[English] Printer-friendly version
The Ecumenical Patriarch
The Ecumenical Patriarchate
Bishops of the Throne
List of Patriarchs
Other Orhodox Churches
Theological and various articles
Ecological activities
Youth ministry
Interchristian relations
Conferences
Photo gallery
Holy Monasteries and Churches
Creed
Church calendar
Icons
Byzantine music
Contact details

Ἀρχική σελίς
Ἀρχική σελίς

Ὁ Μητροπολίτης Ἰκονίου Ἰάκωβος
ὑπὸ
Σεβ. Μητροπολίτου Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρου
Λόγος ἐκφωνηθεὶς κατὰ τὴν ἐπιμνημόσυνον Θ. Λειτουργίαν διὰ τὴν συμπλήρωσιν 50 ἐτῶν ἀπὸ τῆς κοιμήσεώς του.
(Πρίγκηπος, Ἱ. Ναὸς Ἁγίου Δημητρίου,
19 Ἀπριλίου 2015)

Ἐπιστροφή
Ἐπιστροφή

«Τελειωθεὶς ἐν ὀλίγῳ ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς. Ἀρεστὴ γὰρ ἦν Κυρίῳ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ».

Σεβασμιώτατε καὶ σεβαστέ μοι ἅγιε Πριγκηποννήσων, ποιμενάρχα τῆς θεοσώστου ταύτης ἐπαρχίας,
Σεβασμιώτατε καὶ φίλτατε Μητροπολῖτα Ἰκονίου κύριε Θεόληπτε, ἐκπρόσωπε τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ ἡμῶν Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου,
Σεβασμιώτατε καὶ σεβαστέ μοι Μητροπολῖτα Γέρων Νικαίας κ. Κωνσταντῖνε,
Σεβασμιώτατε καὶ προσφιλέστατε Μητροπολῖτα Κυδωνιῶν κ. Ἀθηναγόρα,
Ἀγαπητοὶ πατέρες,
Ἐντιμολογιώτατοι ἄρχοντες καὶ ἐκλεκτοὶ χριστιανοί,

Τὰ τοῦ Προφήτου καὶ Βασιλέως Σολομῶντος ταῦτα λόγια ἐνθυμούμεθα ὅσες φορὲς ἀναθεωροῦμεν τὴν ζωὴν καὶ τὸ ἔργον τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Ἰκονίου Ἰακώβου Στεφανίδου. Τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, ὅπως ὁ ὁμόπατρίς του Μέγας Βασίλειος, ἐκοιμήθη νεώτατος εἰς ἡλικίαν, μόλις σαρανταεννέα ἐτῶν. Εἰργάσθη, ὅμως, τόσον διὰ τὴν προσωπικήν του τελείωσιν καὶ ἀρετήν, ὅσον καὶ διὰ τὴν προσφοράν του εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν Ἱερὰν Θεολογικὴν Σχολὴν τῆς Χάλκης, ὅσον θὰ εἰργάζετο ἄλλος διὰ πολλὰ ἔτη.

Ἡ ἁγιοτόκος Καππαδοκία ἀπὸ ὅπου κατήγετο καὶ ἀπὸ ὅπου κατάγεσθε καὶ ἐσεῖς ἅγιε Πριγκηποννήσων, ἀφῆκεν ἔντονα τὰ σημεῖα καὶ τὰ γνωρίσματά της εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἰακώβου. Ἐκ νεότητος αὐτοῦ ἠγάπησε τὸν Χριστὸν καὶ τὰς ἁγίας αὐτοῦ ἐντολάς, τὰς παραδόσεις καὶ τὴν τάξιν τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, τὴν ἀσκητικὴν καὶ λιτὴν ἐν πᾶσι ζωὴν καὶ εἰς μέγα βαθμὸν τὴν ἀρετὴν τῆς ἐλεημοσύνης. Τὴν ἀρετήν, ἡ ὁποία ὅσον οὐδεμία ἄλλη ἀρετή, ἐξομοιοῖ τὸν ἄνθρωπον μὲ τὸν Θεόν, καθὼς λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες. Καὶ μάλιστα ἐπεδίωκε ἡ ἐλεημοσύνη του ἀλλὰ καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι ἀρεταί του, νὰ γίνωνται «ἐν τῷ κρυπτῷ», ἐνωτιζόμενος τὸ τοῦ Κυρίου: «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου, τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου».

