[English] Printer-friendly version
The Ecumenical Patriarch
The Ecumenical Patriarchate
Bishops of the Throne
List of Patriarchs
Other Orhodox Churches
Theological and various articles
Ecological activities
Youth ministry
Interchristian relations
Conferences
Photo gallery
Holy Monasteries and Churches
Creed
Church calendar
Icons
Byzantine music
Contact details

Ἀρχική σελίς
Ἀρχική σελίς

ΜΗΝΥΜΑ
Ε’ ΦΟΡΟΥΜ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΝ ΕΥΡΩΠῌ
Παρίσι, Γαλλία, 9 – 12 Ἰανουαρίου 2017

Ἐπιστροφή
Ἐπιστροφή

1. Κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Σεβ. Καρδιναλίου André Vingt-Trois, Ἀρχιεπισκόπου τῶν Παρισίων, τό Ε’ Φόρουμ Ρωμαιοκαθολικῶν καί Ὀρθοδόξων ἐν Εὐρώπῃ ἐπραγματοποιήθη ἐν Παρισίοις, Γαλλία, μεταξύ 9 καί 12 Ἰανουαρίου 2017 ἐν ταῖς ἐγκαταστάσεσι τῆς Μission Étrangères. Κατά τάς ἐργασίας συμπροήδρευσαν οἱ Σεβ. Καρδινάλιος κ. Peter Erdő, Ἀρχιεπίσκοπος Esterrgom-Βουδαπέστης, ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Εὐρώπῃ Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, καί Μητροπολίτης Σασίμων κ. Γεννάδιος (Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον).
Ἐν συνεχείᾳ πρός τάς θετικάς ἐμπειρίας τῶν προηγηθεισῶν τεσσάρων συναντήσεων τοῦ Φόρουμ Ρωμαιοκαθολικῶν καί Ὀρθοδόξων ἐν  Εὐρώπῃ (Τριδέντο, Ἰταλία, 11-14 Δεκεμβρίου 2008, Ρόδος, Ἑλλάς, 18-22 Ὀκτωβρίου 2010, Λισσαβῶνα, Πορτογαλλία, 5-8 Ἰουνίου 2012 καί Μίνσκ, Λευκορωσσία, 2-6 Ἰουνίου 2014), εἴκοσι καί τέσσαρες ἐκπρόσωποι ἔκ τε τοῦ Συμβουλίου τῶν Εὐρωπαϊκῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἐν Εὐρώπῃ συνηντήθησαν ἐν Παρισίοις διά νά συζητήσουν εἰς βάθος τά ζητήματα τῶν ἐκ τῆς φονταμεντιαλιστικῆς τρομοκρατίας προερχομένων ἀπειλῶν, τήν ἀξίαν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί τήν θρησκευτικήν ἐλευθερίαν.
Τό θέμα τοῦ Φόρουμ ‘’Ἡ Εὐρώπη ἀντιμέτωπη μέ τόν φόβον τῆς φονταμενταλιστικῆς τρομοκρατίας καί ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί ἡ θρησκευτική ἐλευθερία’’ ἐξητάσθη εἰς βάθος μέ σκοπόν νά ἀναδειχθῇ ἡ σύγκλισις τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν καί τῶν Ὁρθοδόξων εἰς τά μείζονα ζητήματα τῆς κοινωνικῆς ἠθικῆς, συνεισφέρουσα τοιουτοτρόπως εἰς τήν προαγωγήν τῆς εἰρήνης καί τῆς σταθερότητος τῶν κοινωνιῶν μας. Πάντοτε προσφεύγομεν εἰς τήν ἀνεξάντλητον πηγήν ἐμπνεύσεως καί ἀνανεώσεως, τοὐτέστιν εἰς τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σωτῆρος τῆς ἀνθρωπότητος.

