Ἐπιστροφή
 

Ὁμιλία
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. κ. Βαρθολομαίου
κατὰ τὴν Σύναξιν τῶν Κληρικῶν
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σιδηροκάστρου
(21 Ὀκτωβρίου 2012).

Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Σιδηροκάστρου κύριε Μακάριε καὶ λοιποὶ ἅγιοι ἀδελφοί,
Εὐλαβέστατοι λειτουργοὶ καὶ διάκονοι τοῦ Θυσιαστηρίου τοῦ Κυρίου,
Τέκνα ἐν Κυρίῳ θεοφιλέστατα τῆς ἡμῶν Μετριότητος, οἱ συμπαρόντες εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν σύναξιν ταύτην,

Ὁ Θεὸς μᾶς δίδει σήμερον τὴν εὐλογίαν, μετὰ τὴν τέλεσιν τῶν λαμπρῶν ἑορτασμῶν ἐπὶ τοῖς Ἐγκαινίοις τοῦ Καθολικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἱεροῦ Ἠσυχαστηρίου τοῦ Τιμίου Προδρόμου Ἀκριτοχωρίου, νὰ συναχθῶμεν ὁμοῦ, ὡς ἦτο ἡ ἐπιθυμία καὶ πρόσκλησις τοῦ ἀγαπητοῦ Ποιμενάρχου σας κυρίου Μακαρίου. Ἤλθομεν, λοιπόν, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, ἐκ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, ἐκ τοῦ ταπεινοῦ Φαναρίου, τῆς ἕδρας τοῦ πολυπαθοῦς Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, κομίζοντες εἰς ὑμᾶς, εἰς τὴν ἀκριτικὴν ταύτην καὶ φιλομόναχον Ἱερὰν Μητρόπολιν, τὴν εὐλογίαν τοῦ ἀμετρήτου πλήθους τῶν ἀπ’ αἰῶνος Ἁγίων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅσοι ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν πτερύγων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου εὐηρέστησαν τῷ Κυρίῳ, καὶ δὴ τὴν θεομητορικὴν εὐλογίαν τῆς Ὑπερμάχου Παμμακαρίστου, τῆς κατ’ ἐξοχὴν προστάτιδος τῆς Πόλεώς μας.

Τὸ Πατριαρχεῖον μας συνεχίζει σήμερον τὴν εὐθυνηφόρον ἀποστολήν του ἀνὰ τὴν οἰκουμένην, ἡ ὁποία ἤρχισε διὰ τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου καὶ ἐσυνεχίσθη διὰ τοῦ πλήθους τῶν ἀπ’ αἰῶνος μακαρίων Πατριαρχῶν, ὡς τῶν οἰκουμενικῶν διδασκάλων Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τῶν Ὁμολογητῶν Παύλου καὶ Γερμανοῦ, τῶν ἡσυχαστῶν Καλλίστου, Φιλοθέου καὶ Νήφωνος, καὶ τόσων ἄλλων. Αὐτὴν τὴν ἀποστολὴν ἐστήριξε καὶ ἐθεμελίωσε πολιτικῶς, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος. Πρέπει νὰ σημειώσωμεν ὅτι τὸ ἐρχόμενον ἔτος θὰ ἑορτάσωμεν τὰ 1700 ἔτη ἐκ τῆς ἐξαπολύσεως ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ διατάγματος τῆς ἀνεξιθρησκείας ἐν Μεδιολάνοις. Ὁ εὐλογημένος οὗτος αὐτοκράτωρ ἦτο ὁ πρῶτος αὐτοκράτωρ ὁ ὁποῖος ἀπὸ βασιλεὺς ἔγινε ταπεινὸς ὑπηρέτης καὶ διάκονος τῆς Ἐκκλησίας. Χάρις εἰς αὐτὸν ἡ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία μετεβλήθη εἰς χριστιανικὴν αὐτοκρατορίαν, δηλαδὴ τὴν Βυζαντινὴν Αὐτοκρατορίαν, ἥτις παρὰ τὰ προβλήματα, τὰς ἐκτροπὰς καὶ τὰ τραύματα, ἐπὶ χίλια καὶ πλέον ἔτη ἐμεγαλούργησε καὶ προσέφερεν εἰς τὴν οἰκουμένην ἓν ἀληθῶς φωτεινὸν ὑπόδειγμα χριστιανικοῦ κράτους, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεψε τὴν κατ' ἄνθρωπον ἀνάπτυξιν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἥτις παρήγαγε καὶ παρέδωκε καὶ παράγει ἀκόμη αὐτὸ τὸ ὁποῖον σήμερον ὀνομάζομεν πνευματικὴν παρακαταθήκην τοῦ Γένους καὶ τῆς πίστεώς μας.