Ἠγάπησε τὴν Σχολήν μας ὅσον ὀλίγοι καὶ ἠγωνίσθη μὲ πολλὴν σπουδὴν καὶ ζῆλον διὰ τὴν προαγωγήν της καὶ τὰ προνόμιά της καὶ μάλιστα διὰ τὴν προετοιμασίαν καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ νέου κανονισμοῦ της. Πολλοὺς ἀπόρους φοιτητὰς ἐβοήθησεν οἰκονομικῶς καί, ὡς προελέχθη, πάντοτε «ἐν τῷ κρυπτῷ». Διηκόνησε τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ πολλὰς θέσεις καὶ σκοπιὰς καὶ τὴν Σχολήν μας ὡς Σχολάρχης καὶ καθηγητὴς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας καὶ τῆς Ποιμαντικῆς. Τέλος, ἐβίωσε καὶ τὸν ἁγιαστικὸν πόνον τῆς ἀσθενείας, ὁ ὁποῖος πολλὰς φορὰς ἀναδεικνύεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολυτελέστερος καὶ ἐντιμώτερος πάσης ἄλλης μορφῆς ἀσκήσεως, ὅταν ἀντιμετωπίζεται μὲ ὑπομονὴν καὶ εὐχαριστίαν, ὅπως τὸν ἀντιμετώπισεν ὁ Ἰκονίου Ἰάκωβος.

Ἂς ἐνθυμηθῶμεν, ὅμως, τὴν ζωήν του.
Ὁ Μητροπολίτης Ἰκονίου Ἰάκωβος, κατὰ κόσμον Ἐλευθέριος, ἐγεννήθη εἰς τὴν συνοικίαν τῆς Βλάγκας Κωνσταντινουπόλεως τὴν 13ην Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1916 καὶ ἦτο υἱὸς τοῦ Στεφάνου καὶ τῆς Αἰκατερίνης. Οἱ γονεῖς του ἦλθον εἰς τὴν Πόλιν ἐκ τῆς Νεαπόλεως (Nevşehir) τῆς Καππαδοκίας καὶ ἦσαν τουρκόφωνοι, ὅπως πολλοὶ ἐκ τῶν ρωμηῶν τῆς περιοχῆς αὐτῆς.

Νεώτατος ἠσθένησε ἐπὶ διετίαν ἐκ σοβαρᾶς ἀσθενείας. Οἱ γονεῖς του ἀπέκτησαν μὲν ἓξ τέκνα, ἐξ ὧν, ὅμως, ἐπεβίωσαν μόνον τὰ τρία. Ὁ Ἐλευθέριος μετὰ τῶν δύο ἀδελφῶν αὐτοῦ Σοφίας καὶ Γεωργίου ἔμειναν ἐνωρὶς ὀρφανοὶ ἐκ πατρός, τὴν δὲ συντήρησιν τῆς οἰκογενείας ἀνέλαβον οἱ δύο ἀδελφοὶ τοῦ πατρός του. Ἐκ τῆς εὐσεβοῦς μητρός του ἔλαβε σπουδαίαν θρησκευτικὴν καὶ ἠθικὴν κατάρτισιν. Κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας Στυλιανοῦ, μαθητοῦ τοῦ ἀειμνήστου Σχολάρχου, «ἔχει σωθεῖ χειρόγραφος ἔκθεσις ἰδεῶν ποὺ εἶχε γράψει ὁ ἀείμνηστος σὲ ἡλικία 17 ἐτῶν μὲ θέμα ‘αὐτοβιογραφία’, στὴν ὁποία, μεταξὺ ἄλλων, ἀναφέρει τὰ ἑξῆς ἀποκαλυπτικὰ γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ κλίση του καὶ γιὰ τὴν μετέπειτα ἐξέλιξή του: ‘Αἱ διάφοροι ἱεροτελεστίαι μοὶ προὐξένουν ἰδιαιτέραν εὐχαρίστησιν. Ἡ Ἐκκλησία μὲ εἵλκυε, ὄχι δὲ μόνον ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ πᾶν ὅ,τι ἀφοροῦσε αὐτήν. Ὅπου ἤκουον ὅτι ὑπάρχει κήρυγμα, ἐκεῖ καὶ ἐγὼ εὑρισκόμην. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀκόμη τὸ θρησκευτικὸ μάθημα ἠσθανόμην ἰδιαιτέραν ἀγάπην’. Πόσο εἰλικρινὴς ἦταν αὐτὴ ἡ ἐφηβικὴ ὁμολογία, μποροῦν νὰ τὸ ἐκτιμήσουν μόνον ὅσοι τὸν ἔζησαν ἀργότερα σὰν λειτουργό» .