2. Αἱ ἐργασίαι ἐπραγματοποιήθησαν ἐντός πνεύματος ἀδελφοσύνης καί συνεργασίας, καθώς ἐνθυμούμεθα πάντας τούς συνανθρώπους μας, πιστούς τε καί ἀπίστους, δεδομένου ὅτι ἅπαντες συμμετέχομεν εἰς τό κοινόν ταξείδιον. Αἱ Ἐκκλησίαι ἡμῶν εἰς μέγιστον βαθμόν μοιράζονται τήν ἰδίαν ὀπτικήν θεωρήσεως τῶν πραγμάτων, συμφώνως πρός τήν ὁποίαν ἀφ’ ἑνός μέν αἱ ἀρχαί τῆς ζωῆς τυγχάνουν ἐντετυπωμέναι εἰς τήν κοινήν δι’ ὅλους ἀνθρωπίνην φύσιν, ἀφ’ ἑτέρου δέ αἱ ἀρχαί αὗται λαμβάνουν ἕν δυναμικόν φωτισμόν διά τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Τό μήνυμα, τό ὁποῖον ἀποστέλλομεν πρός τήν Εὐρώπην, ἀπευθύνεται πρός πάντα ἄνθρωπον καλῆς θελήσεως.
Ἐν τῷ παρόντι πλαισίῳ τῶν πρωτοφανῶν προκλήσεων καί ἀπειλῶν ἐναντίον τῆς Χριστιανοσύνης, αἱ ἡμέτεραι Ρωμαιοκαθολική καί Ὀρθόδοξος Ἐκκλησίαι προσβλέπουν εἰς τήν στενήν συνεργασίαν πρός ἀπό κοινοῦ ἀντιμετώπισίν των. Αὗται ἐπιθυμοῦν νά δράσουν ἀπό κοινοῦ τόσο κατά τήν προβολήν ὅσο καί κατά τήν προώθησιν τῶν Χριστιανικῶν ἀξιῶν καί ἀρχῶν εἰς τήν σφαῖραν τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ διεθνοῦς ἐπιπέδου.
Εἰς καιρούς διαδεδομένης ἀνησυχίας διά τό μέλλον των, αἱ ἡμέτεραι κοινωνίαι προσανατολίζονται πρός τάς πνευματικάς δεξαμενάς διά νά ἀντλήσουν τρόπους πρός ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως τήν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἀντιμετωπίζει σήμερον, ὡς καί πρός ἰχνηλάτησιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρός ἕν μέλλον μεστόν ἐλπίδος καί περισσοτέρας ἐμπιστοσύνης.

3. Συνεζητήσαμεν τάς τρομοκρατικάς ἐνεργείας, πού ἔχουν πλήξει πολλάς ἐκ τῶν χωρῶν ἡμῶν καί ἔχουν δώσει τήν ἀφορμήν διά τήν ἀνάδυσιν διαφόρων ἀντιδράσεων, καί προσεπαθήσαμεν νά ἀποκρυπτογραφήσωμεν τάς αἰτίας τῆς τρομοκρατίας. Ἔχομεν ἀσφαλῶς συναίσθησιν ὅτι ἡ ἐπιρροή ἡμῶν ἐπί τῶν Ἰσλαμικῶν δικτύων τυγχάνει περιορισμένη, παρά ταῦτα χρειάζεται νά κατανοήσωμεν τό φαινόμενον τῆς τρομοκρατίας εἰς πάσας τάς διαστάσεις του. Ἡ προσπάθεια αὕτη δέν ἀποβλέπει εἰς τόν στιγματισμόν τῆς θρησκείας τοῦ Ἰσλάμ. Παρατηροῦμεν, ὁμοῦ μετά τῶν Μουσουλμάνων ἡγετῶν, ὅτι τινές ἐκ τῶν τρομοκρατῶν δικαιολογοῦν τάς πράξεις των ἐπικαλούμενοι τά «ἱερά κείμενα»  τοῦ Ἰσλάμ. Γνωρίζομεν καλῶς ὅτι ἀπαιτεῖται μία σημαντική ἑρμηνευτική ἐργασία περί τῶν θεμελιωδῶν διά τήν Ἰσλαμικήν θρησκείαν κειμένων, οὕτως ὥστε νά ἐπιτευχθῇ μία φωτισμένη κατανόησίς των. Οἱ διαπράττοντες τρομοκρατικάς ἐπιθέσεις τυγχάνουν συνήθως νεαρᾶς ἡλικίας ἄτομα κοινωνικῶς περιθωριοποιημένα, τά ὁποῖα εὑρίσκουν εἰς τήν διάπραξιν τοιαύτης ὑφῆς ἀκατονομάστων πράξεων μίαν διέξοδον ἐκ τoῦ ἀδιεξόδου, τό ὁποῖον βιώνουν.
Ἔχει ὑποστηριθεῖ ὅτι ἡ ριζοσπαστικοποίησις ἔχει ἰσλαμοποιηθεῖ, παρά τό ἀντίθετον. Φρονοῦμεν ὅτι τινές ἐξιστορήσεις ἐκ τῆς Ἰσλαμικῆς ἱστορίας καί ἐμπειρίας ἔχουν ἐπηρεάσει τό πνεῦμα τῶν νεαρῶν τούτων ἀνθρώπων, ἐμπέουσαι εἰς αὐτούς τό μῖσος καί τήν ἀπόρριψιν διά τούς ἄλλους. Ἡ νεολαία, ὡστόσον, ἀποτελεῖ τήν ἐλπίδα διά τήν οἰκοδόμησιν τοῦ μέλλοντος. Προσκαλοῦμεν ἅπαντας τούς νέους ἀνθρώπους νά συνεισφέρουν εἰς τήν οἰκοδόμησιν ἑνός ἀδελφικοῦ κόσμου χωρίς ἀποκλεισμούς. Καλοῦμεν τάς θρησκευτικάς ἡγεσίας τοῦ Ἰσλάμ νά διασφαλίσουν τήν ἀπάλλειψιν τῆς προπαγάνδας περί μιᾶς συστηματικῶς καλλιεργουμένης ἐχθρικῆς εἰκόνος ἔναντι τοῦ μή Μουσουλμανικοῦ κόσμου.

