Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαῖος, συνεχίζοντας τὴν παράδοση γιὰ προσέγγιση μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν ποὺ βρίσκονται σὲ σχίσμα, ἐπισκέφθηκε τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης τὸν περασμένο Ἰούνιο κατὰ τὴ Θρονικὴ Ἑορτὴ τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, γιὰ νὰ συνεορτάσει τὴν ἐπέτειο τῶν 40 ἐτῶν ἀπὸ τὴν συνάντηση τοῦ ἀειμνήστου Πατριάρχου Ἀθηναγόρα μὲ τὸν τότε Πάπα Παῦλο τὸν 6ο. Ἡ συνάντηση ἐκείνη ποὺ ἔγινε τὸ 1964 στὰ Ἱεροσόλυμα σηματοδότησε μιὰ νέα ἐποχή φιλίας καὶ διαλόγου μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν Ὀρθοδόξου καὶ Ρωμαιοκαθολικῆς.

Στὰ πλαίσια τῶν συνομιλιῶν ποὺ ἔγιναν τότε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐπίσκεψης τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου τέθηκε καὶ τὸ θέμα τῆς ἐπιστροφῆς τῶν Ἱερῶν λειψάνων τῶν δύο ἁγίων, τὰ ὁποῖα κατὰ πληροφορίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εὑρίσκοντο στὴ Βασιλική τοῦ Ἁγίου Πέτρου τῆς Ρώμης.

Μὲ γράμμα του πρὸς τὸν Οἰκουμενικό Πατριάρχη στὶς 15 Ἰουλίου ὁ Καρδινάλιος Walter Kasper, Πρόεδρος τοῦ Ποντιφικοῦ Συμβουλίου γιὰ τὴν Ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν, ἐπιβεβαίωσε τὴν πληροφορία περί τῆς παρουσίας τῶν ἱερῶν λειψάνων στὸν Ἅγιο Πέτρο, διευκρινίζοντας ὅτι ἡ τελική ἀπόφαση γιὰ τὴν ἐπιστροφή τους ἐναπόκειται στὸν Πάπα.

Στὴ συνέχεια, στὶς 21 Ἰουλίου, ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης, «συνοδικῇ ἀποφάσει», ἀπηύθυνε ἐπίσημο αἴτημα πρὸς τὸν Πάπα Ἰωάννη Παῦλο τὸν Β´, «ὅπως τὰ ἱερά λείψανα τῶν εἰρημένων Ἃγίων ἐπανέλθουν εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἠθικῶς ἀνήκουν». Τὸ πανορθόδοξο αὐτὸ αἴτημα, τὸ ὁποῖο ἐκφράστηκε διὰ στόματος τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, δικαιολογήθηκε ὡς προώθηση τῆς «ἀποκατάστασης ὡρισμένων τραυματικῶν ἐμπειριῶν ὀφειλομένων εἰς ἱστορικάς περιπετείας παρωχημένων χρόνων» καὶ ὡς «μεγάλη συμβολή εἰς τὴν ἐξομάλυνσιν τῶν σχέσεων καὶ τὴν δημιουργίαν καταλλήλου κλίματος ἀδελφικῆς ἀγάπης» μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Ὑπογράμμισε, τέλος, ὁ Πατριάρχης ὅτι «ἡ φυσικὴ καὶ δικαία θέσις» τῶν ἱερῶν λειψάνων «εἶναι εἰς τὸν σεπτόν Πατριαρχικόν Ναόν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς ὁποίας ὑπῆρξαν Ἀρχιεπίσκοποι».

Μὲ ἕνα ἀπαντητικό γράμμα του ἀπὸ 27 Ὀκτωβρίου, γραμμένο γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος ὁ Β´, «μετά χαρᾶς» ἀποδέχεται τὴν ἐπιστροφὴ τῶν λειψάνων «ὡς ἕν σημεῖον τῆς άδελφωσύνης καὶ τῆς πλήρους ἑνότητος, εἰς τὰς ὁποίας καλούμεθα διαρκῶς καὶ περισσότερον». Ὑπογραμμίζει τὴ σημασία τῶν δύο ἁγίων γιὰ τὸ χριστιανισμό, λέγοντας ὅτι «οἱ δύο Ἅγιοι Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς, στῦλοι τῆς πίστεως, εἶναι φάροι δι᾽ ὅλην τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διδάσκαλοι διὰ τὴν γνῶσιν τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Τριαδικοῦ μυστηρίου». Ἀξιολογεῖ, τέλος, ὅτι «ἡ ἐπιστροφή τῶν λειψάνων εἰς τὴν πατρίδα... θὰ ἀποτελέσῃ μίαν νέαν γέφυραν μεταξὺ ἡμῶν».


Τά Ἱερά Λείψανα τῶν Ἁγίων Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τεθειμένα εἰς ἀλαβαστρίνους λειψανοθήκας, ἐν τῇ ἐν Βατικανῷ Βασιλικῇ τοῦ Ἀπ. Πέτρου, κατά τήν τελετήν τῆς παραδόσεώς των εἰς τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. Βαρθολομαῖον.

Ἡ Α.Θ.Παναγιότης, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος, μετά τῆς Α. Ἁγιότητος, τοῦ Πάπα τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης κ.κ. Ἰωάννου Παύλου Β΄, εἰς τήν ἐν Βατικανῷ Βασιλικήν τοῦ Ἀπ. Πέτρου, κατά τήν τελετήν παραδόσεως εἰς Αὐτόν τῶν Ἱ. Λειψάνων τῶν ἐν Ἁγίοις Προκατόχων Του, Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου(27/11/2004)

Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἀνταλλάσσει ἀσπασμόν ἀγάπης μετά τοῦ Πάπα Ρώμης Παύλου Ἰωάννου Β΄ κατά τήν τελετήν παραλαβῆς τῶν Ἱερῶν Λειψάνων ἐν Βατικανῷ.

Αρχική Σελίς Ὄπισθεν
Ὄπισθεν
Περιεχόμενα