Τὰ πρῶτα γράμματα ἔμαθε στὴν Ἀστικὴ Σχολὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος Πέραν, ἐσυνέχισε στὸ Ἡμιγυμνάσιο τοῦ Ζωγραφείου καὶ κατόπιν εἰσήχθη εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τῆς Χάλκης. Διὰ μικρὸν διάστημα ἐφοίτησεν καὶ εἰς τὴν Ἰταλικὴν Σχολὴν τῆς Πόλεως. Ἐκ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης ἀπεφοίτησε τὸ ἔτος 1938, ὑποβάλλων διατριβὴν μὲ τίτλον: «Ἱστορικότης τῶν θαυμάτων τοῦ Κυρίου».

Τὴν 4ην Δεκεμβρίου 1938 ἐχειροτονήθη εἰς διάκονον ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Χαλκηδόνος Μαξίμου (μετέπειτα Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου), ὀνομασθεὶς Ἰάκωβος, πρὸς τιμὴν τοῦ γέροντος, συγγενοῦς καὶ συμπατριώτου του Μητροπολίτου Δέρκων Ἰακώβου Παπαπαϊσίου, ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ ὁποίου εἶχεν εἰσαχθεῖ εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολήν, καὶ ὑπηρέτησεν εἰς τὴν Ἱ. Μητρόπολιν Χαλκηδόνος ἀρχικῶς ὡς κοινοτικὸς διάκονος, εἶτα δὲ ὡς Ἀρχιδιάκονος αὐτῆς. Τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1943, ἐπὶ Πατριαρχείας Βενιαμίν, προσεκλήθη εἰς τὴν Πατριαρχικὴν Αὐλὴν ὡς Ὑπογραμματεὺς τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου. Τὴν 2αν Ὀκτωβρίου 1947, ἐπὶ Πατριαρχείας, πλέον, Μαξίμου Ε’, προήχθη εἰς Ἀρχιγραμματέα τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου, χειροτονηθεὶς εἰς Πρεσβύτερον κατὰ τὴν Θρονικὴν Ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, προεξάρχοντος τοῦ Πατριάρχου καὶ συλλειτουργούντων τῶν Μητροπολιτῶν Χαλκηδόνος Θωμᾶ, Δέρκων Ἰωακείμ, Ἴμβρου καὶ Τενέδου Ἰακώβου, Θεοδωρουπόλεως Λεοντίου, Κυδωνιῶν Ἀγαθαγγέλου, Γάνου καὶ Χώρας Παγκρατίου, Χαλδείας Κυρίλλου, Νεοκαισαρείας Χρυσοστόμου καὶ Λαοδικείας Μαξίμου. Ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς παρηκολούθησεν ὅλας τὰς φάσεις τῆς ἀσθενείας καὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ Πατριάρχου Μαξίμου καὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἀπὸ Ἀμερικῆς Ἀθηναγόρου (1948).

Τὴν 4ην Ἰουλίου 1950 ἐξελέγη Μητροπολίτης Ἰκονίου, χειροτονηθεὶς τὴν 7ην Ἰουλίου, ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, συλλειτουργούντων τῶν Μητροπολιτῶν Χαλκηδόνος Θωμᾶ, Δέρκων Ἰακώβου, Πριγκηποννήσων Δωροθέου, Θεοδωρουπόλεως Λεοντίου, Εἰρηνουπόλεως Κωνσταντίνου, Αἴνου Γερμανοῦ, Προικοννήσου Φιλοθέου, Γάνου καὶ Χώρας Παγκρατίου καὶ Σάρδεων Μαξίμου. Ὡς Μητροπολίτης Ἰκονίου παρέμεινεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἀρχιγραμματέως ἕως τὴν 14ην Δεκεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους, ὅτε τοῦ ἀνετέθησαν τὰ καθήκοντα τῆς Μ. Πρωτοσυγκελλίας.