4. Δεν διστάζομεν νά ἀνακαλέσωμεν εἰς τήν μνήμην ἡμῶν ὅτι καί αἱ ἡμέτεραι Ἐκκλησίαι ἔχουν ἀναλάβει ἀνάλογον προσπάθειαν πρός τήν κατεύθυνσιν τῆς κατανοήσεως τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ πού διασώζεται εἰς τάς Ἱεράς Γραφάς οὐχί κατά τό «πνεῦμα πού ἀποκτείνει» ἀλλά κατά τό «Πνεῦμα πού ζωοποιεῖ» (Β’ Κορινθίους, 3: 6). Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει δοθῆ ὑμῖν διά νά ἐλευθερώσῃ τόν ἄνθρωπον ἐκ τῆς ἁμαρτίας καί δέν θά πρέπει ποτέ νά προβαίνωμεν εἰς τήν θεσμοποίησίν του. Οὔτε θά ἔπρεπε νά ἀναμένωμεν αἱ προϋπάρχουσαι ἡμῶν γενεαί νά ζήσουν συμφώνως πρός τήν παροῦσαν περί τῶν πραγμάτων ἀντίληψιν. Δέν τυγχάνει ὀρθόν νά ἐγκαλῶνται αἱ Ἐκκλησίαι διά στάσεις πού ὑποδηλοῦν ἔλλειψιν ἀνεκτικότητος καί δέν τυγχάνουν ἀποδεκταί σήμερον. Ἀπ’ ἐναντίας, ἡ πρακτική αὕτη ἐχρησιμοποιήθη ὡς κοινόν κτῆμα ὑπό κοινωνιῶν τοῦ παρελθόντος, αἵτινες δέν διεχώριζον μεταξύ τῆς θρησκευτικῆς συσσωματώσεως καί τῆς μετοχῆς εἰς μίαν συγκεκριμένην κοινωνίαν καί εἰς ἕν Κράτος. Ἀποδοκιμάζομεν τά ἐγκλήματα, τά ὁποῖα ἐνδεχομένως ἔχουν διαπραχθῆ κατά τό παρελθόν ἐν ὀνόματι τῆς θρησκείας.