Ἡ Ἐκκλησία, βεβαίως, παρὰ τὰς ἱστορικὰς περιπετείας, πάντοτε νικᾷ καὶ οὐδὲν πρόκειται νὰ ἀπολέσῃ, διότι εἶναι κατὰ φύσιν ξένη πρὸς τὸν κόσμον τοῦτον. Ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία οὐδέποτε ἀστοχεῖ, δὲν καταργεῖται, παρὰ τὴν ἀστοχίαν τῶν χριστιανικῶν κρατῶν, πολλὰ ἐκ τῶν ὁποίων μόνον κατ’ ὄνομα εἶναι σήμερον χριστιανικά. Ἀντιθέτως, ἡ Ἐκκλησία συνεχῶς ἀνδροῦται καὶ ὡριμάζει καὶ σῴζει τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστὸς ζωοποιεῖ τὸν κόσμον ἐντὸς καὶ αὐτῶν τῶν πλέον ἐκκοσμικευμένων ἢ ἐχθρικῶν πρὸς Αὐτὸν κοινωνιῶν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ζύμη, τὸ φύραμα, τὸ ὁποῖον ζυμώνει καὶ τρέφει ὅλον τὸν κόσμον. Ὁ κόσμος δὲν γνωρίζει τὴν μυστηριακὴν σχέσιν μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ λαοῦ.

Ὁ Χριστὸς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον, «εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ἰω. α΄, 11). Καὶ βλέπομεν σήμερον νὰ συνεχίζεται τὸ ἴδιον φαινόμενον. Νὰ αὐξάνεται ἡ ἀποστασία καὶ ἡ ἀπιστία. Ὁ Θεὸς ὅμως συγχρόνως ἐνεργεῖ μυστικῶς καὶ βαθέως καὶ ἐπηρεάζει τὸν κόσμον, ἐνῷ οἱ χριστιανοὶ οὐδὲν ἠμποροῦν νὰ πάθουν ἀπὸ τὸν κόσμον, ἐπειδὴ τὸ πνεῦμα νικᾷ τὴν σάρκα. Διὰ τοῦτο ἐργασθῆτε, ἀγαπητοὶ λειτουργοὶ τοῦ Κυρίου, ὁ καθεὶς εἰς τὰς ἐνορίας σας μυστικῶς, συστηματικῶς καὶ βαθέως. Ἡ χριστιανικὴ ἐνορία εἶναι τὸ ἐργαστήριον τὸ ὁποῖον ἐξάγει ἁγίους, οἱ ὁποῖοι θὰ κερδίσουν τὸν οὐρανόν. Πρέπει, λοιπόν, νὰ ρίψωμεν τὸ βάρος εἰς αὐτήν, διότι διὰ τῆς ἐνορίας ἐπιτελεῖται τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας κάθε ἀνθρώπου. Ἐκεῖ δέχεται αὐτὸς τὸν ἁγιασμόν, ἐκεῖ αἰσθάνεται τὴν παρουσίαν τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ αἰσθάνεται τὴν κοινωνίαν τῶν ἁγίων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἕλκουν εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ περιμένουν ἡμᾶς «ἵνα τελειωθῶσιν».

Ἂς ἀγαπήσωμεν, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, τὴν κακοπάθειαν, διότι ὅταν ζῶμεν μὲ ἄνεσιν, χάνομεν τὴν βεβαιότητα, τὴν ἀσφάλειαν, τὴν σχέσιν μὲ τὸν Θεόν. Ἐφ’ ὅσον δὲ ὁ σκοπὸς καὶ τὸ τέλος τῆς ἱερατικῆς κλήσεώς μας εἶναι ὁ Θεός, δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ἐποχὴν μας ἄλλο τέλος ἢ ἄλλο μέτρον ἀναβάσεως καὶ ὁμοιώσεως πρὸς τὸν Θεόν, ἀπὸ τὴν συνεχῆ ἄσκησιν καὶ κακοπάθειαν, ποὺ ἀντικαθιστοῦν, ὡς ἰσόβιον μαρτύριον τῆς συνειδήσεως τὰ ἀληθινὰ σωματικὰ μαρτύρια καὶ τοὺς κινδύνους τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων.