Παραλλήλως ἐδίδαξε Θρησκευτικὰ εἰς τὰ Γυμνάσια τοῦ Φαναρίου, εἰς τὴν Μεγάλην τοῦ Γένους Σχολήν, μεταξὺ 9ης Δεκεμβρίου 1949 καὶ 30 Σεπτεμβρίου 1951, καὶ εἰς τὸ Ἰωακείμειον Παρθεναγωγεῖον τὴν αὐτὴν περίοδον.

Ἡ Ἱερὰ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης ἀπὸ τοῦ ἔτους 1951 εἰσῆλθεν εἰς τὴν τετάρτην περίοδον τῆς ἱστορίας της. Ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας καὶ ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νέος κανονισμός της, συμφώνως πρὸς τὸν ὁποῖον ἡ Σχολὴ ἐλάμβανε τὴν μορφὴν κλασσικοῦ τριταξίου γυμνασίου καὶ τετραταξίου Θεολογικῆς Σχολῆς. Ὁ Ἰκονίου Ἰάκωβος μετὰ τοῦ σχολαρχεύοντος, τότε, Ἐμμανουὴλ Φωτιάδου εἰργάσθη διὰ τὴν προετοιμασίαν τοῦ Θεολογικοῦ Τμήματος καὶ μετέβη εἰς Ἄγκυραν, ἔνθα παρηκολούθησεν ἐπὶ δύο ἑβδομάδας τὰς διαφόρους φάσεις τῆ ἐπιψηφίσεώς του. Εἰς τὴν Σχολὴν διωρίσθησαν, τότε, τέσσαρες νέοι καθηγηταί: οἱ διάκονοι Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης (μετέπειτα Μητροπολίτης Μύρων καὶ ἀποθανὼν ὡς Μητροπολίτης Ἐφέσου) καὶ Μάξιμος Ρεπανέλλης (μετέπειτα Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως), ὡς καὶ οἱ Κωνσταντῖνος Καλλίνικος καὶ Βασίλειος Σταυρίδης, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμπληρώσει τὰς σπουδάς των εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τότε ἤρχισαν νὰ ἐγγράφωνται ἐλευθέρως καὶ μαθηταὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ.

Τὴν 5ην Ὀκτωβρίου 1951 ὁ Ἰκονίου ἐτοποθετήθη εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς Σχολῆς, ἔχων ὡς ἐφόδια τὴν βαθείαν αὐτοῦ πίστιν, τὴν ταπείνωσιν, τὴν ὑπομονήν, τὸ ἀκραιφνὲς ἐκκλησιαστικὸν φρόνημα καὶ τὰς διοικητικὰς ἀρετάς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐπιδείξει καὶ ἀπὸ τῶν θέσεων τοῦ Ἀρχιγραμματέως καὶ τοῦ Πρωτοσυγκελλεύοντος, τῶν πλέον ἀπαιτητικῶν καὶ νευραλγικῶν θέσεων τῆς διοικήσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τῆς Σχολῆς ἔθεσε τὰς βάσεις τῆς ἀναδιοργανώσεώς της. Κατὰ τὸν βιογράφο αὐτοῦ Ἀθανάσιον Τσερνόγλου, ὁ ὁποῖος ὡσαύτως ἐδίδαξεν εἰς τὴν Σχολήν, ὁ Μητροπολίτης Ἰκονίου:
«τὴν σχολαρχίαν ἤσκησεν εὐδοκίμως ἀπὸ τοῦ 1951 ἕως τὸ 1955, ἡ δὲ ἀφοσίωσίς του εἰς τὸ καθῆκον, ἡ λελογισμένη συντηρητικότης καὶ ἡ αὐστηρότης του εἰς τὴν διοίκησιν παρέμειναν ἱστορικαί, ἐνθυμίζουσαι τὴν σχολαρχίαν Γερμανοῦ Γρηγορᾶ».