5. Ἐπικαλούμεθα τό πρῶτον νομικόν κείμενον περί ἐλευθερίας τῆς θρησκείας, τό ὑπό τοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου θεσπισθέν Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων ἐν ἔτει 313. Ἐπίσης ἀναμιμνησκόμεθα ἐντόνως τό γεγονός ὅτι οἱ Χριστιανοί Ἀπολογηταί τοῦ 2ου καί τοῦ 3ου αἰῶνος μ. Χ. ὑπερασπίσθησαν τήν ἐλευθερίαν τῆς Πίστεως ἐντός μιᾶς κοινωνίας, εἰς τήν ὁποίαν ἀπουσίαζεν ἡ κατανόησις περί τῆς διακρίσεως μεταξύ τῆς θρησκευτικῆς καί τῆς πολιτικῆς κοινωνίας. Διά τοῦ Διατάγματος τοῦ Κωνσταντίνου κατοχυροῦται τό δικαίωμα ἑκάστου ἀνθρώπου νά ἀποφασίζῃ ἐλευθέρως περί τῆς Θρησκευτικῆς Πίστεως πού ἐπιθυμεῖ νά ἀκολουθήσῃ, ὡς καί ἡ δυνατότης τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως μεταξύ τῶν Θρησκευτικῶν Κοινοτήτων ἐντός τῆς κοινωνίας εἰς πᾶσαν τήν ἀνθρωπότητα. Ἐπί πλέον τονίζεται ὅτι ἡ πολιτική ἐξουσία δέν θά πρέπει νά τάσσηται ὑπέρ μιᾶς συγκεκριμένης θρησκείας, ἀλλά νά σέβηται τήν «ἀνωτέραν θεότητα», τήν ὁποίαν ἑκάστη θρησκεία ἀποδέχεται συμφώνως πρός τάς δοξασίας της. Τά νομικά θεμέλια τῆς κοσμικότητος τῶν συγχρόνων Κρατῶν ἐμπνέονται ὑπό τῶν προαναφερθεισῶν παραμέτρων. Τό κράτος διασφαλίζει τήν θρησκευτικήν ἐλευθερίαν δι’ ὅλους, παρά ταῦτα ὑποτάσσεται εἰς τήν φυσικήν ἠθικήν τάξιν, ἐκ τῆς ὁποίας δέν δύναται νά δραπετεύσῃ.

6. Αἱ Ρωμαιοκαθολική καί Ὀρθόδοξη Ἐκκλησίαι διακηρύσσουν τήν κεντρικότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ, ὡς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ κτισθέντος, ὡς καί τήν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἐλευθέρως δημιουργηθείσης ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἡ ἀνθρωπίνη ἐλευθερία ἐφαρμόζεται κατ’ ἐξοχήν εἰς τήν διάστασιν τῆς Θρησκευτικῆς Πίστεως, ἥτις δέον ὅπως τυγχάνῃ πάντοτε ἐλευθέρα. Τά Συντάγματα τῶν ἡμετέρων Κρατῶν διασφαλίζουν τά θεμελιώδη δικαιώματα  τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Παρά ταῦτα, εἰς τά κοινωνίας ἡμῶν ὑφίστανται δυνάμεις, αἵτινες προσβλέπουν πάντοτε εἰς τήν περιθωριοποίησιν ἤ καί τόν ἐξοβελισμόν τῶν Θρησκειῶν καί τοῦ μηνύματος πού αὗται πρεσβεύουν ἐκ τῆς κοινωνικῆς σφαίρας. Πιστεύομεν ὅτι ἡ Εὐρώπη χρειάζεται περισσότερον ἀπό ποτέ τήν πνοήν τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως καί τῆς ἐξ αὐτῆς ἀπορρεούσης ἐλπίδος. Ἡ Χριστιανοσύνη ἀποτελεῖ τόν βασικόν παράγοντα τῆς ταυτότητος πού δέν ἀρνεῖται τά ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ἀναζητᾶ τρόπους συνεργασίας μέ ἅπαντας πρός ἐπίτευξιν τοῦ κοινοῦ καλοῦ.
Συναισθανόμεθα ὅτι τό προσωποκεντρικόν Χριστιανικόν ὅραμα περί τῆς ἀνθρωπότητος τυγχάνει μειοψηφία ἐν σχέσει πρός τά ἐπικρατούντα σχήματα πού προωθοῦν τόν ἠδονιστικόν ἀτομικισμόν, ὅστις ἀγνοεῖ τάς ἐννοίας τῆς ἀντικειμενικῆς ἀληθείας καί τοῦ κοινοῦ καλοῦ.