Μὲ αὐτὴν τὴν συνεχῆ ἀσκητικὴν ζωὴν καὶ λιτότητα θὰ ἁγιαζώμεθα, θὰ δικαιώνουμε τὴν ἱερατικὴν κλῆσιν μας καὶ θὰ φέρωμεν τὸ ποίμνιόν μας κοντὰ εἰς τὸν Θεόν. Ἂς ἀγαπήσωμεν λοιπὸν καὶ ἂς ἐκλέξωμεν μόνοι μας ὁδοὺς σκληράς• τό «ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως» θὰ κατεργασθῇ δι’ ἡμᾶς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον. Ἂς χρησιμοποιήσωμεν τὴν ἄσκησιν, τὴν νηστείαν, τὴν ἀγρυπνίαν, τὴν λιτότητα, τὴν πτωχείαν, ὡς ὀχήματα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς ἀναβιβάσουν εἰς τὸν οὐρανόν, θὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ἐκφύγωμεν ἀπὸ τὸν νόμον τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀμεσότητα τῆς εὐλογίας καὶ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἂς ἀφήσωμεν τοὺς ἑαυτούς μας νὰ συνθλιβοῦν εἰς τὸν ληνὸν τῆς ἀσκήσεως καὶ τοῦ μόχθου τῆς ἱερατικῆς διακονίας, διὰ νὰ ρεύσωμεν ὡς οἶνος καινὸς καὶ ἁγνὸς εἰς τὸ Ποτήριον τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ εὐφράνωμεν Αὐτὸν καὶ τοὺς ἀδελφούς μας, μεταβαλλόμενοι εἰς μυστήριον νέας ζωῆς, ζωῆς ἀσκητικῆς, ζωῆς χριστιανικῆς.

Μὲ αὐτὰς τὰς σκέψεις πατρικῶς προτρεπόμεθα πάντας: ἂς παλαίωμεν καθημερινῶς διὰ νὰ κερδίσωμεν τὴν εὔνοιαν τοῦ Θεοῦ, ἂς ἀγωνιῶμεν, ἂς πονῶμεν διὰ τὸ ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως σήμερον διέρχεται δυσχερεῖς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὅμως δύνανται νὰ μεταβληθοῦν εἰς εὐλογίαν καὶ σπορὰν πνευματικήν. Ἂς ἀγωνιζώμεθα διὰ νὰ ὑπενθυμίζωμεν εἰς τοὺς πιστοὺς τὰ δικαιώματα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῶν καρδιῶν τῶν ἀνθρώπων, καὶ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ζητοῦν ἀπὸ τὸν Θεόν.

Ἂς ἐπιμένωμεν πλέον πάντων εἰς τοῦτο: νὰ δεικνύωμεν ὡς ἱερεῖς καὶ πνευματικοὶ πατέρες εἰς τοὺς πιστοὺς ὅτι ὅλος ὁ πνευματικὸς ἀγὼν πρέπει νὰ γίνεται διὰ τὴν κάθαρσιν τῆς καρδίας καὶ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἀποκάλυψιν τῆς χάριτος, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς ἡμᾶς δωρεὰν κατὰ τὸ βάπτισμα, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανακτηθῇ μόνον μὲ ἐπιμόνους προσπαθείας καὶ αἱματηροὺς ἀγῶνας.

Ἂς μὴ μᾶς τρομάζῃ ἡ δύναμις τοῦ κακοῦ. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἐργάτου τοῦ ἀμπελῶνος τοῦ Κυρίου εἶναι νὰ ἀποτυγχάνῃ, διὰ νὰ μαρτυρῆται ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ. Ὁ Τίμιος Πρόδρομος, πρὸς τιμὴν τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγων ὡρῶν ἐτελέσαμεν τὰ Ἐγκαίνια τοῦ περικαλλοῦς καθολικοῦ τῆς ὁμωνύμου Μονῆς του, ἐμαρτύρησε τὴν ἀλήθειαν, ἤλεγξε τὴν βασιλικὴν παρανομίαν, ἀλλὰ ἀπώλεσε τὴν ἱερὰν αὐτοῦ κεφαλήν. Κατὰ ἄνθρωπον μὲν ἀπέτυχε, διὰ τὸν Θεὸν δὲ ἔγινε ὁ «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν», καὶ πλῆθος ναῶν τιμῶνται ἐπ’ ὀνόματί του. Τὸ ἴδιον καὶ ὁ μεθαύριον ἑορταζόμενος Ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος: ἀπέτυχε κατ’ ἄνθρωπον, ἐρρίφθη ἀπὸ τοῦ πτερυγίου τοῦ ναοῦ, συνετρίβη τὴν τιμίαν κεφαλήν του, οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν ὁμογενῶν του παρέμειναν εἰς τὴν σκληρότητα καὶ τὴν ἀκροβυστίαν τῆς καρδίας των, ἀλλὰ συγχρόνως ἐκέρδισε τὴν ἀθάνατον εὔκλειαν καὶ ἀπεθανατίσθη ὡς Ἱερομάρτυς καὶ Ἀπόστολος. Ἡ Θεία Λειτουργία του ἐπὶ δύο χιλιάδες ἔτη τελεῖται εἰς τοὺς ναούς, καὶ τὰ ἀθάνατα λόγιά του παραμένουν ἐσαεί «ὕδωρ ἁλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον».