Δι’ ἓν διάστημα ἐδίδαξε τὸ μάθημα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, ἀναπληρῶν τὸν ἀσθενήσαντα Ἰωάννην Παναγιωτίδην. Ἤδη, ὅμως, ἀπὸ τῶν χρόνων ἐκείνων, ἡ ὑγεία του ἤρχισε νὰ ἐμφανίζῃ σημεῖα κοπώσεως. Ἐπίσης, ὁ θάνατος τῆς μητρὸς αὐτοῦ Αἰκατερίνης τὴν 20ὴν Φεβρουαρίου 1951, ἡ σκληρὴ ἐργασία αὐτοῦ εἰς τὴν Σχολὴν καί, ἰδίως, ὁ θάνατος τῆς αὐταδέλφης αὐτοῦ Σοφίας τὸ ἔτος 1953, τὸν ἐκλόνισαν ψυχικῶς καὶ σωματικῶς. Ἐν τῷ μεταξύ, κατὰ τὸν Νόμον, εἶχεν ἐκλεγεῖ καὶ Ἱδρυτὴς τῆς Σχολῆς.

Μετὰ τὴν παραίτησίν του ἐκ τῆς Σχολαρχίας, διετήρησε τοὺς δεσμούς του μὲ τὴν Σχολὴν ὡς μέλος τῆς Ἐφορείας, ὡς Ἱδρυτὴς καὶ ὡς καθηγητὴς τῆς Ποιμαντικῆς κατὰ τὰ ἔτη 1955-1960, καταρτίσας, μάλιστα, καὶ ἰδικάς του σημειώσεις.

Ὅτε ἦτο Σχολάρχης, ἐκλήθη συνοδικὸς τὴν 18ην Μαΐου 1954. Κατὰ τὰς δύο γνωστὰς περιπτώσεις τῆς κρίσεως τῶν σχέσεων τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου μετὰ τῆς Συνόδου, εἰς μὲν τὴν πρώτην, ὅτε ὀκτὼ μέλη αὐτῆς ἀντετάχθησαν εἰς τὸν Πατριάρχην, οὗτος, μεταξὺ ἄλλων, ἐκάλεσεν ὡς συνοδικὸν καὶ τὸν Ἰκονίου Ἰάκωβον, στηρίξαντα τὰς θέσεις τοῦ Προκαθημένου τῆς Ὀρθοδοξίας, εἰς δὲ τὴν δευτέραν κρίσιν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐκλογὴν Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς, ὁ Ἰκονίου Ἰάκωβος, ὡς διαφωνῶν, δὲν συμπεριελήφθη εἰς τὴν πενταμελῆ Σύνοδον.

Ὡς ἱεράρχης, ἐχρημάτισε μέλος διαφόρων συνοδικῶν Ἐπιτροπῶν, ὡς: ἐπὶ τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, ἐπὶ τῶν Παγχριστιανικῶν Ζητημάτων, τῆς Κανονικῆς, τῆς Πνευματικῆς Διακονίας, ἐπὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐπὶ τῆς Ἐπετηρίδος, τῆς Ἐφορείας τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς, Κτηματικῆς (τῆς ὁποίας ἦτο πρόεδρος), κ. ἄ.. Συμμετέσχε δὲ καὶ εἰς διαφόρους ἀποστολὰς τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας.

Ὅσον, ὅμως, περνοῦσαν τὰ χρόνια, ἐχειροτέρευεν ἡ ὑγεία του. Πάσχων ἐκ σοβαρᾶς παθήσεως τῶν νεφρῶν καὶ ἐξ ἄλλων ἐπιπλοκῶν, ἠναγκάζετο συχνάκις νὰ παραμένῃ δι’ ἀρκετὸν διάστημα εἰς τὴν κλίνην τοῦ πόνου. Ὅταν ἐκλονίσθη πολὺ ἡ ὑγεία του, μετέβη εἰς Ἀθήνας τὴν 13ην Ἀπριλίου 1965 καὶ ἐνοσηλεύθη εἰς τὸ Ἱπποκράτειον Νοσοκομεῖον, ἔνθα ἐκοιμήθη τὰς πρωϊνὰς ὥρας τῆς 16ης Ἀπριλίου εἰς ἡλικίαν 49 ἐτῶν. Ἡ σορός του ἐτέθη εἰς λαϊκὸν προσκύνημα εἰς τὸ Ἱ. Παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου, πλησίον τοῦ Ἱ. Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία ἐτελέσθη τὴν ἑπομένην, 17ην Ἀπριλίου, εἰς τὴν Μητρόπολιν τῶν Ἀθηνῶν ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, συμπαραστατουμένου ὑπὸ τῶν Μητροπολιτῶν Ἀργυροκάστρου Παντελεήμονος καὶ Χριστουπόλεως Ἰακώβου. Τὸ πένθος τῆς ἐκκλησίας ἔφερον ὁ Μητροπολίτης πρώην Λήμνου Βασίλειος καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Θαυμακοῦ Χρυσόστομος. Τὸν ἐπικήδειον ἐξεφώνησεν ὁ Ἀρχιγραμματεὺς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φιλιππαῖος (μετέπειτα Μητροπολίτης Μαντινείας). Τὸν νεκρὸν ἐχαιρέτισαν καταθέσαντες στεφάνους οἱ Μᾶρκος Σιώτης, Γενικὸς Γραμματεὺς Θρησκευμάτων, Κωνσταντῖνος Μπόνης Κοσμήτωρ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, καὶ Νικόλαος Μανούσης ἐκ μέρους τῆς Ἑστίας Θεολόγων Χάλκης. Ἐτάφη εἰς τὸ Α’ Νεκροταφεῖον Ἀθηνῶν. Ἀργότερον, κατόπιν συνοδικῆς ἀποφάσεως, τὰ ὀστὰ αὐτοῦ μετεκομίσθησαν καὶ ἐτοποθετήθησαν εἰς ἰδιαίτερον τάφον ὄπισθεν τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς Βλατάδων.