7. Ἡ τρομοκρατική βία ἐναντίον ἀνθρώπων πού θεωροῦνται «ἄπιστοι» ἤ «ἄθεοι» ἀποτελεῖ ἀκραίαν φανέρωσιν περί τῆς ἀπουσίας θρησκευτικῆς ἀνεκτικότητος, ὅπερ ἀναμφιβόλως καί καταδικάζομεν. Ἀποδοκιμάζομεν τό γεγονός ὅτι τοιαύται ἐνέργειαι ἔχουν ἀναπτυχθῆ ἐντός τοῦ ἐδάφους μιᾶς πεπλανημένης θρησκευτικῆς κουλτούρας, ἔνθα ὁ ἕτερος παρουσιάζεται ὡς μισούμενος ὑπό τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ καί ὡς εκ τούτου καταδικάζεται εἰς τήν ἐξόντωσιν. Παρά ταῦτα ἀναζητοῦμεν τρόπους διά τήν συνέχισιν τοῦ διαλόγου μέ τούς ἡγέτας ὅλων τῶν Θρησκειῶν. Οἱ καταγραφόμενοι σήμερον εἰς παγκόσμιον κλίμακα διωγμοί στοχεύουν τούς Χριστιανούς εἰς ποσοστόν 80%. Ἐπιθυμοῦμεν νά ἐκφράσωμεν τήν ἀλληλεγγύην ἡμῶν πρός τούς καταπιεζομένους ἀδελφούς μας, πού ἀποτελοῦν στόχον τῆς Ἰσλαμικῆς τρομοκρατίας, ἰδιαιτέρως εἰς τήν Μέσην Ἀνατολήν καί εἰς τήν Ἀσίαν. Αἱ προφασιζόμεναι κατηγορίαι περί βλασφημίας ὁδηγοῦν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τούς Χριστιανούς, παρά τό γεγονός ὅτι δέν ὑφίσταται ὑπό τῶν τελευταίων σκοπιμότης διά τήν προσβολήν τῶν Μουσουλμάνων συμπατριωτῶν τους. Ἡ Κεντρική καί ἡ Ἀνατολική Εὐρώπη ἔχουν ἐπί μακρόν ὑποστεῖ τήν ἐμπειρίαν τῆς ὑποταγῆς εἰς καθεστῶτα καταπιέσεως, διό καί ἡ ἐν λόγῳ στάσις συμπαραστάσεως ἡμῶν πρός τούς διωκωμένους σήμερον Χριστιανούς δέν ἀποτελεῖ ὑπόθεσις τοῦ παρόντος.
Ὑφίστανται καί ἕτεραι μορφαί διωγμῶν πού ἀναδύονται σήμερον μέ σκοπόν κυρίως τάς Θρησκευτικάς Μειονότητας, αἵτινες ἀναγκάζονται νά διαλέξουν μεταξύ τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν πατρογονικῶν των ἑστιῶν καί τοῦ προσηλυτισμοῦ. Τυγχάνει ἠθικῶς ἀπαράδεκτος ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ὡς ἀντικειμένου, ἡ ὑποδούλωσίς του ἤ καί ὁ ἐξανδραποδισμός τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως.

8. Ἡ κοινωνική ἐλευθερία ἐπί θρησκευτικῶν ζητημάτων, τήν ὁποίαν ἀπολαμβάνομεν συμφώνως πρός τε τά Συντάγματα τῶν Κρατῶν ἡμῶν καί τάς Διεθνεῖς περί ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων Συμβάσεις, τυγχάνει ἐνίοτε τό ὑποκείμενον μιᾶς περιοριστικῆς ἑρμηνείας. Περισσότερον δυσδιάκριτοι μορφαί διακρίσεων ἐναντίον τῶν πιστῶν ὑφίστανται, ὁσάκις, ἐπί παραδείγματι, οὗτοι ἀποκλείονται ἐκ συγκεκριμένων ἐπαγγελματικῶν ρόλων, λόγῳ τῆς παραθεωρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς συνειδητῆς ἀρνήσεως, ἤ ὁψέποτε εἰς πρόσωπα, ἅτινα ἀναζητοῦν τήν συμβουλευτικήν εἰς περιπτώσεις ἀντιμετωπίσεως τῆς ἐπιλογῆς νά προβοῦν εἰς ἔκτρωσιν, δέν παρέχεται ἡ δυνατότης αὕτη.

