται

στὴν ἀγκαλιὰ τῆς ἀρετῆς στὴ σκέπη Σου κοιμᾶται!

Ἄλλοι Σὲ κράζουν ἔλεος, ἐλπίδα ὁ θλιμμένος,

βασίλισσα τῆς ἐκκλησιᾶς Σὲ κράζει ἡ καμπάνα.

Ἐλεημοσύνη ὁ φτωχός, νερὸ ὁ διψασμένος,
μὰ ἡ δική μας ἡ καρδιά, Δέσποινα, αὐτὴ Σὲ κράζει ΜΑΝΑ». (Ἀχιλλεὺς Παράσχος).

Εἰς αὐτὴν τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν Ὑπέρμαχον Στρατηγὸν τοῦ Γένους μας, τὴν Μεγάλη Μάννα τῆς καρδιᾶς τῆς Μητρὸς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου, ἀλλὰ καὶ τῆς καρδιᾶς "πάσης ψυχῆς Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων", εὐημερούσης καὶ "θλιβομένης καὶ καταπονουμένης καὶ ἐλέους Θεοῦ ἐπιδεομένης", εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Φανερωμένην, τὴν πάντοτε - καὶ εἰς τὰ ἐρείπιά Της παροῦσαν καὶ πάντοτε προστατεύουσαν, καὶ εἰς τὴν μεσιτείαν Της παραδίδομεν ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, καὶ δεόμεθα καὶ Τὴν ἱκετεύομεν ὅλοι μαζί: Ὑπερένδοξε ἀειπάρθενε, ἁγνὴ Παρθένε Θεοτόκε, προσάγαγε τὴν ἡμετέραν προσευχὴν τῷ Υἱῷ Σου καὶ Θεῷ ἡμῶν καὶ αἴτησαι ἵνα παράσχῃ εἰρήνην τῷ κόσμῳ, γαλήνην καὶ εὐημερίαν πᾶσιν ἀνθρώποις, φανερώσῃ δὲ ἡμῖν τὸ ἅγιον Θέλημά Του, καὶ σώσῃ διὰ Σοῦ τὰς ψυχὰς ἡμῶν, ὅτι ὁ Κύριος μετὰ Σοῦ καὶ διὰ Σοῦ μεθ᾿ ἡμῶν. Ἀμήν.