Τὴν ἰδίαν περίπου ὥραν τῆς ἐξοδίου αὐτοῦ ἀκολουθίας, ἐν τῷ Π. Πατριαρχικῷ Ναῷ ἐψάλη τρισάγιον προεξάρχοντος τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου καὶ συμμετεχόντων τῶν Συνοδικῶν Ἀρχιερέων καὶ ἐν τῇ Θεολογικῇ Σχολῇ ἐν Χάλκῃ ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου Κλαυδιουπόλεως Ἀνδρέου, Διευθυντοῦ τοῦ Γυμνασιακοῦ Τμήματος, τοῦ Σχολάρχου Σταυρουπόλεως Μαξίμου ἀσθενοῦντος. Τὸ πένθος τῆς Ἐκκλησίας ἐν Φαναρίῳ ἔφερον οἱ Μητροπολίτης Ροδοπόλεως Ἱερώνυμος καὶ Ἀρχιγραμματεὺς Γαβριὴλ Πρεμετίδης (μετέπειτα Μητροπολίτης Κολωνείας). Τὴν 30ὴν Μαΐου ἐτελέσθη τὸ τεσσαρακονθήμερον μνημόσυνον αὐτοῦ διὰ τρισαρχιερατικῆς Θ. Λειτουργίας ἐν τῷ Πατριαρχικῷ Ναῷ, προεξάρχοντος τοῦ Μητροπολίτου Χαλκηδόνος Θωμᾶ, συλλειτουργούντων τῶν Μητροπολιτῶν Σάρδεων Μαξίμου καὶ Ροδοπόλεως Ἱερωνύμου. Τὸν ἐπιμνημόσυνον λόγον ἐξεφώνησεν ὁ Ὑπογραμματεὺς τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου διάκονος Παῦλος Μενεβίσογλου (μετέπειτα Μητροπολίτης Σουηδίας). Μνημόσυνα αὐτοῦ ἐτελέσθησαν καὶ εἰς ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου, ὅπου ἔζων μαθηταὶ καὶ οἰκεῖοι τοῦ ἀοιδίμου.