9. Αἱ δημοκρατικαί κοινωνίαι ὀρθῶς ὑπερασπίζονται τήν ἐλευθερίαν τῆς ἐκφράσεως, ἄν καί δέν ἀντιλαμβάνωνται πάντοτε τήν ζημίαν, τήν ὁποίαν ἡ ἐλευθερία τινῶν ἐπιφέρει ἐπί τῆς ἐλευθερίας τῶν ὑπολοίπων. Ἡ ὑπό τῶν Μέσων Μαζικῆς Ἐνημερώσεως σπίλωσις τῶν ἱερῶν πεποιθήσεων τινῶν προσώπων δύναται νά ἐκληφθῇ ὑπ’ αὐτῶν ὡς προσβολή. Ἡ βιαία ἀντίδρασις δέν τυγχάνει ἀποδεκτή, ἐπειδή εἶναι χείρων ἀπό τό κακόν, τό ὁποῖον ἐπιθυμεῖ νά ἀποδοκιμάσῃ. Παρά ταῦτα εἰς τήν πλουραλιστικήν κοινωνίαν μας ἡ ἔννοια τοῦ σεβασμοῦ πρός τούς ἄλλους πρέπει νά ἐπικρατῇ ἔναντι κάθε ἐπιθυμίας διά σπίλωσιν. Ἡ ἐλευθερία τῆς ἐκφράσεως πρέπει νά ἐφαρμόζηται, ὡς συμβαίνει μέ τά ἄλλα εἴδη τῆς ἐλευθερίας, κατά τρόπον ὑπεύθυνον, ἰδίως εἰς ἕνα κόσμον ὅπου ἡ ψηφιακή τεχνολογία συμβάλλει καθοριστικῶς εἰς τήν διάδοσιν τῆς πληροφορίας. Οὐδεμία ἐλευθερία δέν τυγχάνει ἀπεριόριστος. Ἐκφράζοντες τήν ἀντίθεσιν ἡμῶν, φρονοῦμεν ὅτι τά λογικά ἐπιχειρήματα πρέπει νά ἐπικρατοῦν ἔναντι τῆς σπιλώσεως, πού δέν ἐπιτρέπει εἰς τόν συνομιλητήν τήν εὐκαιρίαν νά ἐκφράσῃ τόν ἑαυτόν του.

10. Ὁἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί οἱ Ὀρθόδοξοι, ἐντός τοῦ πλαισίου τούτου, ἀποδίδουν πρωτίστην προσοχήν εἰς τήν ἐκπαίδευσιν. Εἶναι σημαντικόν οἱ μαθηταί ὅλων τῶν θρησκειῶν καί τῶν δοξασιῶν νά ἔχωσι πρόσβασιν εἰς ἀντικειμενικήν πληφορόρησιν περί τῶν κυριωτέρων Θρησκειῶν, εἰδικῶς δέ περί ἐκείνων πού εἰσί παροῦσαι εἰς τήν πατρίδα των. Ὁμοῦ μετά τοῦ προγράμματος διά τήν ἐκπαίδευσιν πάντων, θά πρέπει νά ἐξασφαλισθῇ ἡ δυνατότης διά τήν ὀργάνωσιν τῆς ὁμολογιακῆς κατηχήσεως. Τά παιδιά καί οἱ νέοι θά πρέπει νά εἶναι καταλλήλως ἐκπαιδευμένοι ταυτοχρόνως τόσον εἰς τήν ἰδικήν των Θρησκείαν ὅσον καί εἰς τόν σεβασμόν περί τῆς Θρησκείας τῶν ἄλλων. Τό σχολεῖον δέν θά πρέπει νά εἶναι ὁ χῶρος διά τήν πειραματικήν ἐφαρμογήν ἀνθρωπολογικῶν θέσεων πού δέν τυγχάνουν ἐπιστημονικῶς θεμελιωμέναι, ὡς π.χ. αἱ θεωρίαι περί τῶν φύλων ἤ συγκεκριμέναι οἰκολογικῆς φύσεως ἰδελογίαι πού ἐνθαρρύνουν τόν ἀπανθρωπισμόν.