Ἂς μὴ ἀπογοητευώμεθα, λοιπόν, ἀγαπητοὶ πατέρες καὶ συλλειτουργοί, ὅταν καὶ τὰ ἰδικά μας πνευματικὰ τέκνα, τὸ ποίμνιόν μας, οἱ ἄνθρωποι διὰ τοὺς ὁποίους κοπιῶμεν καὶ ἀγωνιζόμεθα, ἐξακολουθοῦν νὰ ζοῦν ἀμετανόητοι καὶ μέσα εἰς τὰ πάθη των, εἰς τὰ ὁποῖα ζῇ δυστυχῶς, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἡ σύγχρονος ἀποχριστιανοποιημένη κοινωνία. Ὁ Θεὸς γνωρίζει τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πράξῃ μίαν αἰφνίδιον ἁρπαγὴν εἰς τὸν καθένα, διὰ νὰ ἐπιβιώσῃ εἰς τὴν αἰωνιότητα, καὶ μὲ τὸ ἅρπαγμα τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ καταφέρῃ ὅσα δὲν κατάφεραν οἱ ἀγῶνες καὶ οἱ κόποι μας τόσων ἐτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐλπὶς τῶν ἐκκλησιαστικῶν ποιμένων, ἥτις «οὐ καταισχύνει».

Διὰ τοῦτο κατακλείομεν τὴν παροῦσαν προσφώνησίν μας μὲ μίαν εὐχήν: νὰ ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀγάπην θυσιαστικὴν δι’ Αὐτόν. Ὅποιοι καὶ ἐὰν εἶναι οἱ ἀγῶνες μας, ὅποια καὶ ἐὰν εἶναι ἡ προσφορά μας, εἴμεθα ταπεινοὶ διάκονοι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Ἂς παραμείνωμεν ἐσταυρωμένοι διὰ τὸν κόσμον, διὰ τὴν ἁμαρτίαν, διὰ τὰ πάθη, καὶ ἀφιερωμένοι ὁλοκληρωτικῶς εἰς τὸν Χριστόν.

Εὐχαριστοῦμεν θερμῶς τὸν ποιμενάρχην σας φίλτατον ἅγιον Σιδηροκάστρου κύριον Μακάριον διὰ τὴν φιλάδελφον δοχὴν καὶ ξενίαν εἰς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολίν του κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς καὶ τῷ εὐχόμεθα νὰ ποιμαίνῃ ἀξίως τοῦ μεγάλου ὑπουργήματος τῆς ἀρχιερωσύνης τὸ ἐκλεκτὸν ποίμνιον τῆς ἀκριτικῆς Μητροπόλεώς του, μὲ θυσιαστικὴν ἀγάπην πρὸς τὸν λαόν, καὶ σᾶς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἐργάτας, μὲ πατρικὴν κατανόησιν καὶ συγκατάβασιν καὶ μὲ ἀδελφικὴν ἀλληλεγγύην.

Εὐχαριστοῦμεν καὶ σᾶς, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, διὰ τὴν σεβαστικὴν τιμὴν καὶ τὰς ἐκδηλώσεις τῆς ἀγάπης σας καὶ λογιζόμενοι τὰ κρείττονα περὶ ὑμῶν, εὐχόμεθα ἐγκαρδίως πᾶσαν πλουσιόδωρον χάριν καὶ εὐλογίαν τοῦ παναγάθου Θεοῦ, ὥστε καὶ προσωπικῶς καὶ συνολικῶς, ὡς πνευματικοὶ ταγοὶ αὐτῆς τῆς ἱερᾶς Ἐπαρχίας, νὰ δίδετε καθημερινῶς τὴν ὁμολογίαν τῆς χριστοσφραγίστου ἰδιότητός σας, ὡς φωτομόρφων λειτουργῶν τῆς Ὀρθοδόξου Μητρὸς Ἐκκλησίας. Ἀμήν.