Κατὰ τὸν Παῦλον Μενεβίσογλου, ὁ Ἰκονίου Ἰάκωβος ἦτο «Ἱεράρχης μεμετρημένος, ἔχων πεπαρρησιασμένην τὴν γνώμην καὶ ἀκέραιον τὸν χαρακτῆρα, εὐθαρσής, πρὸ οὐδενὸς ὀρροδῶν διὰ τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας, καλῶς γνωρίζων τὰ καθ’ ἡμᾶς ἐκκλησιαστικὰ καὶ κοινοτικὰ πράγματα καὶ κεκτημένος ἐκκλησιαστικὴν πεῖραν οὐ τὴν τυχοῦσαν. Πανταχοῦ ἔνθα ἔταξεν αὐτὸν ἡ Ἐκκλησία ἠνάλωσεν ἑαυτὸν εἰς τὴν διακονίαν αὐτῆς καὶ κατεφρόνησε τῶν μόχθων καὶ τῶν ὀδυνῶν, δι’ ὧν ἔδει ἵνα διέλθῃ, ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν ἀνατιθεμένων αὐτῶν εὐθυνῶν. Ὑπῆρξεν Ἱεράρχης ἄριστος, σύμβουλος ἀγαθός, παραστάτης δεξιός, ἔρεισμα τῆς πίστεως καὶ τοῦ φρονήματος, τιμήσας τὸ σχῆμα αὐτοῦ, ἐχέφρων, φιλάνθρωπος, ἀναδειχθεὶς δόκιμος ἐν πᾶσιν. Ὁ Ἰκονίου Ἰάκωβος ἐκόσμησε τὴν Ἐκκλησίαν διὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ ἤθους τοῦ ἐναρέτου ἀρχιερέως καὶ τῆς ἀνιδιοτελείας τῶν πράξεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτοῦ καὶ ἐπλούτισε τὸ φρόνημα καὶ τὸ αἴσθημα τῶν πολλῶν αὐτοῦ μαθητῶν καὶ τῶν ἀναστρεφομένων μετ’ αὐτοῦ διὰ τῆς ἀγάπης καὶ προσηνείας αὐτοὺ πρὸς πάντας... Ἡ ματαιότης τῶν ἀνθρωπίνων καὶ ἡ ἀστάθεια τῆς γηΐνης πραγματικότητος ἐνίσχυσε τὸ πνεῦμα καὶ τὴν βούλησιν αὐτοῦ καὶ κατηύθυνε τὴν ψυχὴν αὐτοῦ πρὸς τὴν μονιμότητα καὶ τὴν αἰωνιότητα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ μέλλοντος...».

Κατὰ τὸν προκάτοχόν σας Μητροπολίτην Συμεών, ἅγιε Πριγκηποννήσων:
«... ὁ προαπελθὼν Ἱεράρχης ἐξ ἰδιοσυγκρασίας καὶ ἐσωτέρας διαθέσεως ὑπῆρξεν θιασώτης καὶ ὑπέρμαχος τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς τοῦ ἀνωτάτου διοικητικοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας... Ἐνίοτε δὲ ἀπέβαινε καὶ μαχητικός, ὑποστηρίζων μετ’ ὀξύτητος καὶ ἀνενδότου ὁρμῆς τὰς σκέψεις αὐτοῦ, προκειμένου νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ δίκαιον καὶ τὸ ὀρθόν, ἔστω καὶ ἂν ἤρχετο ἀντιμέτωπος πρὸς τὸν Πατριάρχην Ἀθηναγόραν, εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ὁποίου ἐβάρυνε πολὺ ἡ γνώμη τοῦ Ἰκονίου Ἰακώβου... Ἐνήργει ἐνίοτε ἐκ πεποιθήσεως ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ ἦτο ὑπαγόρευσις τῆς συνειδήσεώς του, ἦτο ἁγνὸν ἐσωτερικὸν ἀνάβλημα».

Τέλος, ὁ Αὐστραλίας Στυλιανὸς γράφει:
«... ὁ Ἰκονίου Ἰάκωβος ἦταν ἕνας ἅγιος τοῦ καιροῦ μας, τοῦ τόπου μας καὶ τοῦ τρόπου μας... Δὲν ἔχω λοιπὸν πρόθεση νὰ παραθέσω ἐδῶ τὴν φωτογραφία, ἀλλὰ τὴν προσωπογραφία του. Καὶ δὲν νομίζω πὼς ἔχω ἄδικο. Γιατὶ οἱ ἅγιοι δὲν ἔχουν φωτογραφίες, ἀλλὰ εἰκόνες... Ἐπίσης ξέρω ὅτι ἂν ὁ ἀείμνηστος εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ διαβάσει ὅ,τι γράφω ἐδῶ γιὰ τὸ δικό του πρόσωπο, θὰ μὲ ἀπόπαιρνε γιὰ βλάσφημο ἢ παλαβό».