11. Ἐκφράζομεν τήν θλίψιν ἡμῶν διότι τινές ἔννοιαι τῆς ἐκκοσμικεύσεως ἔχουν ὁδηγήσει ὁλοκλήρους γενεάς εἰς μίαν μορφήν θρησκευτικῆς ἀγραμματοσύνης, ἥτις ἀποστερεῖ ἀπό τούς πολίτας τήν βασικήν γνῶσιν πού χρειάζονται διά τήν κατανόησιν τόσον τῆς ἰδικῆς των πολιτιστικῆς κληρονομίας ὅσον καί ἐκείνης τῶν κοινῶν παραδόσεων πού ἐμπνέονται ὑπό τῆς Θρησκείας. Ἡ παραγνώρησις τῆς σημασίας τοῦ θρησκευτικοῦ στοιχείου εἰς τόν ἀνθρώπινον πολιτισμόν δύναται νά ὁδηγήσῃ εἰς ἀπαραδέκτους ἐκφράσεις διακρίσεων ἤ καί διώξεων εἰς τάς κοινωνίας ἡμῶν, κατά τήν προσπάθειαν τῶν τελευταίων νά εἶναι ἀνοικταί πρός τόν ἄλλον. Ὁ πολιτιστικός σχετικισμός, στερρούμενος τῆς ἀληθείας τοῦ ἠθικοῦ καλοῦ, δέν δύναται νά θεσμοθετηθῇ ὡς δόγμα, ἐπειδή κατ’ οὐσίαν ὁδηγεῖ εἰς τήν διαίρεσιν μεταξύ τῶν ἀνθρωπίνων ὄντων.

12. Ἡ Εὐρώπη σήμερον ἀντιμετωπίζει πρωτοφανῆ μεταναστευτικά κύματα. Ἐν σχέσει πρός τούς μετανάστας, ἐνθυμούμεθα ὅτι ἅπαντες τυγχάνομεν τέκνα τοῦ Ἀβραάμ, ὅστις ἐγένετο δεκτός ὡς ξένος εἰς τήν γῆν τῆς Σέθ, ἔνθα καί ἠδυνήθη νά εὕρῃ μέρος διά τήν ταφήν τῆς γυναικός του Σάρρας. Θεωροῦμεν ὅτι ἡ ὑποδοχή τῶν ξένων τυγχάνει κατ’ ἐξοχήν ἀνθρώπινον καί Χριστιανικόν καθῆκον. Παρά ταῦτα, ἡ μετανάστευσις θά πρέπει νά λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τί ἐστί πραγματικῶς ἐφικτόν εἰς τάς φιλοξενούσας χώρας. Ὑπό τάς προνοίας τῆς διεθνοῦς νομοθεσίας, κάθε ἄνθρωπος ἔχει τό δικαίωμα νά ἐγκαταλείψῃ τήν χώραν καταγωγῆς του καί νά μετεγκατασταθῇ εἰς ἑτέραν, ἐφ’ ὅσον προτίθεται νά σεβασθῇ τήν νομοθεσίαν καί τήν κυριαρχίαν τῆς φιλοξενούσης αὐτόν χώρας. Ἡ τελευταία, ἀπό τήν πλευρά της, διασφαλίζουσα τήν ἔννομον τάξιν πρέπει νά σέβηται τήν ἐλευθερίαν τῆς ἐκφράσεως καί τῆς Θρησκείας τῶν μεταναστῶν. Ἡ ἐνσωμάτωσις ἀποτελεῖ τό σημαντικόν στοιχεῖον περί τῶν μεταναστῶν, οἵτινες δέν καλοῦνται νά ἀπορρίψουν τήν βαθέως ριζωμένην ἀνθρωπίνην ταυτότητά των, ἀλλά νά ζήσουν ἐντός τοῦ νέου πλαισίου τῆς φιλοξενούσης αὐτούς χώρας. Διά νά καταστῇ ἡ ἐνσωμάτωσις τούτων δυνατή καί βιώσιμος εἰς τάς πλουραλιστικάς κοινωνίας, θά πρέπει νά ἀναπτυχθῇ ἕν κοινόν θεμέλιον ἀξιῶν καί ἀρχῶν, χωρίς τό ὁποῖον δέν δύναται νά ἐπιτευχθῇ ἡ κοινωνική συνοχή. Τό κοινόν θεμέλιον τοῦτο ἀποτελεῖται ἀπό τά δικαιώματα καί τά καθήκοντα πού ἀπολαμβάνουν πάντα τά ἄτομα λόγῳ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς των: θά πρέπει νά ἐπιτρέπωνται αἱ πολιτιστικαί διαφοραί πού δέν συμβάλλουν εἰς τήν διαίρεσιν ἀλλά μᾶλλον ἐμπλουτίζουν τήν κοινήν ἡμῶν κληρονομίαν. Εἰς πρακτικόν ἐπίπεδον, οἱ μετανάσται δέν πρέπει νά περιορίζωνται ἀπωθούμενοι εἰς περιφερειακά τμήματα τῶν μεγάλων πόλεων, ἔνθα ὑφίσταται ἡ δυνατότης δημιουργίας γκέτο καί ἀναπτύξεως ἐχθρικῶν συμπεριφορῶν ἐναντίον τῶν φιλοξενουσῶν αὐτούς Χωρῶν.