Τὴν 19η Νοεμβρίου 2014, κατόπιν προτάσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου καὶ ἀποφάσεως τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου, τὰ ὀστὰ τοῦ μακαριστοῦ Ἰακώβου μετεφέρθησαν ἐκ Θεσσαλονίκης εἰς Κωνσταντινούπολιν. Τὴν μεταφορὰν ἀνέλαβε μὲ ἰδιαιτέραν φροντίδα ὁ Ἐπίσκοπος Ἀμορίου Νικηφόρος, Ἡγούμενος τῆς Μ. Βλατάδων. Ὁ Παναγιώτατος ὑπεδέχθη τὰ ὀστὰ εἰς τὸν Πατριαρχικὸν Ναὸν καὶ ἐτέλεσε τρισάγιον ἐπ’ αὐτῶν, ἐναποτεθέντων, μετὰ ταῦτα, εἰς τὸ Κοιμητήριον Βαλουκλῆ, εἰς τὸν ἐκεῖ πρὸς τοῦτο εὐτρεπισθέντα τάφον, παρουσίᾳ, καὶ πάλιν τοῦ Πατριάρχου. Πρὸ τῆς ταφῆς, ἐτελέσθη Θεία Λειτουργία εἰς τὴν Μονὴν Ζωοδόχου Πηγῆς ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Ἰκονίου Θεολήπτου, ἐνῷ τρισάγιον ἐτέλεσεν ὁ Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων Ἰάκωβος.

Ἔτσι καὶ πάλιν ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Ἰκονίου Ἰάκωβος ἐπανῆλθε καὶ ἀναπαύεται εἰς τὴν γῆν, ἡ ὁποία τὸν ἐγέννησεν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο συνεκίνησεν ἅπαντας καὶ δὴ τοὺς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς μαθητάς του, οἱ ὁποῖοι ὅποτε ἀναφέρονται εἰς τὸ ὄνομα καὶ τὴν μνήμην του, ἡ καρδία των πληροῦται πολλῆς συγκινήσεως καὶ οἱ ὀφθαλμοί των δακρύων.

Καθῆκον ἱερὸν ἐθεώρησεν ὁ ὁμιλῶν νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν καὶ τὴν εὐλογίαν τοῦ Παναγιωτάτου Πατριάρχου μας, ὅπως τὸ ἐφετεινὸν ἐγκόλπιον Ἡμερολόγιον τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Χάλκης, ἔνθα ἡ Θεολογικὴ Σχολή, ἀφιερωθῇ εἰς τὸ σεπτὸν πρόσωπον τοῦ ἀοιδίμου Μητροπολίτου Ἰακώβου, Σχολάρχου καὶ Ἡγουμένου αὐτῆς διατελέσαντος, ἐπὶ τῇ συμπληρώσει πεντήκοντα ἐτῶν ἀπὸ τῆς εἰς Κύριον ἐκδημίας αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο, ὡς ἐλάχιστον ἀντίδωρον διὰ τὰ ὅσα προσέφερεν εἰς τὴν Σχολὴν καὶ Μονὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ὁποία εἰς τὸ διηνεκὲς θὰ εὔχεται λέγουσα «Ἰακώβου τοῦ ἀοιδίμου Μητροπολίτου Ἰκονίου εἴη ἡ μνήμη αἰωνία καὶ ἄληστος».

Εἴθε νὰ ἔχωμεν ὅλοι τὰς ἁγίας του εὐχὰς καὶ ὁ ἀναστὰς Κύριος νὰ ἀναδεικνύῃ παρόμοια ἀναστήματα εἰς τοὺς κόλπους τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας εἰς εὔκλειαν αὐτῆς καὶ δόξαν Αὐτοῦ. Ἀμήν.

Ἐν κατακλεῖδι, ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην καὶ τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὸν ποιμενάρχην τῆς Ἱ. ταύτης Μητροπόλεως, Σεβ. Μητροπολίτην κ. Ἰάκωβον, ὁμώνυμον, ὁμόπατριν καὶ μαθητὴν τοῦ ἀοιδίμου, διὰ τὴν ἀνάθεσιν τῆς ἐκφωνήσεως τῆς σημερινῆς ὁμιλίας εἰς ἐμὲ τὸν ἔλάχιστον διάδοχον τοῦ Ἰκονίου Ἰακώβου εἰς τὴν Ἡγουμενείαν καὶ μὴ ἄξιον οὐδὲ τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ λῦσαι, διὸ καὶ ἐκζητῶ τὰς εὐχὰς καὶ τὴν συγχώρησιν αὐτοῦ.