13. Αἱ πλουραλιστικαί κοινωνίαι ἀποτελοῦν μίαν πραγματικήν πρόκλησιν διά τήν σύγχρονον ἀνθρωπότητα, ἰδιαιτέρως διά τήν Εὐρώπην. Ἡ μακρά Χριστιανική μας παράδοσις μᾶς ἔχει διδάξει ὅτι τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ δύναται νά φέρῃ ἐπί τό αὐτό ἄνδρας καί γυναίκας διαφορετικῆς καταγωγῆς, οὕτως ὥστε νά δημιουργηθῇ μία ἁπλή κοινότης τῶν πιστευόντων. Τό Πνεῦμα τῆ Πεντηκοστῆς πάντοτε ζωογονεῖ τάς Ἐκκλησίας ἡμῶν. Τυγχάνει ἰδική μας εὐθύνη νά δώσωμεν τήν μαρτυρίαν εἰς τήν σύγχρονον κοινωνίαν ὅτι τό συνεκτικόν στοιχεῖον τῆς ἀνθρωπότητος τυγχάνει πνευματικῆς φύσεως. Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ ὅτι εὑρίσκηται εἰς προσκυνηματικήν πορείαν ἐπί γῆς. Μέ ἀπώτερον προορισμόν τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἐκκλησία μαρτυρᾶ περί τῆς ἐνότητος τῆς πίστεως ἐντός τῆς ποικιλομορφίας τῶν συγχρόνων κοινωνιῶν καί τῶν συγχρόνων συνθηκῶν διαβιώσεως.

14. Ἡ ἐκκοσμικευμένη Εὐρώπη τυγχάνει ριζωμένη εἰς τάς Χριστιανικάς παραδόσεις, πού προσέδωσαν εἰς αὐτήν τό παγκόσμιον ὅραμα, τήν ἔννοιαν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί τάς ἠθικάς της ἀρχάς. Ἐάν ἀποκοπεῖ τις ἐκ τῶν ριζῶν του, τότε καθίσταται ἕρμαιον. Ἡ κενότης ἐκ τῆς ἐλλείψεως οὐσιαστικοῦ περιεχομένου θέτει τούς νέους ἀντιμέτωπους μέ τούς χειρίστους πειρασμούς. Ἐπαναλαμβάνομεν σταθερῶς ὅτι ἡ Χριστιανική πίστις συμφιλιώνει πάσας τάς προσωπικάς καί τάς κοινωνικάς διαστάσεις πού σχετίζονται μέ τό ἀνθρώπινον πρόσωπον. Τοῦτο ἐκφράζεται εἰς τήν διπλήν ἐντολήν τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεόν καί τόν συνάνθρωπον, ἥτις ἀποτελεῖ τήν κλεῖδα τῆς ἀμοιβαίας ἀποδοχῆς. Ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπον τυγχάνει ἀνυπέρθετος (Ματθ. 22, 39). Ὁ διάλογος τῆς ἀληθείας μεταξύ ἀνθρώπων διαφορετικῶν Θρησκειῶν ἤ δοξασιῶν τυγχάνει μονόδρομος πού ὁδηγεῖ μακράν ἀπό καταστάσεις φόβου καί ἀμοιβαίου ἀποκλεισμοῦ. Ὁ διάλογος μᾶς μαθαίνει νά εἴμεθα πλέον ταπεινοί. Εἰς τόν διάλογον μέ τούς ἄλλους συνεχῶς ἀνακαλύπτομεν ἀνυποψίαστους θησαυρούς περί τῆς κοινῆς μας ἀνθρωπότητος. Ὡς ἐκ τοῦτου χαιρόμεθα διά τήν πρόοδον πρός τήν καλλιτέραν κατανόησιν καί τήν βαθυτέραν ἀγάπην Ἐκείνου, Ὅστις ἀποτελεῖ τήν πληρότητα τῆς ἀνθρωπότητος: Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, «ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή» (Ἰω. 14, 6). 

Παρίσι, 12ῃ Ἰανουαρίου 2017.